Πριν και μετά την καταστροφή του 1922

του Γιώργου Βαϊλάκη

Εκατό χρόνια μετά, η θλιβερή επέτειος της Μικρασιατικής Καταστροφής εξακολουθεί να θυμίζει τις φλόγες της Σμύρνης, τους διωγμούς, τις σφαγές, τις λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1922 (18 Αυγούστου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο) ξεκίνησε η καταστροφή της Σμύρνης και η εξόντωση του εκεί ελληνικού πληθυσμού από τον κεμαλικό στρατό, καθώς και η πυρπόληση της πόλης. Ήταν μία ολοκληρωτική καταστροφή για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Συνολικά, το φθινόπωρο του 1922 έφθασαν στην Ελλάδα περίπου 1.000.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες – δηλαδή, αποτελούσαν το ένα πέμπτο του πληθυσμού της χώρας.

Τόποι προέλευσης προσφύγων από την Τουρκία

Μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), η οποία περιελάμβανε και υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, περισσότεροι από 130.000 Έλληνες μειονοτικοί παρέμειναν στην Τουρκία, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη, στην Ίμβρο και την Τένεδο. Αλλά, το δυναμικό -κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά– ελληνικό μειονοτικό στοιχείο οδηγήθηκε στη σταδιακή συρρίκνωσή του, έπειτα και από τα Σεπτεμβριανά το 1955 και τις απελάσεις το 1964. Σήμερα, έχουν απομείνει στην Τουρκία λιγότεροι από 3.500 χιλιάδες Έλληνες.

Σε κάθε περίπτωση, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας έμελλε να διαδραματίσουν έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ολόκληρου του ελληνικού πολιτισμού – διαχρονικά. Η Μικρά Ασία υπήρξε ένα σπουδαίο εμπορικό σταυροδρόμι και συγκέντρωσε πλούτο που βοήθησε στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. Κάθε άλλο παρά είναι τυχαίο που οι αρχές της ελληνικής φιλοσοφίας διατυπώθηκαν εκεί. Μεγάλα πνευματικά κέντρα ήταν η Έφεσος, η Μίλητος, η Φώκαια, η Πριήνη, οι Ερυθρές. Μέχρι τις μέρες μας, τα μικρασιατικά έργα τέχνης και λογοτεχνίας προκαλούν τον θαυμασμό – σε παγκόσμια κλίμακα. Ο Όμηρος, η Ηρόδοτος, η Σαπφώ, ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Ηράκλειτος, όλοι δημιούργησαν το έργο τους στα μικρασιατικά παράλια και στα γειτονικά νησιά.

H οικονομική ζωή της Σμύρνης ήταν στα χέρια των Ελλήνων

Σμύρνη. Έλληνες περιμένουν να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τους μεταφέρουν στην Ελλάδα © Getty Images

Αλλά και στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Έλληνες πρωτοστατούσαν στο εμπόριο, στη ναυτιλία, στη βιομηχανία, διατηρώντας τη ζωτικότητα του μικρασιατικού ελληνισμού. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, στις αρχές του 18ου αιώνα έκανε την αρχή για την ίδρυση στη Σμύρνη μεγάλου σχολείου που στη συνέχεια θα γινόταν η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης που ιδρύθηκε το 1717 – ένα μικρό Πανεπιστήμιο με μία βιβλιοθήκη 50.000 τόμων και 180 σπανίων χειρογράφων. Μάλιστα, το νέο κτίριο της Σχολής ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του τραγικού έτους 1922, όμως «επέπρωτο εις το κτίριο αυτό να μη ακουσθεί φωνή Έλληνος διδασκάλου». Πάντως, η οικονομική ζωή των ελληνικών πόλεων ήταν κυρίως στα χέρια των Ελλήνων. Στη Σμύρνη (στην οδό Ερμού) υπήρχαν 163 πολυτελή ελληνικά μαγαζιά, 11 τράπεζες, χρηματιστήριο εμπορευμάτων και 61 ασφαλιστικές εταιρείες. Επιπλέον, λειτουργούσαν 14 ελληνικά τυπογραφεία και μέχρι το 1922 εκδόθηκαν 135 εφημερίδες και περιοδικά. Οι πρώτες μουσικές παρτιτούρες κυκλοφόρησαν αρχικά στη Σμύρνη και έπειτα στην ελεύθερη Ελλάδα, ενώ υπήρχαν και πέντε θέατρα. Μέχρι τον 19ο αιώνα έρχονταν κυρίως ιταλικοί και γαλλικοί θίασοι-οπερέτες, άλλα στη συνέχεια δημιουργήθηκαν θεατρικές ομάδες Ελλήνων. Το 1862 χτίστηκε το μεγάλο, τριώροφο θέατρο, αντίστοιχο της Σκάλας του Μιλάνου, από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Καμεράνο. Επίσης, η Σμύρνη πριν από την καταστροφή της το 1922, είχε 16 ορθόδοξους ναούς με σημαντικότερο το μεγάλο μητροπολιτικό ναό της Αγίας Φωτεινής με το μεγαλοπρεπές μαρμάρινο κωδωνοστάσιο. Τόσο ο ναός όσο και το κωδωνοστάσιο ανατινάχθηκαν με δυναμίτιδα από τους Τούρκους μετά την καταστροφή.

H συμβολή των προσφύγων στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας

Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών την ίδια χρονιά και την αποκατάσταση των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα καινούριο κράτος με αμιγή ελληνικό πληθυσμό. Η Μικρασιατική Καταστροφή αν και πρωτοφανής σε έκταση στην ελληνική ιστορία, εκτός από τις αρνητικές της πλευρές είχε και θετικές. Ένα βραχυπρόθεσμο όφελος υπήρξε η αλλαγή της εθνογραφικής σύνθεσης της Μακεδονίας που ως τότε ήταν η πιο αμφισβητούμενη -από τους γείτονες- περιοχή της σύγχρονης Ελλάδας. Ένα μακροπρόθεσμο όφελος ήταν η εγκατάσταση συνολικά ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων στην Ελλάδα, που συνέβαλε αποφασιστικά στην οικονομική και πολιτιστική της ανάπτυξη. Σημειώθηκε μακροπρόθεσμα μια θεαματική ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, με την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα. Η ξαφνική άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και το τεράστιο πρόβλημα της αποκατάστασής τους, έκαναν επιτακτική την ανάγκη για την οριστική διευθέτηση των αγροτικών ζητημάτων.

Εξέλιξη της βιοτεχνίας σε χωριά Προσφύγων και Γηγενών

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), η κυβέρνηση Πλαστήρα έθεσε στη διάθεσή της συνολικά 7.356.000 στρέμματα – από αυτά, τα 4.700.000 ήταν καλλιεργήσιμα. Από το σύνολο των γαιών τα 5.274.000 στρέμματα ήταν ανταλλάξιμα (ανήκαν στους Τούρκους), 802.000 στρέμματα ανήκαν στους μεγάλους γαιοκτήμονες (κοτζαμπάσηδες), 746.000 στο Δημόσιο, 392.000 στις Κοινότητες και σε Μουσουλμάνους που είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα από την ανταλλαγή των πληθυσμών και 141.000 στρέμματα ανήκαν στην Εκκλησία και παραχωρήθηκαν προσωρινά στο Κράτος, με ειδική συμφωνία. Ήταν πολύ φυσικό να δημιουργηθούν διενέξεις και προστριβές ανάμεσα στους πρόσφυγες, για το ποιος θα πάρει το καλύτερο κομμάτι γης, αν και η μοιρασιά γινόταν με κλήρο στις γενικές συνελεύσεις, παρουσία αντιπροσώπων της ΕΑΠ. Το ίδιο παρατηρήθηκε ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους ντόπιους ακτήμονες γιατί οι τελευταίοι ήθελαν να πάρουν τα καλύτερα κτήματα από αυτά που καλλιεργούσαν προσωρινά.

Oι πρόσφυγες αμπελουργοί

Η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής ήταν ραγδαία τα χρόνια εκείνα, ιδιαίτερα των λαχανικών, των οπωροφόρων δέντρων, του βαμβακιού, του καπνού, του σταριού, του καλαμποκιού και της σουλτανίνας. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, η παραγωγή του σταριού στη Μακεδονία και Θράκη διπλασιάστηκε, του καλαμποκιού ανέβηκε κατά 50%, του καπνού και βαμβακιού πενταπλασιάστηκε και της σουλτανίνας στην Κρήτη τριπλασιάστηκε. Ενδεικτική της εργατικότητας αλλά και της ικανότητας των προσφύγων καλλιεργητών, ήταν εκτός από την ποσοτική ανάπτυξη της παραγωγής της σουλτανίνας στην Κρήτη και η ποιοτική. Η καλλιέργεια της σουλτανίνας στο νησί είχε αρχίσει στις αρχές του εικοστού αιώνα. Οι πρόσφυγες αμπελουργοί της περιοχής της Σμύρνης μόλις εγκαταστάθηκαν στα κτήματα των Τούρκων επιδόθηκαν με μεγάλη επιτυχία, παράλληλα με την εντατική της καλλιέργεια και στην αναβάθμιση της ποιότητάς της. Κάπως έτσι, κατόρθωσαν μέσα σε λίγα χρόνια, η κρητική σουλτανίνα που η τιμή της στη διεθνή αγορά ήταν κατά 20% κατώτερη από τη σμυρναίικη, όχι μόνο να καλύψει τη διαφορά, αλλά κα να την ξεπεράσει.

H συμβολή των προσφύγων στην ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας

Εντυπωσιακή ήταν η ανάπτυξη και της ελληνικής βιομηχανίας στην περίοδο 1922-1932, με την αποκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα. Η διεύρυνση της εγχώριας αγοράς με τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων νέων νοικοκυριών στις αστικές και αγροτικές περιοχές της Ελλάδας, η προσφορά φθηνής και ειδικευμένης εργατικής δύναμης από τους πρόσφυγες παράλληλα με την δασμολογική της προστασία από τον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων, ήταν τα βασικά κίνητρα για τη θεαματική απογείωση της ελληνικής βιομηχανίας.

Πρόσφυγες στην Αθήνα, 1922 © Αρχείο Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, Library of Congress

Μάλιστα, για να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες της εγχώριας αγοράς, έγιναν μεγάλες επενδύσεις από τα υπερκέρδη των επιχειρήσεων και από την εισροή κεφαλαίων του εξωτερικού και ιδιαίτερα των προσφύγων επιχειρηματιών της Μικράς Ασίας. Στην περίοδο αυτή πολλά από τα παλιά εργοστάσια εκσυγχρονίστηκαν, άλλα επεκτάθηκαν και αναγέρθηκαν καινούρια. Ιδιαίτερη ανάπτυξη παρουσίασαν ορισμένοι τομείς της βιομηχανίας, όπως η κλωστοϋφαντουργία, η ταπητουργία, η μεταλλουργία, η αλευροβιομηχανία, και ακόμα οι βιομηχανίες οικοδομικών υλικών, ιματισμού και διατροφής και άλλων. Στην προσπάθεια αυτή συνέβαλαν αποφασιστικά και αρκετοί πρόσφυγες επιχειρηματίες, που ίδρυσαν μεγάλες βιομηχανικές μονάδες της ειδικότητάς τους, που εξελίχθηκαν με τον καιρό στις μεγαλύτερες της Ελλάδας.

Aποτυπώνοντας ψηφιακά τα ίχνη των προσφύγων του ’22

Ο καθηγητής οικονομικών στο London Business School Ηλίας Παπαϊωάννου

Ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα εκπονείται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και επιχειρεί να αποτυπώσει ψηφιακά αυτήν την πρώτη μεγάλη μετακίνηση πληθυσμού του εικοστού αιώνα. Ο στόχος του συγκεκριμένου προγράμματος είναι να δώσει μια σαφή εικόνα για τους τόπους προορισμού και εγκατάστασης των προσφύγων που ήρθαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, καθώς και για τη συμβολή της στην πολιτική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία της Ελλάδας.

Τα δεδομένα που συγκεντρώνει το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αναλύονται και ερμηνεύονται από τον επικεφαλής και συντονιστή της έρευνας, τον καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν Στέλιο Μιχαλόπουλο και με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του καθηγητή οικονομικών στο London Business School Ηλία Παπαϊωάννου, του επίκουρου καθηγητή Οικονομικών στο King’s College Σεϊγιούν Σακαλί και του αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Νίκου Μπένου. Απευθυνθήκαμε στον καθηγητή Στέλιο Μιχαλόπουλο και στον καθηγητή Ηλία Παπαϊωάννου οι οποίοι μας έδωσαν εξαιρετικά ενδιαφέροντα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες.

Ο καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν Στέλιος Μιχαλόπουλος

Από το 2017 που οι ερευνητές άρχισαν να εξετάζουν χιλιάδες σελίδες καταλόγων, κυρίως χειρόγραφων, και έχουν προχωρήσει στην καταγραφή και ψηφιοποίηση των δύο μεγάλων προσφυγικών ομάδων, των αγροτών και των αστών προσφύγων. Μέσα από την αξιοποίηση αυτών των στοιχείων, προκύπτει ανάγλυφα η εικόνα της οικονομικής και εκπαιδευτικής εξέλιξης των προσφύγων, καθώς και της όσμωσης των πολιτισμικών στοιχείων που έφεραν με εκείνα που βρήκαν, με έμφαση στη μουσική και κυρίως στα ρεμπέτικα τραγούδια.

H ταχεία άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των προσφύγων

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύγκριση του επιπέδου εκπαίδευσης σε αγροτικές περιοχές με εγκατάσταση προσφύγων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το χάσμα των πρώτων χρόνων μεταξύ προσφύγων και γηγενών γεφυρώθηκε γρήγορα – ακόμα στην πρώτη γενιά προσφύγων.

Σύγκριση επιπέδου μόρφωσης γηγενών με πρόσφυγες

Μάλιστα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα προσφυγικά χωριά ξεπερνούν σε ποσοστό αποφοίτων γυμνασίου τα γειτνιάζοντα χωριά γηγενών, επιβεβαιώνοντας την τάση που καταγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία, οι πρόσφυγες που έχασαν την περιουσία τους, να επενδύουν στην παιδεία.

Tα προσφυγικά καταλύματα

Η πλειονότητα των προσφύγων, σύμφωνα με τους ερευνητές, εντοπίζεται στην Αττική. Από τους συνολικά 867.000 κατοίκους του 1928, το 31,3% είναι προσφυγικής καταγωγής. Οι πρόσφυγες της Αττικής αποτελούν το 22,2% του συνόλου των προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα. Επιπλέον, μέσω της απογραφής των αστών προσφύγων που διενήργησε η ΕΑΠ το 1927, προκύπτουν σημαντικές πληροφορίες για τις συνθήκες εγκατάστασης και την ποιότητα των κατοικιών. Συγκεκριμένα, απογράφονται 124.483 προσφυγικές οικογένειες. Το 18% αυτών διαμένει σε ενοίκιο (για τις οποίες δεν σημειώνεται η ακριβής τοποθεσία). Το 39% των υπόλοιπων 101.406 οικογενειών, ζει σε καταλύματα τύπου Α, κατοικίες που θεωρήθηκαν από τους υπεύθυνους της απογραφής «μόνιμα, υγιεινά, και επαρκή για την οικογένεια του πρόσφυγα». Βέβαια, το 50% του συνόλου των αστών προσφύγων (σχεδόν 62,000 οικογένειες) εντοπίζεται σε καταλύματα τύπου Β «ξύλινα παραπήγματα αμφιβόλου στερεότητας» και τύπου Γ «κατηρειπωμένας κατοικίας, σκηνάς, τενεκεδοκαλύβας, εγκαταλελειμένα δημόσια κτίρια, φυλακές, τζαμιά, σχολεία, και εκκλησίες».

Αστικοί Προσφυγικοί Συνοικισμοί ΛεκανοπέδιοΠάντως, παρά τις καθυστερήσεις, τις δυσχέρειες, τις ελλείψεις και τις αδικίες, τελικά επιτεύχθηκαν -ως επί το πλείστον- οι ανθρωπιστικοί, εθνικοί και κοινωνικοί στόχοι που επιδιώχθηκαν, τόσο με την ανταλλαγή των πληθυσμών όσο και με την αποκατάσταση των προσφύγων. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες σώθηκαν και τους δόθηκε η δυνατότητα να ξεκινήσουν μία νέα ζωή, να γίνουν το ταχύτερο ιδιοκτήτες περιουσιών της πόλης και του χωριού, ενώ –παράλληλα- δημιουργήθηκε εθνική ομοιογένεια. Και αυτά τα επιτεύγματα ήταν κάθε άλλο παρά αυτονόητα, ιδίως έπειτα από την μεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή που προηγήθηκε…