Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2021, τ. 1005

EΛΛΑΔΑ 1821-2021 του Γιώργου Βαϊλάκη

Μάρκος Ρενιέρης: ο διπλωμάτης, ο δικαστικός, ο τραπεζίτης…

Με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης παρουσιάζουμε μερικές από τις προσωπικότητες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση του νέου κράτους, αξιοποιώντας υλικό από το Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη, ένα πεντάτομο έργο αναφοράς με 400 βιογραφίες

Είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της πρώτης μεταπελευθερωτικής περιόδου, μια πολύπλευρη προσωπικότητα που συνδύαζε εκπληκτικά ποικίλες δεξιότητες. Άλλωστε, αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κρύβεται πίσω από τις τόσες διαφορετικές ιδιότητες που διέθετε, αλλά και τις κατά καιρούς ετερόκλητες επαγγελματικές ενασχολήσεις του – σύμφυτες, τρόπον τινά, με το «χτίσιμο» του νέου ελληνικού κράτους: ήταν αναμφίβολα ένας χαρισματικός άνθρωπος που συνέβαλε στη δημιουργία και τη διαμόρφωσή του ποικιλοτρόπως.

Ο Μάρκος Ρενιέρης υπήρξε μεταξύ άλλων οπαδός της Μεγάλης Ιδέας του έθνους, διαπρεπής νομικός και ιστοριογράφος του 19ου αιώνα, ανώτατος δικαστικός, καθηγητής πανεπιστημίου, φιλόλογος, διπλωμάτης που διετέλεσε πρέσβης της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος – εκείνος που διαδέχθηκε τον ιδρυτή της, Γεώργιο Σταύρο, για 21 συναπτά έτη. Επιπλέον ήταν ο πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, αλλά και πρόεδρος της «Κεντρικής των Κρητών Επιτροπής των Αθηνών», που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση της Κρήτης.

Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και καταγόταν από ευγενείς Ενετούς αποίκους. Η οικογένεια Ρενιέρη εγκαταστάθηκε στην Κίσσαμο Χανίων το 1669, έπειτα από την κατάληψη της μέχρι τότε ενετοκρατούμενης Κρήτης από τους Τούρκους και, σταδιακά, ταυτίστηκε πλήρως με τους Έλληνες. Ήταν πλούσιοι κτηματίες, μορφωμένοι, και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα της απελευθέρωσης, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Στα Ρέμματα Κισσάμου, στον νομό Χανίων, βρίσκεται το ενετικό αρχοντικό Villa Renier με το οικόσημο της οικογένειας.

Η πρώιμη επιτυχία στα ιταλικά γράμματα

Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Ρενιέρης, έμπορος στη Βενετία που διετέλεσε πρόξενος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην έδρα της Ιόνιας Πολιτείας στην Κέρκυρα, ενώ μητέρα του ήταν η ιταλικής καταγωγής Θηρεσία Σακκομάνο, από τη Γένοβα. Ο Ιωάννης Ρενιέρης μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 παραιτήθηκε από τη θέση του και μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ανκόνα της Ιταλίας. Ώσπου, το 1828 μετακόμισαν στη Βενετία.

Ο Μάρκος Ρενιέρης ολοκλήρωσε εκεί τις εγκύκλιες σπουδές του, ενώ είχε την τύχη κατά την παιδική του ηλικία να κερδίσει την εκτίμηση του καθηγητή του και στενού φίλου του πατέρα του Αιμιλίου Τυπάλδου και να μυηθεί χάρη σε αυτόν στον θαυμαστό κόσμο των γραμμάτων. Μάλιστα, ο Τυπάλδος τού διέθεσε την πλούσια βιβλιοθήκη του και τον έφερε σε επαφή με τους διαπρεπείς φιλολόγους που σύχναζαν σπίτι του. Όταν το 1833 ο Τυπάλδος συνέλαβε την ιδέα να εκδώσει τη βιογραφία όλων των διαπρεπών Ιταλών στις τέχνες και τις επιστήμες, ο Ρενιέρης, αν και νεότατος τότε, συμμετείχε στο απαιτητικό αυτό εγχείρημα με ιδιαίτερη επιτυχία – κάτι που άρχισε να τον κάνει ευρύτερα γνωστό.

Παράλληλα με τις φιλολογικές και ιστορικές ενασχολήσεις του, σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου αναγορεύθηκε διδάκτορας του Δικαίου. Και ενώ όλα υπαινίσσονταν μια σπουδαία, πολύπτυχη επαγγελματική καριέρα στη Βενετία, πήρε την απόφαση ότι ήρθε η στιγμή να αποχαιρετήσει την Ιταλία και τα ιταλικά γράμματα και να αφιερώσει τη ζωή του και τις γνώσεις που είχε αποκτήσει στην υπηρεσία της πατρίδας – δηλαδή της Ελλάδας.

Και, πράγματι, το 1835 εγκαθίσταται στην Αθήνα, κοντά στον αδελφό του πατέρα του, τον θείο του γιατρό Νικόλαο Ρενιέρη, μια εξέχουσα προσωπικότητα, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που είχε ενεργή συμμετοχή στο απελευθερωτικό κίνημα του 1821 στην Κρήτη. Είναι αυτή η πιο στενή συναναστροφή με τον θείο του που θα του μεταλαμπάδευε τη βαθιά αγάπη για τον τόπο καταγωγής του – κάτι που αργότερα θα το αποδείκνυε εμπράκτως.

Στο μεταξύ, ο Μάρκος Ρενιέρης, αφού για ένα μικρό χρονικό διάστημα άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στην Αθήνα, το 1837 εισήλθε στο δικαστικό σώμα, στη Χαλκίδα. Αλλά με το «Ψήφισμα περί των ετεροχθόνων», από την Εθνοσυνέλευση του 1844, απολύθηκε από το δικαστικό σώμα με τον βαθμό του Αρεοπαγίτη και επέστρεψε στην άσκηση της δικηγορίας. Ο Ρενιέρης υπήρξε συνήγορος υπερασπίσεως του Θεόφιλου Καΐρη, του περίφημου διαφωτιστή και στενού συνεργάτη του Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι ήταν «αιρετικός», διώχθηκε και απελάθηκε από την Ελλάδα.

Μόλις επέστρεψε με το νέο Σύνταγμα του 1843, πάλι άρχισαν να τον κυνηγούν, τον φυλάκισαν και πέθανε μέσα στη φυλακή από τις κακουχίες. Ήταν τέτοιος ο φανατισμός της εποχής που τάφηκε χωρίς εξόδιο ακολουθία. Επίσης, την επόμενη μέρα άγνωστοι βέβηλοι άνοιξαν το μνήμα, διαμέλισαν τη σορό του και τη σκέπασαν με ασβέστη. Ο Μάρκος Ρενιέρης, ως συνήγορός του, με την απόφαση του Αρείου Πάγου δικαίωσε τον Καΐρη οκτώ μόλις μέρες μετά τον θάνατό του! Με την έκδοση της αθωωτικής αποφάσεως ο Ρενιέρης δήλωσε ότι «ο χριστιανισμός δεν φοβείται τον Καΐρην».

Πολιτικά δραστήριος κι αγωνιστής

Εκτός από τη δικηγορική δράση του, ο Μάρκος Ρενιέρης δεν έπαψε ποτέ να είναι πολιτικά δραστήριος και αγωνιστής – με τον τρόπο του. Κάπως έτσι, μαζί με τους Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, Πέτρο Παπαρρηγόπουλο, Αλέξανδρο Ρίζο-Ραγκαβή, Νικόλαο Δραγούμη και Γεώργιο Α. Βασιλείου, προχώρησε το 1853 στην έκδοση του γαλλόγλωσσου περιοδικού Le spectateur de l’Orient [«Ο Θεατής της Ανατολής»], το οποίο εξελίχθηκε σε ημιεπίσημο φορέα των ελληνικών πολιτικών θέσεων στα θέματα που αφορούσαν το Ανατολικό Ζήτημα και έτυχε διεθνούς αναγνώρισης.

Και επειδή είχε ασχοληθεί ενδελεχώς με το συγκεκριμένο θέμα στις σελίδες του Spectateur, συνέταξε και υπέβαλε στον βασιλιά Όθωνα εμβριθές «υπόμνημα περί της υπό της Ελλάδος τηρητέας πολιτικής προς επίσπευσιν αισίας αυτού λύσεως». Το υπόμνημα αυτό εντυπωσίασε τον Όθωνα, όπως και οι γνώσεις του Ρενιέρη σε θέματα ιδεολογίας και στρατηγικής, και τον διόρισε από το 1862 έως το 1864 πρέσβη της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Νωρίτερα, το 1855 είχε διοριστεί τακτικός καθηγητής του Αστικού Δικαίου και της Συγκριτικής Νομοθεσίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία παρέμεινε έως το 1864, ενώ διετέλεσε νομικός σύμβουλος από το 1850 και από το 1861 ανέλαβε τη θέση του υποδιοικητή στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας

Η ιστορική ημερομηνία είναι η 7η Ιουλίου 1869. Εκείνη τη μέρα εκλέχθηκε παμψηφεί και ανέλαβε τη θέση του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, λίγο μετά τον θάνατο του πρώτου της διοικητή, του Γεωργίου Σταύρου. Με τον Μάρκο Ρενιέρη επικεφαλής, η Εθνική Τράπεζα συνέβαλε δυναμικά και με πολλούς διαφορετικούς τρόπους στην ανάπτυξη του νέου ελληνικού κράτους. Με την εξαιρετικά σημαντική απόφαση της γενικής συνέλευσης της 8ης Μαρτίου 1871 οι εργασίες της Τράπεζας διευρύνονται και πλέον μπορεί να συμμετέχει σε εταιρείες των οποίων ο σκοπός είναι η ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας, της ελληνικής ναυτιλίας και των κάθε λογής αναγκαίων υποδομών.

Επί των ημερών του η Εθνική Τράπεζα θα συμμετάσχει στην ίδρυση εταιρείας για την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας, σε επιχείρηση για το έργο του Ισθμού της Κορίνθου, σε επιχειρήσεις οδοποιίας και κατασκευής και εκμετάλλευσης των σιδηροδρόμων Θεσσαλίας και Πελοποννήσου, αλλά και στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Λαρίσης. Με άλλα λόγια, υπό τον Μάρκο Ρενιέρη η Εθνική Τράπεζα θα συνδιαμόρφωνε την Ελλάδα των μεγάλων έργων της εποχής εκείνης. Και αυτό κάθε άλλο παρά είναι τυχαίο, αφού νοιαζόταν για όλα τα οικονομικά και παραγωγικά προβλήματα.

Ιδιαίτερο ήταν το ενδιαφέρον του και για την αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας – ενδεικτικό της ασυνήθιστης πολυπραγμοσύνης του. Χαρακτηριστική είναι μια είδηση δημοσιευμένη την 1η Σεπτεμβρίου 1869 στην εφημερίδα Αιών: «Πληροφορούμεθα ευχαρίστως ότι το υπό του αξιοτίμου κ. Μ. Ρενιέρη προεδρευόμενον διοικητικόν συμβούλιον της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρίας, ης την υπό αισίους οιωνούς σύστασιν, από τεσσάρων ήδη μηνών εποιήσαμεν γνωστήν τοις ημετέροις αναγνώσταις, ειργάσθη κατ’ αυτό το διάστημα σπουδαίως επί του ζητήματος της εν Ελλάδι αναπτύξεως της μεταλλουργίας, ιδίως δε επί της εγχωρίου παραγωγής του πολυτιμοτάτου διά την βιομηχανίαν μετάλλου σιδήρου, ήτις εθεωρείτο μέχρι του νυν αδύνατος ένεκα της ελλείψεως ευθηνής καυσίμου ύλης εν Ελλάδι. Κατά τον άγγλον μηχανικόν ορυκτολόγον κ. Κολέν Φρέγερ, ον το συμβούλιον προσέλαβεν εν τη υπηρεσία της εταιρίας αμέσως μετά την σύστασίν της, οι άνθρακες της Κύμης, οίτινες έμενον εις εντελή αχρηστίαν, ένεκα της ποιότητός των δύναται να χρησιμοποιηθώσιν εις την καμίνευσιν των σιδηρούχων ορυκτών της Ελλάδος. Εάν η γνώμη αυτή του κ. Φρέγερ αποδειχθή ακριβής και διά των πραγμάτων, όπως τώρα το συμβούλιον καταγίνεται να κατορθώση, η Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρία θέλει παράσχη την μεγίστην εκδούλευσιν προς την πατρίδα».

Φιλολογικές έρευνες

Πάντως, κατά τη μακρά περίοδο που ήταν διοικητής της Εθνικής Τράπεζας δεν σταμάτησε να καταγίνεται με τις προσφιλείς φιλολογικές του έρευνες. Και εξέδωσε κάποιες ιδιαίτερα αξιόλογες μελέτες, μεταξύ των οποίων: «Ο έλλην πάπας Αλέξανδρος Ε΄, το Βυζάντιον και η εν Βασιλεία σύνοδος», «Περί Βλασίου και Διοφάνους, έρευναι και εικασίαι» (που μεταφράστηκε και στα ιταλικά), «Τι είναι η Ελλάς;», «Κύριλλος Λούκαρις, ο Οικουμενικός Πατριάρχης», «Ομήρου τύχαι» και «Φιλοσοφία της Ιστορίας». Ο Ρενιέρης πρωταγωνίστησε στη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής κοινότητας και την αποσαφήνιση της εθνικής πολιτικής κατά τη διαδρομή του 19ου αιώνα. Εμπνευσμένος από τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του ιταλικού ρομαντισμού, τόνιζε την ανάγκη της υπερβάσεως του ατομικισμού και την επίτευξη της οργανικής ενότητας στη συλλογική ζωή.

Παρέμεινε στη θέση του διοικητή της Τράπεζας έως τις 2 Ιουλίου 1890, όταν τον διαδέχθηκε ο Παύλος Καλλιγάς. Ο Ρενιέρης αρνήθηκε με επιμονή την επανεκλογή του και η Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας τον εξέλεξε «ισόβιον επίτιμον διοικητήν της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, τιμής και ευγνωμοσύνης ένεκα». Στο μεταξύ, το 1877, ο Ρενιέρης έγινε ιδρυτικό μέλος και μέχρι τον θάνατό του διετέλεσε πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Η συνεισφορά του στην κρητική επανάσταση

Ακόμη, σε όλη του τη ζωή, μέχρι τον θάνατό του στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα, στάθηκε στο πλάι των Κρητών στον αγώνα τους για την ανεξαρτησία και την πολυπόθητη ένωση με την Ελλάδα, ενώ κατά την Κρητική επανάσταση της περιόδου 1866-69 οργάνωσε αποστολές εθελοντών προς τον τόπο καταγωγής του. Άλλωστε, ήταν ο πρόεδρος της «Κεντρικής υπέρ των Κρητών Επιτροπής» των Αθηνών, η οποία διενεργούσε οικονομικούς εράνους παρέχοντας σημαντική βοήθεια στις Κρητικές επαναστάσεις, ενώ ανέλαβε τον εφοδιασμό της Κρήτης με τρόφιμα, φάρμακα και πολεμοφόδια.

Στις 2 Νοεμβρίου 1886 ο Ρενιέρης, στο «Ξενοδοχείο της Αγγλίας» στην Αθήνα, παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, συναντήθηκε με τον Ιωσήφ Τσάμπερλεν, μετέπειτα Υπουργό Αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας, στον οποίο απηύθυνε έκκληση για αγγλική βοήθεια στο Κρητικό ζήτημα. Ο Άγγλος πολιτικός αναφέρθηκε στους νεαρούς φοιτητές που τον είχαν επισκεφθεί ως εκπρόσωποι των Κρητών της Αθήνας και είπε: «Με άνδρες σαν αυτούς οι οποίοι με επισκέφτηκαν χτες, δεν θα πρέπει να φοβάστε ότι η Κρήτη δεν θα ελευθερωθεί από τους Τούρκους». Αναμφίβολα, η συνεισφορά του Μάρκου Ρενιέρη ήταν πολύτιμη και στην προσπάθεια της Κρήτης να κερδίσει την ελευθερία…