Παρόλες τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ –η μονάρχης με τη μακρότερη βασιλεία– ενίσχυσε τη μοναρχία

«Δηλώνω επίσημα μπροστά σε όλους σας ότι όλη μου η ζωή –είτε αποδειχθεί μακρά, είτε σύντομη– θα αφιερωθεί στην υπηρεσία σας και στην υπηρεσία της μεγάλης μας αυτοκρατορικής οικογένειας, στην οποία όλοι μας ανήκουμε». Η εικόνα είναι θολή, ο ήχος κάνει παράσιτα, το πρόσωπο είναι σκοτεινό λόγω κακού φωτισμού και η εκφορά του λόγου είναι κοφτή, θυμίζει άλλες εποχές. Αλλά και πάλι, ο όρκος που εκφωνείται με μια λεπτή, σταθερή φωνή η οποία ακούγεται πολύ νεανική για την επισημότητα που συνοδεύει ακούγεται με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Η γυναίκα κοιτάζει κατευθείαν προς την κάμερα, ύστερα το βλέμμα της φεύγει πλάγια, σαν από ανασφάλεια, καθώς εν τέλει δεν ήταν παρά ένα νεαρό κορίτσι.

Πρόκειται για την Πριγκίπισσα Ελισάβετ, το 1947, όταν απευθυνόταν στην Αυτοκρατορία (με αφορμή τα 21α γενέθλιά της) από τη Νότια Αφρική. Η θέρμη με την οποία κατέθετε την υπόσχεσή της εκείνη εκπήγαζε από την εμπειρία που είχε ήδη αποκτήσει – την εμπειρία του Πολέμου, όπου τόσο πολλοί είχαν θυσιάσει τόσα, πλην όμως και την εικόνα του θείου της να εγκαταλείπει το χρέος του για να παντρευτεί τη γυναίκα που αγαπούσε, καθώς και την εικόνα του πατέρα της, που είχε ως εκ τούτου πιεστεί να αναλάβει καθήκοντα που και δεν ήθελε και για τα οποία δεν ήταν κατάλληλος. Μετά από περισσότερες από 7 δεκαετίες, σ’ έναν κόσμο όπου έχει κυριαρχήσει ο ατομικισμός και στον οποίο η έννοια του καθήκοντος αποτελεί αχαϊκή μνήμη, ενώ η αυτοπραγμάτωση αποτελεί το κυρίαρχο αγαθό, η υπόσχεση εκείνη ακούγεται αναχρονισμός και τυπολατρία. Όμως η ίδια την εννοούσε την υπόσχεση που έδωσε.

Το να τηρηθεί η υπόσχεση δεν υπήρξε πάντως εύκολη υπόθεση. Ο ρόλος της μοναρχίας συνεπάγεται σταθερή παρουσία στη δημόσια σκηνή, με ταυτόχρονη όμως τήρηση των προσωπικών απόψεων μακριά από τη δημοσιότητα. Κάθε ίχνος μεροληψίας θα είχε υπονομεύσει την ικανότητά της να αντιπροσωπεύει το σύνολο των συμπατριωτών της. Αντ’ αυτού, κατόρθωσε να δείχνει πάντοτε ότι ενδιαφερόταν, χωρίς ωστόσο να λέει κάτι που να προκαλεί ενδιαφέρον. Αυτός ο απαρέγκλιτος επαγγελματισμός συνέβαλε στο να εξασφαλισθεί η επιβίωση της βρετανικής μον αρχίας.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι ταξικές εντάσεις ήταν τόσο έντονες ώστε πολλοί προέβλεπαν το τέλος της μοναρχίας – ακόμη και μεταξύ εκείνων που την προσωποποιούσαν. Ο Εδουάρδος Ζ΄ ήταν τόσο μελαγχολικός με το κλίμα του έθνους στα χρόνια του που κάποτε συνέστησε τον γιο του (τον μέλλοντα Γεώργιο Ε΄) ως τον «τελευταίο βασιλιά της Αγγλίας». Όταν έγινε βασιλιάς ο Γεώργιος Στ΄, ο πατέρας της Ελισάβετ, φοβόταν ότι η μοναρχία «θα αποσαρθρωνόταν» υπό την πίεση της κρίσης της παραίτησης του αδελφού και προκατόχου του.

 

Η χώρα στην οποία γεννήθηκε η Ελισάβετ, όπως άλλωστε και η χώρα στην οποία τερμάτισε τη ζωή της, ήταν ταραγμένη και διχασμένη. Ο υπουργός Εσωτερικών –ο οποίος οφείλει να είναι παρών στη γέννηση κάθε μέλους της βασιλικής οικογένειας, ακόμη και μικρότερης σημασίας– κλήθηκε να προσέλθει στις 21 Απριλίου 1926 ενώ βρισκόταν στο μέσο διαπραγματεύσεων για την αποτροπή γενικής απεργίας. Όταν γεννήθηκε η Ελισάβετ, υπήρξε μεν ευρύτερο ενδιαφέρον, αλλά επειδή όλοι στον Τύπο επιθυμούσαν να ακουστεί κάποια θετική είδηση. Καθώς όμως δεν ήταν παρά η ανιψιά του άγαμου διαδόχου, η γέννησή της δεν θεωρήθηκε σπουδαίο γεγονός […].

Μια κληρονομιά που κανείς δεν ήθελε

Το 1936 έπεσε κεραυνός: ο θείος της Ελισάβετ, ο κανονικός διάδοχος του θρόνου, ήταν αποφασισμένος να παντρευτεί με την Ουόλις Σίμσον, οπότε ο πρωθυπουργός Στάνλεϊ Μπόλντουιν έκρινε ότι, επειδή η Σίμσον ήταν διαζευγμένη, δεν ήταν δυνατόν να το πράξει και να παραμείνει βασιλιάς. Ενώ λοιπόν παλιότερα το στέμμα έκανε τα μέλη της βασιλικής οικογένειας να παλεύουν και να σκοτώνουν, ο Εδουάρδος Η΄ παραιτήθηκε από τον θρόνο εκουσίως. Σύμφωνα με τη γιαγιά της, όταν η Ελισάβετ άκουσε ότι ο πατέρας της θα γινόταν βασιλιάς, άρχισε «να προσεύχεται με όλη την καρδιά της να αποκτήσει αδελφό».

Τελικά όμως δεν παρεξέκλινε. Μόνο θέμα στο οποίο ήταν ανυποχώρητη, τα θέματα της καρδιάς: είχε συναντήσει ως έφηβη τον Φίλιππο της Ελλάδας και τον ερωτεύθηκε. Ήταν ένας απένταρος νεαρός βασιλικής καταγωγής, που χρειάστηκε να κοιμηθεί σε τελάρο για μεταφορά πορτοκαλιών όταν η οικογένειά του φυγαδεύτηκε από την Κέρκυρα […]

Είχαν ζήσει μόνον 5 χρόνια παντρεμένοι, όταν (τον Φεβρουάριο 1952) ο πατέρας της, φανατικός καπνιστής, αφού διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα, πέθανε. Τότε, ξεκίνησε η δουλειά της για τα επόμενα 70 χρόνια. Τυπικός πυρήνας της δουλειάς αυτής ο ρόλος της επικεφαλής του κράτους, με παρουσία στις υψηλές τελετές του έθνους: έναρξη των εργασιών του Κοινοβουλίου, επισκέψεις από (και προς) ηγέτες άλλων κρατών […]. Το κέντρο της προσοχής της, ωστόσο, ήταν στο εσωτερικό: η δική της πρόσληψη της μοναρχίας ήταν ότι στόχο είχε να διατηρήσει την αίσθηση ταυτόχρονα συνέχειας και ενότητας. Την ιδέα, δηλαδή, ότι όλοι οι πολίτες ανήκουν στο έθνος, και όχι μόνον οι φωτεινοί και επιδραστικοί κάτοικοι της πρωτεύουσας· ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι. Γι’ αυτό και δεν έπαψε να επισκέπτεται διάφορους τόπους, να συναντά ανθρώπους – όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά […]. Δεν παρέλειπε πιο παραδοσιακές συμπεριφορές, που τονίζουν λεπτότερες πτυχές της δουλειάς: η μοναρχία οφείλει να αντιπροσωπεύει τις παραδόσεις της χώρας, χωρίς ωστόσο να δείχνει κολλημένη στο παρελθόν […]. Διαχρονικά, η στήριξη προς τη μοναρχία παρέμεινε εντυπωσιακά σταθερή, κυμαινόμενη ανάμεσα στο 60% και 80% όλη την τελευταία 30ετία. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή η στήριξη ήταν προς τον θεσμό ή προς τη γυναίκα που είχε καταλήξει να τον αντιπροσωπεύει. Πολύ λίγοι Βρετανοί έχουν ιδέα πώς θα αντιλαμβάνονται τη μοναρχία –και τη χώρα– όταν βρεθεί με τον επόμενο μονάρχη της.

Τι είδους βασιλιάς θα είναι ο Κάρολος Γ΄;

Ο άνθρωπος που σήμερα καλείται βασιλιάς έδειχνε επί χρόνια να μην αισθάνεται άνετα –ή ακόμη και να θεωρεί τον εαυτό του ακατάλληλο– για τη δουλειά για την οποία γεννήθηκε πριν από 73 χρόνια. Ο Κάρολος είχε περιγράψει την από μέρους του συνειδητοποίηση ότι θα γίνει κάποτε βασιλιάς σαν κάτι που έβλεπε με «τον πιο αποτρόπαιο, αναπόφευκτο τρόπο». Και άλλοι, όμως, είχαν αντίστοιχες επιφυλάξεις. Η Πριγκίπισσα Νταϊάνα, η πρώτη του σύζυγος, έλεγε ότι ο ρόλος του βασιλιά «θα ήταν πνιγηρός». Δημοσκόπηση του Μαΐου 2022 έδειχνε τη δημοφιλία του στο 54%, πολύ πιο πίσω από το 81% της βασίλισσας […].

Μολονότι η μητέρα του ήταν προσεκτικότατα ουδέτερη, ο Κάρολος δεν ήταν. Από τις επιστολές που έστελνε στους πολιτικούς με τη δυσανάγνωστη γραφή του (έχουν μείνει γνωστές ως «μαύρες αράχνες») και μέχρι τις δημόσιες τοποθετήσεις του για τα «εκτρώματα» της σύγχρονης αρχιτεκτονικής ή/και τη συστηματική θανάτωση των ασβών, ο Κάρολος έχει μιλήσει για τα πάντα. Η απουσία του το 2015 από επίσημο δείπνο για την Κίνα είχε σημειωθεί – και θεωρήθηκε ότι ήταν με νόημα.

Πάντως, για την ώρα, η κοινή γνώμη δείχνει δεκτική: πρόσφατη δημοσκόπηση της YouGov έδειξε να έχει διπλασιαστεί ο αριθμός όσων θεωρούν ότι «θα κάνει καλή δουλειά», από 32% τον Μάιο σε 63% μετά τον θάνατο της μητέρας του.

Παρά τη μικρή περίοδο αναμονής που προηγήθηκε, κανείς δεν ξέρει τι θα σημάνει η βασιλεία του Καρόλου Γ΄. Για τους βασιλείς –όπως και για τις μετοχές– ισχύει ότι οι έως τώρα αποδόσεις δεν δείχνουν τις μελλοντικές επιδόσεις.