Μια τετραετία μετά την ολοκλήρωση των Μνημονίων είναι πολλές οι ενδείξεις ότι η πολιτική ηγεσία δεν άντλησε τα σωστά διδάγματα ως προς την αναγκαιότητα της δημοσιονομικής σταθερότητας

του Φραγκίσκου Κουτεντάκη*

Το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής, γνωστό και ως Μνημόνιο, που εφάρμοσε η Ελλάδα από τον Μάιο του 2010 μέχρι τον Αύγουστο του 2018, ήταν αναμφίβολα μια τραυματική εμπειρία. Ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη τα πολυάριθμα προσωπικά δράματα που γέννησε η κρίση και περιοριστούμε στα ψυχρά στοιχεία, συγκρίνοντας την Ελλάδα του 2009 με εκείνη του 2018, η εικόνα που προκύπτει είναι εξόχως αποκαλυπτική.

Η καταστροφή

Το ΑΕΠ, σε πραγματικούς όρους, μειώθηκε από τα 237 δισ. το 2009 στα 187 δισ. το 2018, δηλαδή κατά 50 δισ. ευρώ, ή 21%. Σε κατά κεφαλήν όρους, η μείωση ήταν κάπως μικρότερη, σχεδόν 18%, πέφτοντας στο 62% του μέσου όρου της Ευρωζώνης από το 86% που βρισκόταν το 2009. Η διαφορά στην ποσοστιαία μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με το συνολικό οφείλεται σε μια σοβαρή δημογραφική απώλεια 350 χιλιάδων ατόμων, από συνολικό πληθυσμό 11,1 εκατ. το 2009 σε 10,7 εκατ. το 2018. Ακόμα χειρότερα, ο πληθυσμός κάτω των 65 ετών μειώθηκε κατά 600 περίπου χιλιάδες αλλά αντισταθμίστηκε από την αύξηση του πληθυσμού άνω των 65 ετών κατά 250 χιλιάδες. Το μειωμένο εργατικό δυναμικό δεν βοήθησε και πολύ στο ποσοστό ανεργίας, που από το 9,8% το 2009 έφτασε το 19,7% το 2018, δηλαδή αυξήθηκε κατά 10 περίπου μονάδες. Ειδικά στην ανεργία των νέων η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη, αφού από το 26% έφτασε το 41%, δηλαδή αυξήθηκε κατά 15 μονάδες. Αναμενόμενα, το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού ακολούθησε παρόμοια πορεία, από το 27,6% το 2009 στο 31,8% το 2018. Μέχρι και το 2021 κανένα από τα παραπάνω μεγέθη δεν είχε επιστρέψει στα επίπεδα του 2009.

Αυτή η οικονομική καταστροφή δεν ήταν, φυσικά, ουρανοκατέβατη αλλά η συνέπεια της χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους, της πέμπτης κατά σειρά στους δύο αιώνες ύπαρξής του. Η δημοσιονομική κρίση που εκδηλώθηκε στα τέλη του 2009 έφερε σε μερικούς μήνες ένα έκτακτο σχέδιο οικονομικής βοήθειας μαζί με ένα πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής υπό την επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της λεγόμενης τρόικας. Φυσικά, η κρίση δεν ήταν μόνο δημοσιονομική αλλά συνοδευόταν από μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, εκτίναξη του ιδιωτικού χρέους και η ύφεση είχε ήδη ξεκινήσει. Επίσης, χωράει πολλή συζήτηση για τα λάθη και τα σωστά στον σχεδιασμό και την επιτήρηση του όλου προγράμματος από την Τρόικα, αλλά και στην ανταπόκριση και διαχείριση από το ελληνικό πολιτικό προσωπικό. Δεν θα μας απασχολήσουν εδώ τέτοια ζητήματα αλλά ο βαθμός στον οποίο επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του προγράμματος, που δεν ήταν άλλος από τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Το 2009 το πρωτογενές έλλειμμα ξεπερνούσε τα 24 δισ. ευρώ, δηλαδή κάτι παραπάνω από 10% του ΑΕΠ. Το 2018 έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 7,5 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας το 4% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή προσαρμογή 14 και πλέον μονάδων του ΑΕΠ, εκ των οποίων οι 10 μονάδες προήλθαν από τα υψηλότερα έσοδα και οι 4 μονάδες από τις μειωμένες δαπάνες. Ουσιαστικά, το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής προήλθε από τα έσοδα, πράγμα εύλογο αν αναλογιστεί κανείς ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν βρισκόταν στην πλευρά των δαπανών αλλά στην πλευρά των εσόδων. Από την άλλη πλευρά, το χρέος του 2018 ήταν σαφώς υψηλότερο από εκείνο του 2009. Σε ονομαστικούς όρους, από 301 δισ. το 2009 έφτασε στα 335 δισ. το 2018, κι αυτό παρά τη μείωση κατά 50 περίπου δισ. με το PSI του 2012. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η αύξηση ήταν ακόμα πιο έντονη, από 127% το 2009 σε 186% το 2018. Όμως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι πόσα χρωστάει κανείς αλλά πόσα πρέπει να πληρώσει. To 2009 το ελληνικό κράτος δαπάνησε 41 δισ. ευρώ (17,5% του ΑΕΠ) για την εξυπηρέτηση χρέους, ενώ το 2018 δαπάνησε 13 δισ. ευρώ (7,4% του ΑΕΠ). Αυτή η τεράστια εξοικονόμηση της τάξης των 10 μονάδων του ΑΕΠ στην εξυπηρέτηση χρέους ήταν το αποτέλεσμα των ρυθμίσεων που έγιναν και διασφάλισαν τη βιωσιμότητά του. Με λίγα λόγια, η Ελλάδα κατάφερε να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική σταθερότητα.

Τα οφέλη

Όμως, δεν ήταν μόνο η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών αλλά και η βελτίωση της δημοσιονομικής τεχνογνωσίας του ελληνικού κράτους. Η ουσιαστική αναβάθμιση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και ιδιαίτερα της δυνατότητάς του να παρακολουθεί την οικονομική κατάσταση στο σύνολο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αυτού που ονομάζεται Γενική Κυβέρνηση, ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας. Αρκεί να συγκρίνει κανείς τους προϋπολογισμούς και τις δημοσιονομικές αναφορές πριν και μετά το 2009 για να αντιληφθεί την τεράστια πρόοδο που σημειώθηκε στη διάρκεια της δεκαετίας. Οι πολυετείς προβλέψεις στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, η τυποποίηση του πλαισίου των Δημόσιων Συμβάσεων, η συγκέντρωση των ταμειακών διαθεσίμων στον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου, η εφαρμογή των διεθνών προτύπων στο νέο Λογιστικό Σχέδιο αποτελούν κάποιες από τις κρίσιμες μεταρρυθμίσεις του πλαισίου δημοσιονομικής διαχείρισης (Public Financial Management) που βελτίωσαν εντυπωσιακά την ικανότητα του ελληνικού κράτους να καταγράφει και να επιτηρεί τα οικονομικά του μεγέθη με βάση διεθνείς κανόνες. Παρότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις απασχόλησαν ελάχιστα την κοινή γνώμη, η σημασία τους ήταν τεράστια. Όχι μόνο γιατί συνέβαλαν στην αξιοπιστία του ελληνικού κράτους στις διεθνείς αγορές αλλά και γιατί δημιούργησαν ένα πλαίσιο διαφάνειας και λογοδοσίας στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

Τα διδάγματα

Αν η δημοσιονομική κρίση ήταν η βασική αιτία των μνημονίων και η αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας –με το ανάλογο οικονομικό και κοινωνικό κόστος– ήταν το βασικό τους αποτέλεσμα, αξίζει να αναρωτηθούμε για τα πολιτικά διδάγματα που άφησε, αν άφησε, πίσω της αυτή η περιπέτεια. Ένα αυθόρμητο ερώτημα είναι αν άξιζε τον κόπο, για την ακρίβεια αν άξιζε να υποστεί η ελληνική οικονομία και κοινωνία όλες αυτές τις απώλειες προκειμένου να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική ισορροπία. Όμως, το ερώτημα είναι μάλλον άνευ σημασίας καθώς σε καμία περίπτωση το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος του 2009 δεν θα μπορούσε να συνεχίσει στην ίδια πορεία και να αποφύγει την επώδυνη προσαρμογή. Όταν ένα κράτος αναλαμβάνει περισσότερες οικονομικές υποχρεώσεις από όσες μπορεί να εξυπηρετήσει, αργά η γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπο με δυσάρεστες επιλογές που θα κληθούν να πληρώσουν όλοι, στον έναν ή τον άλλο βαθμό. Είτε μέσω των Μνημονίων είτε μέσω άλλων τρόπων (όπως μια έξοδος από την Ευρωζώνη) η Ελλάδα θα αναγκαζόταν να συρρικνώσει την ιδιωτική της οικονομία και να επεκτείνει το μερίδιο που της αποσπά το κράτος. Δεν υπάρχουν ούτε μαγικές λύσεις, ούτε από μηχανής θεοί που θα βγάλουν μια χρεοκοπημένη χώρα από τη δύσκολη θέση. Επομένως, το ελάχιστο δίδαγμα που μπορεί να βγάλει κανείς είναι πως η δημοσιονομική σταθερότητα δεν είναι κάτι που επιβάλλουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες, οι διεθνείς αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης, αλλά θεμελιώδης συνθήκη οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας.

Θα περίμενε κανείς ότι τόσο το πολιτικό προσωπικό όσο και οι πολίτες θα κατανοούσαν αυτό το απλό συμπέρασμα. Θα έλπιζε κανείς, πιο αισιόδοξα, ότι θα ενσωμάτωναν αυτό το δίδαγμα στις επιλογές και συμπεριφορές τους και θα αναλάμβαναν τη δημοσιονομική ευθύνη της χώρας τους χωρίς να χρειάζονται εξωτερικές παραινέσεις και πιέσεις. Όμως, ο τρόπος που διαχειρίζεται και συζητάει τα δημόσια οικονομικά το πολιτικό προσωπικό και η απήχηση που έχει στο εκλογικό σώμα δεν εμπνέουν αισιοδοξία. Οι οριζόντιες επεκτατικές πολιτικές της πανδημίας χωρίς κριτήρια και στόχευση, η ανησυχητική εκτίναξη των απευθείας αναθέσεων, οι παροχές και φοροαπαλλαγές χωρίς κανένα συνεκτικό σχέδιο με μόνο κριτήριο την ικανοποίηση επιμέρους ομάδων ψηφοφόρων, οι πολιτικές πιέσεις για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, είναι ενδεικτικά της άρνησης κατανόησης. Όπως διάβασα πρόσφατα κάπου, όσοι δεν ξέρουν Ιστορία είναι αναγκασμένοι να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη και όσοι ξέρουν Ιστορία είναι αναγκασμένοι να βλέπουν αυτούς που δεν ξέρουν Ιστορία να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη.


* Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης είναι συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή