συνέντευξη με τον Γιώργο Κορφιάτη, από τη Διεύθυνση Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού της Τράπεζας της Ελλάδος

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2021, τ. 1004

ΤΡΑΠΕΖΕΣ συνέντευξη στην Βάσω Αγγελέτου

Ραγδαίες αλλαγές συντελούνται στα μέσα πληρωμών τα τελευταία χρόνια, με τα ψηφιακά νομίσματα να μπαίνουν δυναμικά στο παιχνίδι από τις κεντρικές τράπεζες ως το επόμενο βήμα για άμεσες, ασφαλείς, ανώνυμες και προσβάσιμες πληρωμές.

Πριν από λίγες μέρες ολοκληρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η δημόσια διαβούλευση για το ψηφιακό ευρώ με τη συμμετοχή 8.221 πολιτών, επιχειρήσεων και φορέων. Σύμφωνα με τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία, η ιδιωτικότητα των πληρωμών αποτελεί το βασικό ζητούμενο για το ενιαίο ψηφιακό νόμισμα και ακολουθούν η ασφάλεια (17%) και η πανευρωπαϊκή πρόσβαση (10%). Την ίδια ώρα, η κεντρική τράπεζα της Κίνας βρίσκεται σε πυρετώδεις προετοιμασίες για το ψηφιακό γουάν, το οποίο, σύμφωνα με τον Economist, είναι πιθανό να τεθεί σε κυκλοφορία ακόμη και εντός του τρέχοντος έτους.

Όπως επισημαίνει στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Οικονομική Επιθεώρηση ο Γιώργος Κορφιάτης, υποδιευθυντής της Τράπεζας της Ελλάδος και συγγραφέας του άρθρου «d-euro: Issuing the Digital Trust» (51ο τεύχος του Οικονομικού Δελτίου της ΤτΕ), σημαντική κινητήριος δύναμη για την ανάπτυξη ψηφιακών νομισμάτων κεντρικής τράπεζας (Central Bank Digital Currency/CBDC) είναι η γιγάντωση των τεχνολογικών κολοσσών, γνωστών ως «BigTechs», οι οποίοι συνιστούν δυνητικά απειλή για την αυτονομία των εθνικών οικοσυστημάτων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου του ευρωπαϊκού, δεδομένης της πρόσβασης που έχουν σε όλες τις διεθνείς αγορές μέσω των δισεκατομμυρίων χρηστών τους.

Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη του ψηφιακού ευρώ προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για το Ευρωσύστημα να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του στο διεθνές οικοσύστημα πληρωμών και επιπλέον να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ, τονίζει ο Γ. Κορφιάτης, μια πρωτοβουλία που υποστηρίζει σθεναρά η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα στη Φρανκφούρτη. «Το ευρώ ανήκει στους Ευρωπαίους και εμείς είμαστε ο θεματοφύλακάς του. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να εκδώσουμε το ψηφιακό ευρώ όταν προκύψει η ανάγκη», διαμηνύει η Ευρωπαία αξιωματούχος.

Γιώργος Κορφιάτης*

Τι σημαίνει η έκδοση ψηφιακού ευρώ για το Ευρωσύστημα;

Το ψηφιακό ευρώ θα αποτελεί μια ψηφιακή μορφή χρήματος κεντρικής τράπεζας στην οποία θα έχουν πρόσβαση όλοι οι πολίτες και όλες οι επιχειρήσεις. Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να ορίσουμε το ψηφιακό ευρώ ως τραπεζογραμμάτια σε ψηφιακή μορφή. Επομένως, δεν θα είναι ένα παράλληλο νόμισμα αλλά θα αποτελεί απαίτηση έναντι της ΕΚΤ, μαζί με τα μετρητά και τα αποθεματικά των εμπορικών τραπεζών στην κεντρική τράπεζα. Ένα βασικό συστατικό του ψηφιακού ευρώ είναι η άμεση δυνατότητα μετατρεψιμότητας, σε αντίθεση με τα κρυπτονομίσματα, που δεν μπορούν να μετατραπούν άμεσα σε κάποιο εθνικό νόμισμα, ενώ δεν αποτελούν και υποχρέωση έναντι κάποιας κεντρικής τράπεζας. Στην πραγματικότητα, και παρά το γεγονός ότι εκτελούν κάποιες από τις λειτουργίες του χρήματος, αποτελούν κερδοσκοπικά περιουσιακά στοιχεία με ασταθή αξία, καθώς χαρακτηρίζονται από υψηλή μεταβλητότητα.

Επιπλέον, το ψηφιακό ευρώ είναι σημαντικό όσον αφορά την αυτονομία και την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών. Το 2020 πάνω από τα 2/3 των συναλλαγών με πλαστικό χρήμα πραγματοποιήθηκαν με διεθνή (μη ευρωπαϊκά) σχήματα καρτών. Η εξάρτηση αυτή από μη ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ενέχει δύο βασικούς κινδύνους. Ο πρώτος αφορά τον πειραματικό, ιδιωτικό αλλά και κανονιστικά αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ορισμένων εξ αυτών των λύσεων, όπως των stablecoins (π.χ. Libra). Η δημιουργία του ψηφιακού ευρώ είναι ένας δραστικός τρόπος αντιμετώπισης των απειλών για την αυτονομία του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος πληρωμών που πιθανώς να αποτελέσουν οι προσπάθειες των παγκόσμιων εταιρειών χρηματοοικονομικής καινοτομίας – γνωστών και ως BigTechs.

 

Ποια είναι τα οφέλη για τους Ευρωπαίους καταναλωτές από την έκδοση του eeuro;

Σήμερα, οι BigTechs χρησιμοποιούν τη μεγάλη πελατειακή τους βάση για να αναπτυχθούν στις διεθνείς αγορές. Χάρη στην παρουσία τους σε κάθε μέρος του πλανήτη είναι σε θέση να προσφέρουν υπηρεσίες διασυνοριακών συναλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο – και μάλιστα σε έναν χώρο ο οποίος σήμερα χαρακτηρίζεται από λύσεις χαμηλής ποιότητας και υψηλού κόστους. Είναι εύλογο να σκεφτεί κανείς ότι τέτοιοι πάροχοι υπηρεσιών με παγκόσμια ισχύ δεν ενεργούν αναγκαστικά προς το συμφέρον των Ευρωπαίων πολιτών και μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την αυτονομία και την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών.

Το ψηφιακό ευρώ, αντιθέτως, θα παρέχει το ίδιο επίπεδο αξιοπιστίας με τα μετρητά στις συναλλαγές, καθώς και τα δυο αποτελούν υποχρέωση της κεντρικής τράπεζας. Έτσι, θα προσφέρει τα πλεονεκτήματα που χαρακτηρίζουν τα μετρητά αλλά συγχρόνως θα χρησιμοποιείται για ηλεκτρονικές αγορές και αγορές εξ αποστάσεως. Επίσης, θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση καταστάσεων κατά τις οποίες οι συναλλασσόμενοι αποφεύγουν ή δεν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν μετρητά και θα κάνει τις καθημερινές πληρωμές ταχύτερες, ευκολότερες και ασφαλέστερες. Η υιοθέτησή του θα συντελέσει στην άμβλυνση των επιπτώσεων ακραίων γεγονότων (όπως κυβερνοεπιθέσεις, φυσικές καταστροφές ή πανδημίες), όταν οι παραδοσιακές υπηρεσίες πληρωμών μπορεί να τεθούν εκτός λειτουργίας. Θα μπορούσε επίσης να αποβεί καίριας σημασίας εάν οι χρήστες αποφάσιζαν να στραφούν σε ξένα ψηφιακά μέσα πληρωμής, πράγμα που ίσως θα υπονόμευε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη νομισματική κυριαρχία στη ζώνη του ευρώ.

Σε αυτό το σημείο, όμως, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως η αγορά πληρωμών λιανικής και ιδίως το σημείο πώλησης και οι διαδικτυακές πληρωμές δεν είχαν λάβει την απαιτούμενη προσοχή από τους υπεύθυνους χάραξης της ευρωπαϊκής πολιτικής πληρωμών τα τελευταία χρόνια. Με άλλα λόγια, η τελευταία δεν έχει καταφέρει να αποδώσει τους προσδοκώμενους καρπούς. Έως τώρα, οι κύριες προσπάθειες του Ευρωσυστήματος είχαν επικεντρωθεί στην ανάπτυξη και βελτίωση των ευρωπαϊκών υποδομών πληρωμών λιανικής (back-end), όπως τα έργα του SEPA και του ΤIPS. Ωστόσο, η πρόοδος αυτή δεν πλαισιώθηκε από μια αντίστοιχη πρόοδο στο επίπεδο τελικών λύσεων για τους χρήστες (front-end). Το ψηφιακό ευρώ, λοιπόν, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό μέσο πληρωμών χαμηλού κόστους, ικανό να εγγυηθεί στον χρήστη μέγιστη αποδοχή, προσβασιμότητα, ημιανωνυμία, πρακτικότητα και σταθερότητα. Τέλος, θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως ένα μέσο καταπολέμησης εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως το ξέπλυμα χρήματος ή η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Ποιους κινδύνους εγκυμονεί για το χρηματοπιστωτικό σύστημα; Μπορεί μια τέτοια λύση να αποστραγγίσει ρευστότητα από το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τους πολίτες να θεωρούν πιο ασφαλές να διατηρούν τα χρήματά τους σε χρήμα κεντρικής τράπεζας;

Κύριος στόχος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Συνεπώς, το ψηφιακό ευρώ θα είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να προωθεί τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικό συστήματος. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΚΤ θα ρυθμίζει την ποσότητα κυκλοφορίας του είτε μέσω της επιβολής ανώτατων ορίων διακράτησης ανά χρήστη είτε μέσω μιας κλιμακωτής επιτοκιακής πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση, οι ρυθμίσεις αυτές θα διασφαλίζουν τόσο την αποφυγή χρήσης του ως μορφής επένδυσης όσο και τη μετατροπή μεγάλων ποσοτήτων ιδιωτικού χρήματος (όπως οι καταθέσεις στις εμπορικές τράπεζες) σε ψηφιακό ευρώ.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι η έκδοση του ψηφιακού ευρώ θα εμπεριέχει τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η οποία για να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να διασφαλίζει τους διακριτούς ρόλους των συμμετεχόντων. Οι κεντρικές τράπεζες θα παρέχουν τις υποδομές και θα εξασφαλίζουν την ανωνυμία των συναλλαγών. Οι εμπορικές τράπεζες, από την άλλη πλευρά, θα παρέχουν το know-how, καθώς και τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν αποκομίσει στο περιβάλλον του ευρώ, όπως είναι οι πελατειακές διαδικασίες (π.χ. onboarding και KYC) και οι διάφορες καινοτόμες λύσεις πληρωμών.

 

Η πρωτοβουλία της Κρ. Λαγκάρντ συνιστά μια τολμηρή πολιτική σε σύγκριση με τους προκατόχους της, αλλά και άλλες κεντρικές τράπεζες, όπως για παράδειγμα τη Fed. Μπορεί να είναι ο «πολυπόθητος» στόχος του εκτοπισμού του δολαρίου από τον θρόνο των παγκόσμιων νομισμάτων; Τι οδηγεί την ΕΚΤ να σκέφτεται σοβαρά την έκδοση του ευρώ σε ψηφιακή μορφή;

Η δημιουργία του ευρώ πριν από 20 χρόνια αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά νομισματικά επιτεύγματα του 20ού αιώνα. Πολλοί έσπευσαν να δουν στο ευρώ έναν υποψήφιο ανταγωνιστή του δολαρίου στην κυριαρχία του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος. Παρ’ όλ’ αυτά, το δολάριο σήμερα παραμένει το κυρίαρχο παγκόσμιο νόμισμα συναλλαγών στις διεθνείς αγορές. Οι απλοί καταναλωτές, όμως, έχουν σχετικά πολύ μικρή έκθεση στον διεθνή ρόλο των νομισμάτων. Αυτό για το οποίο ενδιαφέρονται είναι οι οικονομικές, εύχρηστες και γρήγορες υπηρεσίες πληρωμών που μπορούν να λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο.

Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε δύο παρατηρήσεις: 1) στην ψηφιακή εποχή, ένα διεθνές νόμισμα πρέπει να προσφέρει σταθερότητα, χρηστικότητα και ιδιωτικότητα, και 2) η επιτυχία ενός CBDC βασίζεται πάνω στις δυνατότητες μιας ικανούς διεθνούς οικονομικής συνεργασίας. Συνεπώς, μια πιθανή έκδοση ενός ψηφιακού ευρώ, συμβατή με τις αρχές του Ευρωσυστήματος, το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διασυνοριακές συναλλαγές, θα έχει θετικά οφέλη όσον αφορά τον διεθνή ρόλο του ευρώ, καθιστώντας το συγχρόνως ένα πρακτικό μέσο πληρωμών και για μη Ευρωπαίους κατοίκους.

Συνοψίζοντας, τα κύρια πλεονεκτήματα της έκδοσής του είναι: (i) η επανάκτηση της εμπιστοσύνης του κοινού, (ii) η αντιμετώπιση της τάσης μείωσης της χρήσης μετρητών, (iii) η διευκόλυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού της οικονομίας μέσω της παροχής μιας παγκόσμιας, ασφαλούς, εύχρηστης εμπειρίας άμεσων πληρωμών, (iv) η ενίσχυση της αυτονομίας και ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών και η παράλληλη στήριξη του διεθνούς ρόλου του ευρώ, (v) η προώθηση μιας καινοτόμου λύσης λιανικών πληρωμών και, τέλος, (vi) η παροχή μιας ελκυστικής εναλλακτικής απέναντι στην πανσπερμία των ιδιωτικών ψηφιακών νομισμάτων.


* Ο Γιώργος Κορφιάτης σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο State University of New York (NY) και Οικονομικά και Κοινωνιολογία στο Greenwich University (London). Είναι κάτοχος MSc in Finance από το Birkbeck College (London) και ακολούθησε διδακτορικές σπουδές στο Greenwich University (London). Έχει διδάξει οικονομετρία και μικροοικονομική στο Greenwich University (London) και στο New York College (Athens).

Από το 2000 εργάζεται στην Τράπεζα της Ελλάδος στον τομέα των πληρωμών. Είναι Υποδιευθυντής στην Διεύθυνση Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού. Αντικείμενα με τα οποία ασχολείται είναι: η ανάληψη δράσεων για την υλοποίηση της πολιτικής πληρωμών του Ευρωσυστήματος, η διαμόρφωση στρατηγικής για τη διασφάλιση ισότιμων όρων στην αγορά πληρωμών, η επεξεργασία προτάσεων αντιμετώπισης κινδύνων σχετικών με τη λειτουργία των υποδομών πληρωμών, και η ανάλυση των εξελίξεων που αφορούν τη χρηματοοικονομική καινοτομία και τις εφαρμογές της σε θέματα που άπτονται των πληρωμών.

Εκπροσωπεί την Τράπεζα της Ελλάδος στις αρμόδιες ομάδες εργασίας και επιτροπές του Ευρωσυστήματος. Είναι project manager των TIPS, T2S και Payment Statistics. Έχει διακριθεί στο 1ο και 4ο EUROchain Hackathons που διοργάνωσε η ΕΚΤ για το σχεδιασμό ενός συστήματος άμεσων πληρωμών με CBDC σε τεχνολογία DLT, και για τη βελτιστοποίηση του CBDC σε περιόδους κρίσεων χρησιμοποιώντας Τεχνητή Νοημοσύνη. Στο πλαίσιο του καταλυτικού ρόλου της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι πρόεδρος του AMI_Pay GR-NSG και μέλος του FinTech Hub. Επιμελήθηκε και οργάνωσε την έκθεση: «eπληρωμές: ένας οδικός χάρτης» που φιλοξενείται στο μουσείο της Τράπεζας της Ελλάδος. Η πιο πρόσφατη ερευνητική του δημοσίευση, αφορά στο ψηφιακό ευρώ και δημοσιεύτηκε στο Economic Bulletin της Τράπεζα της Ελλάδος (“D-euro: Εκδίδοντας την Ψηφιακή Πίστη”, Ιούλιος 2020, No. 51, 96-125).