Η Αθηνά γέννησε τον Αρχιμήδη

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

ΕΡΕΥΝΑ

του Απόστολου Λακασά

Δύο κορυφαίοι διεθνώς Έλληνες επιστήμονες και πανεπιστημιακοί, ο Χρίστος Παπαδημητρίου του MIT και ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης του Columbia, «επιστρέφουν» στην Ελλάδα για να συμβάλουν στη δημιουργία ερευνητικής μονάδας με αντικείμενο την τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη δεδομένων και τους αλγορίθμους. Ο «Αρχιμήδης», όπως ονομάστηκε η μονάδα, θα αποτελέσει δίαυλο επικοινωνίας των ελληνικών πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων με διεθνείς φορείς έρευνας και θα αξιοποιήσει το ελληνικό ερευνητικό δυναμικό. Στο πλαίσιο αυτό θα χρηματοδοτεί επισκέπτες ερευνητές και υποψήφιους διδάκτορες. Τρίτο μέλος της ιδρυτικής ομάδας του «Αρχιμήδη» είναι ο διεθνούς εμβέλειας καθηγητής του ΕΜΠ Τίμος Σελλής.

Στην αιχμή του επιστημονικού γίγνεσθαι

«Για την Ελλάδα είναι μια καταπληκτική εξέλιξη!» παρατηρεί μιλώντας στην Οικονομική Επιθεώρηση ο Γιάννης Εμίρης, γενικός διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά», στο οποίο «ο “Αρχιμήδης” θα λειτουργεί ως ανεξάρτητη μονάδα». «Οι ιδρυτές της διαθέτουν διεθνή ακτινοβολία και θα αναγάγουν τη νέα Μονάδα σε σημείο αναφοράς εκτός των συνόρων. Θα δώσει στους ερευνητές μας, και κυρίως στους νέους ερευνητές, στους οποίους ουσιαστικά απευθύνεται ο “Αρχιμήδης”, την ευκαιρία να συμμετάσχουν ενεργά στην αιχμή του παγκόσμιου επιστημονικού γίγνεσθαι. Οι δράσεις που σχεδιάζονται θα ενθαρρύνουν την καινοτομία και θα θέσουν ισχυρό ανάχωμα στη φυγή εγκεφάλων. Στην τελική της μορφή, η Μονάδα θα περιλαμβάνει περίπου 30 Επικεφαλής Ερευνητές, εργαζόμενους σε ελληνικά πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα, αλλά και σε ιδρύματα του εξωτερικού. Ο αριθμός των νέων ερευνητών θα είναι τουλάχιστον διπλάσιος» λέει ο Γ. Εμίρης.

Η δομή «Αρχιμήδης» θα στελεχωθεί από περίπου 120 άτομα ερευνητικό και διδακτορικό προσωπικό. Ο προϋπολογισμός, που περιλαμβάνει την κατασκευή κτηριακών και ψηφιακών υποδομών και την απόκτηση του απαιτούμενου εξοπλισμού, ανέρχεται σε 21,4 εκατομμύρια ευρώ έως το 2025. Η Μονάδα θα χρηματοδοτηθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Την προσεχή άνοιξη αναμένεται να προκηρυχθούν οι πρώτες προσκλήσεις ενδιαφέροντος για συνεργαζόμενους ερευνητές για τον «Αρχιμήδη». Τα πεδία ενδιαφέροντος του «Αρχιμήδη» αφορούν την τεχνητή νοημοσύνη, συνοδευόμενη από την επιστήμη δεδομένων και τους αλγορίθμους, βρίσκονται στην αιχμή της σύγχρονης επιστήμης και σχετίζονται με μια πλειάδα οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.

 

Το ερευνητικό κέντρο Αθηνά

«Οι τομείς αυτοί αλληλοσυμπληρώνονται με τις ερευνητικές περιοχές του “Αθηνά”, το οποίο είναι το μοναδικό ερευνητικό κέντρο εστιασμένο στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, ενώ έχει να επιδείξει ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών από την ιατρική και τη βιολογία μέχρι τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τον πολιτισμό, περνώντας από τη ρομποτική, τα βιομηχανικά συστήματα και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Το κέντρο περιλαμβάνει τρία ινστιτούτα και, πλέον, 7 Μονάδες, σε Αθήνα, Πάτρα και Ξάνθη» παρατηρεί ο Γ. Εμίρης. Το ερευνητικό κέντρο «Αθηνά» έχει άλλωστε καταφέρει μια σημαντική επιτυχία, την εξαγορά της Innoetics από τη Samsung. Πρόκειται για ελληνική εταιρεία που ιδρύθηκε το 2006 από ερευνητές του Ινστιτούτου Επεξεργασίας του Λόγου (ΙΕΛ) του «Αθηνά» με στόχο την αξιοποίηση της έρευνάς τους στη μετατροπή κειμένου σε ομιλία. Οι τεχνολογίες αυτές προσφέρουν ένα καίριο εργαλείο στην επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής. Το ΙΕΛ έχει αντίστοιχες εφαρμογές στη γλωσσική τεχνολογία και τον ψηφιακό πολιτισμό. «Η εξαγορά της Innoetics από έναν κολοσσό όπως η Samsung καταδεικνύει πώς η βασική έρευνα μπορεί να οδηγήσει σε καινοτομία παγκόσμιας εμβέλειας. Αποτελεί μία από τις οκτώ μεγαλύτερες επενδυτικές κινήσεις των τελευταίων ετών σε ελληνική εταιρεία υψηλής τεχνολογίας και τη σπουδαιότερη εξαγορά τεχνοβλαστού από τον ακαδημαϊκό χώρο. Η καινοτομία βρίσκεται στο DNA του Κέντρου μας, και η Innoetics δεν ήταν μια μεμονωμένη προσπάθεια. Σήμερα το “Αθηνά” συμμετέχει σε πέντε νεοφυείς επιχειρήσεις, ένα Κέντρο Ικανοτήτων και μια συστάδα καινοτομίας» τονίζει ο Γ. Εμίρης.

 

Στοίχημα η γέφυρα με την αγορά

Το στοίχημα βέβαια της γεφύρωσης των ερευνητικών κέντρων με την οικονομία και την αγορά είναι διεθνές, όμως στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο με δεδομένο ότι ο ερευνητικός βραχίονας των μεγάλων τουλάχιστον ελληνικών επιχειρήσεων είναι ισχνός. Χαρακτηριστικά, στην Ελλάδα, το 99% των επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες, άρα με πολύ χαμηλή δυνατότητα να έχουν δικά τους τμήματα Έρευνας και Ανάπτυξης.

Το 0,6% του ΑΕΠ αντιστοιχεί σε δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα (λιγότερο από το μισό του μέσου όρου της ΕΕ). Καθώς για την παραγωγή διεθνούς επιπέδου έρευνας χρειάζονται σημαντικές επενδύσεις, ακριβές υποδομές και εκτενής δικτύωση, γίνεται κατανοητό ότι δεν είναι εύκολο για την ελληνική βιομηχανία να αναπτύξει τέτοιο ρόλο. Άρα απαιτείται μεγαλύτερη κινητοποίηση από την Πολιτεία και τα ερευνητικά κέντρα. «Η ενίσχυση οργανωμένων δομών για τη μεταφορά τεχνολογίας και την επιχειρηματικότητα έχει τονωθεί τα τελευταία χρόνια και πιο πρόσφατα από μια σχετική δράση της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας. Η πλειονότητα των ερευνητικών κέντρων τεχνολογικής κατεύθυνσης, όπως και τα μεγάλα ΑΕΙ, έχουν δημιουργήσει τεχνολογικά πάρκα, εκκολαπτήρια ή άλλες δομές ενθάρρυνσης της καινοτομίας. Πρόσφατα ψηφίστηκε νέο θεσμικό πλαίσιο για τους τεχνοβλαστούς που δίνει κίνητρα στους ερευνητές και τους καθηγητές που θα αφοσιωθούν στην καινοτομία. Το στοίχημα βέβαια παραμένει ιδιαίτερα σύνθετο λόγω του μεγέθους της εγχώριας αγοράς. Γι’ αυτό τον λόγο η εξωστρέφεια προς το εξωτερικό αποτελεί τη βασική μου συμβουλή προς τις νεοφυείς επιχειρήσεις» λέει ο γενικός διευθυντής του «Αθηνά».

 

Η έρευνα στο υπουργείο Ανάπτυξης;

Η κυβέρνηση πάντως επικρίνεται για την απόφασή της για υπαγωγή των ερευνητικών κέντρων στο Υπουργείο Ανάπτυξης από το Υπ. Παιδείας. Η ίδια δηλώνει ότι θέλησε να ενισχύσει τον ρόλο των ερευνητικών κέντρων στην καινοτομία και τη μεταφορά τεχνολογίας προς τις επιχειρήσεις και την κοινωνία. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Γ. Εμίρης, «δεν βοήθησε στην αντιμετώπιση του κατακερματισμού του ερευνητικού χώρου που παρατηρείται ιστορικά στη χώρα μας. Σήμερα γίνονται προσπάθειες για την ενοποίηση του ευρύτερου χώρου έρευνας, περιλαμβάνοντας και άλλους φορείς εκτός των δύο αυτών υπουργείων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχει στενή διασύνδεση ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων στα ερευνητικά και τα εκπαιδευτικά θέματα, καθώς και σε δράσεις καινοτομίας με διεύρυνση της συμπληρωματικότητας σε τομείς εθνικής σημασίας».

Ταυτόχρονα, ο Γ. Εμίρης, έχοντας γνώση και για την κατάσταση στα πανεπιστήμια καθώς είναι καθηγητής στο τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών, αντικρούει τη θέση ότι τα ερευνητικά κέντρα μοιάζουν να είναι ο φτωχός συγγενής των ΑΕΙ προς το ερευνητικό έργο. «Τα ερευνητικά κέντρα απασχολούν σαφώς λιγότερο προσωπικό και δεν διαθέτουν τους ίδιους πόρους με τα ΑΕΙ. Ιστορικά μάλιστα έχουν υποστηριχθεί σε πολύ μικρότερο βαθμό από κρατικούς πόρους. Επομένως, η όποια σύγκριση δεν είναι εύκολο να γίνει και μάλλον καταδεικνύει την αντίστροφη εικόνα, δηλαδή πως τα ερευνητικά αναλογικά παράγουν μεγαλύτερο ερευνητικό έργο, αν θεωρήσουμε τους πόρους που προσελκύουν» δηλώνει, τονίζοντας: «Τα ερευνητικά κέντρα έχουν ισχυρή επίδοση στην προσέλκυση πόρων από ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως αυτά του πλαισίου Horizon 2020, το οποίο έληξε πέρυσι. Δείτε, οι πρώτες 10 θέσεις ελληνικών ιδρυμάτων ως προς τη χρηματοδότηση από το Horizon 2020 σε απόλυτους αριθμούς μοιράζονται μεταξύ ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων! Επίσης, η προσέλκυση πόρων είναι 4 με 9 φορές μεγαλύτερη από την κρατική επιχορήγηση. Για παράδειγμα, το “Αθηνά” το 2021 προσέλκυσε σχεδόν 10 εκατομμύρια ευρώ (περισσότερα από τα μισά από την ΕΕ) πέραν των 2 εκατομμυρίων της κρατικής ενίσχυσης, με ένα ανθρώπινο δυναμικό λιγότερο των 400 ατόμων, όπου προσμετρώ τους συνεργαζόμενους ερευνητές, καθηγητές και φοιτητές. Γι’ αυτό συνηθίζω να λέω πως η έρευνα αποτελεί μια βαριά βιομηχανία για την Ελλάδα, η οποία επιπλέον διατηρεί παγκόσμιες πρωτιές, όπως στην περίπτωση του “Αρχιμήδη” και της Innoetics!»