Ο κλάδος της κρουαζιέρας αφήνει πίσω του την περίοδο της πανδημίας αλλά καλείται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που δημιουργεί ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

του Κωνσταντίνου Μελά*

Ο ελληνικός τουρισμός αποτελεί έναν από τους κύριους πυλώνες ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ειδικά από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και μετά. Βασικός λόγος είναι το γεγονός πως εξ ορισμού αποτελεί έναν κλάδο εντάσεως εργασίας, δεδομένου του μεγάλου αριθμού εργαζομένων που απασχολεί. Επίσης, επηρεάζει θετικά και λοιπούς κλάδους, που με έμμεσο τρόπο βοηθούν στην εύρυθμη λειτουργία των τουριστικών επιχειρήσεων (π.χ. κατασκευαστικός κλάδος, κλάδος παροχής υπηρεσιών κ.ά.). Κομμάτι του τουριστικού κλάδου αποτελεί η κρουαζιέρα και οι ταξιδιώτες που φτάνουν στην Ελλάδα μέσω κρουαζιερόπλοιων.

Για να μιλήσουμε με αριθμητικά δεδομένα που προέκυψαν ακριβώς πριν από την πανδημία, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το ΑΕΠ ανήλθε το 2019 σε 187,4 δισ. ευρώ, με συμμετοχή κατά 87,5% από την κατανάλωση και κατά 12,5% από τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Κεφαλαίου (επενδύσεις). Οι εξαγωγές υπηρεσιών (37,2 δισ. ευρώ) κατά 95% οφείλονται στον τουρισμό και τις συνδεδεμένες με αυτόν υπηρεσίες. Το 2019 η μεγέθυνση του ΑΕΠ ήταν 1,9%. Η μεγαλύτερη συμμετοχή στην αύξηση του ΑΕΠ προήλθε από τις εξαγωγές των υπηρεσιών (τουρισμός και συναφή) κατά 1,2%. Με βάση τα δεδομένα αυτά, αν υποθετικά τα έσοδα από τον τουρισμό μειώνονταν από τα 35,34 δισ. ευρώ του 2019 (37,2 δισ. ευρώ x 95%) στα έστω 20 δισ. ευρώ, θα υπήρχε μια μείωση της συνεισφοράς του τουρισμού στην εξαγωγή υπηρεσιών κατά 56,59% και μια μείωση στο ΑΕΠ στα 167, 4 (κατ’ εκτίμηση) δισ. ευρώ λόγω της μείωσης των τουριστικών εσόδων. Η σύντομη αυτή προσέγγιση δίνει απάντηση για το πόσο η ελληνική οικονομία είναι άμεσα εξαρτώμενη από τον τουρισμό και κατά πόσο εξωγενή στοιχεία, όπως εν προκειμένω η πανδημία, μπορούν να ανατρέψουν τα αναμενόμενα έσοδα και την πορεία του ΑΕΠ της χώρας.

Τα δεδομένα πριν από τον κορονοϊό

Εδώ θα πρέπει να διακρίνουμε το βασικό χαρακτηριστικό που προσπαθεί να επιτύχει κάθε χώρα όσον αφορά τον κλάδο της κρουαζιέρας και των κρουαζιερόπλοιων. Ενώ σίγουρα είναι σημαντικό να συμπεριλαμβάνονται αφενός οι ελληνικοί λιμένες στα σημεία που επισκέπτονται τα κρουαζιερόπλοια, ακόμα πιο σημαντικό από οικονομικής άποψης είναι οι λιμένες να αποτελούν σημείο εκκίνησης ή λήξης των διαδρομών των κρουαζιερόπλοιων (ο όρος στα αγγλικά για τα εν λόγω λιμάνια είναι home-porting).

Ο λόγος που το home-porting αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για τον οποίο ανταγωνίζονται όλες οι χώρες της Μεσογείου είναι διότι έχει αποδεχθεί πως οι επισκέπτες της κρουαζιέρας θα περάσουν περισσότερο χρόνο στα λιμάνια εκκίνησης και λήξης και με αυτό τον τρόπο το οικονομικό όφελος της πόλης όπου βρίσκεται ο λιμένας είναι σαφώς πολλαπλασιαστικό.

Βέβαια, για την ανάπτυξη του home-porting δεν είναι αρκετό να υπάρχουν μόνο καλές προθέσεις από την κεντρική διοίκηση. Τα κύρια σημεία τα οποία τόσο οι εταιρείες όσο οι επιβάτες αναζητούν αρχικά είναι οι ικανοποιητικές υποδομές του τερματικού σταθμού, προκαθορισμένες θέσεις ελλιμενισμού των κρουαζιερόπλοιων, η τεχνογνωσία και η μακροπρόθεσμη στρατηγική των φορέων διοίκησης ως προς τη σχέση λιμένα–εταιρείας, καθώς και η εύκολη αεροπορική πρόσβαση στην πόλη που φιλοξενεί το home-port. Επομένως, αντιλαμβανόμαστε πως η ένταξη των κρουαζιερόπλοιων στην ομπρέλα της τουριστικής βιομηχανίας της Ελλάδας δεν αποτελεί έναν απλό τρόπο ως προς τη διαχείρισή της, αλλά συνιστά από μόνη της μια ολόκληρη στρατηγική επιλογή για τη χώρα μας.

Επίσης, θα πρέπει να αναφέρουμε πως μερίδα του τουριστικού κλάδου αρχικά είτε ήταν (και πιθανώς είναι ακόμη) αρκετά αδιάφορη όσον αφορά τις κρουαζιέρες είτε τις έβλεπε ακόμα και εχθρικά, καθώς δεν αποκομίζουν οι ίδιοι κάποιο άμεσο οικονομικό όφελος, ενώ εκ του παραλλήλου δημιουργείται μεγαλύτερη κίνηση στα κατά τόπους μέρη. Η συγκεκριμένη οπτική βέβαια, όπως έχουν δείξει οι πρόσφατες μελέτες, είναι αρκετά κοντόφθαλμη καθώς, ενώ όντως άμεσα οι τουρίστες απλώς βλέπουν την πόλη του λιμένα που επισκέπτονται, το 82% εξ αυτών δηλώνουν πως, εφόσον τους αρέσει το μέρος, είναι διατεθειμένοι να επισκεφθούν ξανά αποκλειστικά τη συγκεκριμένη πόλη-τοποθεσία.

Η κρουαζιέρα και το σοκ του κορονοϊού

Τα προηγούμενα δεδομένα ίσχυαν στην Ελλάδα όσο και στα υπόλοιπα λιμάνια της Μεσογείου μέχρι την έξαρση της πανδημίας του κορονοϊού. Όπως μπορούμε να δούμε και από τα δεδομένα της Ένωσης Λιμένων Ελλάδος, ενώ υπήρχε μια σχετικά σταθερή δεκαετία μεταξύ του 2010 και του 2019 στις αφίξεις κρουαζιερόπλοιων στη χώρα μας (με τον αριθμό να κυμαίνεται μεταξύ των 3.300 και 4.700 αυξήσεων κατ’ έτος), το μεγάλο σοκ επήλθε το 2020. Η μεταδοτικότητα του κορονοϊού και ο περιορισμένος χώρος των πλοίων μείωσαν άρδην τη ζήτηση των ταξιδιωτών για τον συγκεκριμένο τύπο τουρισμού, με αποτέλεσμα στην Ελλάδα να έχουμε μόνο 210 αφίξεις πλοίων, επομένως μια μείωση της τάξης του 94% (Γράφημα 1).

Αντίστοιχα, εάν θέλουμε να μεταφράσουμε την εν λόγω περίοδο σε τουρίστες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα, θα δούμε πως, ενώ το 2019 οι επισκέπτες ήταν περίπου 5,5 εκατ., το 2020,έφτασαν μόνο τους 67 χιλιάδες (Γράφημα 2).

Φυσικά, τα δεδομένα για τον γενικότερο τομέα της κρουαζιέρας τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν πολύ σκληρά και για τις ίδιες τις εταιρείες. Οι ακυρώσεις ταξιδιών των πλοίων επέφεραν κύρια ζητήματα βιωσιμότητας για τις περισσότερες από τις μεγάλες εταιρείες του κλάδου, σε βαθμό που τίθετο θέμα όσον αφορά τη βιωσιμότητά τους.

Παρ’ όλα αυτά, η περσινή χρονιά (το 2021) ήταν μια αρκετά ικανοποιητική χρονιά στον κλάδο της κρουαζιέρας, καθώς οι προσπάθειες τόσο του υπουργείου όσο και του πληθυσμού όσον αφορά τον εμβολιασμό κατά της Covid-19 δημιούργησαν ένα αίσθημα ασφάλειας στους τουρίστες και η αύξηση (εάν και σίγουρα δεν έφτασε στα προ πανδημίας επίπεδα) ήταν εντυπωσιακή.

Το μέλλον της κρουαζιέρας και η θέση της Ελλάδας σήμερα

Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο του τουρισμό κρουαζιέρας έρχονται να αντιμετωπίσουν τις διαρκώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις στη διεθνή σκακιέρα, καθώς ναι μεν η περίοδος των lockdown και της πανδημίας φαίνεται να έχει περάσει, όμως καινούργιες προκλήσεις, όπως ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος και η αντίστοιχη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Ήδη, βέβαια, συνολικά ο κλάδος της ναυτιλίας προσπαθεί να απεξαρτητοποιηθεί από το πετρέλαιο σε όσο μεγαλύτερο βαθμό γίνεται, γι’ αυτό βλέπουμε όλο και περισσότερες προσπάθειες ώστε τα καινούργια πλοία (είτε ποντοπόρα, είτε αυτά της κρουαζιέρας στη συγκεκριμένη περίπτωση) να μεταπηδούν σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας ως κύριο καύσιμο (όπως το βιοντίζελ, η μεθανόλη, η αμμωνία, το υδρογόνο και οι ηλεκτρικοί συσσωρευτές) και σε μονάδες αποταμίευσης ενέργειας.

Πιο συγκεκριμένα, η Διεθνής Ένωση Εταιρειών Κρουαζιέρας (CLIA) δημοσίευσε στη φετινή της έκδοση για τον κλάδο τα τελευταία δεδομένα αναφορικά με τη βιωσιμότητα που επιθυμεί να πετύχει ο κλάδος εν συνόλω τα επόμενα χρόνια. Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί η σημαντική προσπάθεια του κλάδου στην αλλαγή καυσίμου για την πρόωση των πλοίων, καθώς ήδη τα επόμενα χρόνια το 52% των κρουαζιερόπλοιων θα χρησιμοποιεί LNG αντί για πετρέλαιο. Επίσης, σημαντικά βήματα έχουν ήδη γίνει αναφορικά με τα συστήματα καθαρισμού καυσαερίων έτσι ώστε να μειώνονται αισθητά οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί πως όλα τα κρουαζιερόπλοια που βρίσκονται στη διαδικασία κατασκευής θα φέρουν πλέον συστήματα προηγμένης επεξεργασίας λυμάτων για τη μείωση της ρύπανσης που επιφέρουν στην ατμόσφαιρα.

Οι ελληνικοί λιμένες και το μέλλον

Ήδη το Υπουργείο Τουρισμού, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής έχει κάνει σημαντικά βήματα ώστε να καταστήσει τον τουρισμό της κρουαζιέρας ένα σημαντικό κομμάτι της τουριστικής βιομηχανίας της χώρας μας. Πιο συγκεκριμένα, από πέρσι το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ξαναέγινε λιμάνι home-port μετά από 15 χρόνια, καθώς το πλοίο «Celestyal Olympia» διάλεξε τη Θεσσαλονίκη ως σημείο έναρξής του. Ομοίως, το λιμάνι του Πειραιά συνεχίζει να έχει μια σταθερή πορεία ως λιμάνι home-port για αρκετά πλοία κρουαζιέρας, οδεύοντας προς μια σταθερή πορεία για φέτος.

Μολαταύτα, παρά τις ιδιαίτερες θετικές αλλαγές που έχουν γίνει στον κλάδο, οι διαρκώς μεταβαλλόμενες προκλήσεις παραμένουν ένας παράγοντας που πρέπει να αντιμετωπίσουμε εκ νέου. Τόσο η αναταραχή στην περιοχή λόγω του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, βραχυπρόθεσμα, όσο και η ανάγκη των εταιρειών για ελλιμενισμό σε λιμάνια με πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας είναι οι μελλοντικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν ώστε ο κλάδος της κρουαζιέρας να αναπτυχθεί περαιτέρω και να αποτελέσει έναν από τους κύριους πυλώνες της ναυτιλιακής και τουριστικής μας βιομηχανίας.

*  Ο Δρ Κωνσταντίνος Μελάς είναι υπεύθυνος ακαδημαϊκών προγραμμάτων στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο στο campus της Θεσσαλονίκης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επιμελείται τον ιστότοπο www.kdmelas.eu