Κύπρος και Αιγαίο για μιαν ακόμη φορά στους εσωτερικούς πολιτικούς υπολογισμούς

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικά, η επιμελώς σκηνοθετημένη επίσκεψη Ερντογάν στα Κατεχόμενα άφησε πίσω της αφενός την παγιωμένη θέση για «λύση» δυο Κρατών στην Μεγαλόνησο (με όλο το διεθνές σύστημα, πάντως ΗΠΑ, Ρωσία και ΕΕ να αντιτίθενται με τον πιο απόλυτο τρόπο-φραστικά) αλλά και την απόφαση για άνοιγμα μικρού τμήματος των Βαρωσίων/της περίκλειστης Αμμοχώστου (με πρόσκληση προς όποιον ΕλληνοΚύπριο το επιθυμεί να επανέλθει στο σπίτι η το ξενοδοχείο του, υπό ΤουρκοΚυπριακή διοίκηση).

Το ενδεχόμενο πίσω και πέρα από την διπλή αυτή ακρότητα χειρισμού να βρίσκεται προσπάθεια της Άγκυρας – μαζί με το καθεστώς Ερσίν Τατάρ στην Βόρεια Κύπρο – να γείρει προς μια κατεύθυνση Συνομοσπονδίας η όποια μελλοντική συζήτηση για το Κυπριακό (υπό την αιγίδα του όλο και πιο αμήχανου Γ.Γ. του ΟΗΕ) είναι υπαρκτό. Όμως ο τρόπος χειρισμού από πλευράς Άγκυρας δεν δείχνει προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά προς νέα/αναβαθμισμένη διατάραξη των ισορροπιών σε Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο. Όσο, δε, κατασταλάζει η άλλη Τουρκική κίνηση των τελευταίων ημερών – δηλαδή η ενώπιον του ΟΗΕ ανακίνηση θέματος αποστρατικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, όχι όμως με την παλιότερη εκδοχή αλλά με παράλληλη αμφισβήτηση (σε ΑΥΤΗ τη βάση…) των πλήρων δικαιωμάτων των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες, η εκδοχή περί επώασης συνειδητής κρίσης από την Άγκυρα επανέρχεται.

Οι τουρκικές αυτές κινήσεις έχουν τέτοιο στοιχείο ακρότητας, που δεν είναι εύκολο να αγνοηθούν ως εκδήλωση brinkmanship/ριψοκίνδυνης διπλωματίας. Ενώ έτσι διαμορφώνεται το άμεσο σκηνικό στο – θυμόσαστε την εκ των υστέρων σαρκαστική διατύπωση; – «ήρεμο καλοκαίρι» των ΕλληνοΤουρκικών.

Ένα στοιχείο που είναι πάντως χρήσιμο να μην ξεφεύγει από την προσοχή μας είναι ότι και οι δύο χώρες – Τουρκία και Ελλάδα – έχουν στον εκλογικό τους ορίζοντα καίριες αναμετρήσεις σε ορίζοντα 2023. «Πολύ μακρινός ορίζοντας», θα πει κανείς: σωστό και λάθος! Πρώτα-πρώτα, επειδή διαδικασίες που. θα μπορούσαν να πορευθούν (πολύ περισσότερο να καταλήξουν…) σε παραπομπή των διαφορών των δυο χωρών σε διεθνείς δικαιοδοτικούς ή και διαιτητικούς θεσμούς – συζήτηση περί Χάγης, την θυμόσαστε, – ούτως ή άλλως απαιτούν χρόνο πολύ για σοβαρές διαπραγματεύσεις (στην θέση διερευνητικών επαφών), για πορεία προς συνυποσχετικό, για απόσβεση εσωτερικών κραδασμών. Δεύτερον, επειδή παρόμοιες διαδικασίες δρομολογούνται συνήθως αφού πρώτα «ανέβει» η ένταση – θυμηθείτε και το περσινό υπέρθερμο καλοκαίρι, πώς μας έφερε διερευνητικές και Μητσοτάκη-Ερντογάν. Τρίτον, επειδή η υπαγόρευση του διεθνούς παράγοντα παίζει πάντα ρόλο στην ευρύτερη περιοχή μας: δύσπεπτο, αλλά έτσι είναι…

Το πρόβλημα είναι πως το εκλογικό ημερολόγιο των δυο χωρών δεν είναι συντονισμένο εποικοδομητικά, όπως συντονισμένα δεν είναι και τα πολιτικά/κομματικά συμφέροντα που σέρνουν τον χορό. Δείτε: ο ευρισκόμενος σε δημοσκοπική υποχώρηση, μετά από θητεία άνω της δεκαετίας και μάλιστα με ακραία κυριαρχία στο πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται σε σημαντική δημοσκοπική ύφεση – γι αυτό και προ μηνών γινόταν λόγος για ανασχηματισμό διεύρυνσης μέχρι και με Τανσού Τσιλέρ σε ρόλο ΥΠΕΞ – ενώ είναι και αντιμέτωπος με ουσιαστική, πλέον, οικονομική κρίση. Πρόωρες εκλογές έχουν συζητηθεί αρκετές φορές, όμως περισσότερο εκείνο που συζητιέται στην Τουρκία (στην δυτικόστροφη Πόλη, πάντως) είναι η τακτική της οξύτητας σε Κύπρο και Αιγαίο ακριβώς εκεί να στοχεύει μετά τις «ενέσεις υπερηφάνειας» σε Ναγκόρνο Καραμπάχ και Λιβύη: στην δημιουργία κλίματος μόνιμης εκλογικής ετοιμότητας.

Στην Ελλάδα, πάλι, η Κυβέρνηση Μητσοτάκη καταγράφει δημοσκοπικά υψηλές πτήσεις. ακριβέστερα, η Αντιπολίτευση δεν κατορθώνει να πάρει ύψος. Όχι πως λείπουν κι εδώ φημολογίες περί πρόωρων εκλογών – όμως η παγίδα της διπλής εκλογικής αναμέτρησης (λόγω πρώτης κάλπης με απλή αναλογική) καθώς και το εν εξελίξει τέταρτο κύμα του κορωνοϊού (πώς ρισκάρεις δυο προεκλογικές εκστρατείες π.χ. το φθινόπωρο, με κρούσματα στις χιλιάδες;) δημιουργούν διαφορετικό σκηνικό. Σ’ εμάς, όμως, υπάρχει και το άλλο: η ίδια η Κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζει εσωτερικό «κόφτη» στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Όταν στο πολύ λιγότερο επικίνδυνο Μακεδονικό ο Πρωθυπουργός βρέθηκε αντιμέτωπος με απαγορευτικό Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή (για την υλοποίηση της Συμφωνίας των Πρεσπών)  και έκανε πίσω, πώς ακριβώς, τώρα, θα αντιμετωπίσει την σταθερή υπόδειξη Σαμαρά για πάγωμα των διερευνητικών – και, πολύ περισσότερο, οποιωνδήποτε αληθινών διαπραγματεύσεων – σε ΕλληνοΤουρκικά με Κυπριακό στο βάθος;

Για μια ακόμη φορά, η Αθήνα θα σταθεί μάλλον στην λογική της ακινησίας («δόγμα Μολυβιάτη»), με την Άγκυρα να αποκόπτεται όλο και περισσότερο από το διεθνές/δυτικό consensus. Άσχημη προοπτική.