Η ελληνική βιομηχανία σήμερα

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2022, τ.1019

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

του Χρήστου Μίχαλου, μέλους ΔΣ ΕΒΕΑ

Σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού βρίσκεται η ελληνική βιομηχανία, καθώς τα τελευταία δέκα χρόνια και παραπάνω βρίσκεται συνεχώς στο μάτι του κυκλώνα των τρομακτικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από τα μνημόνια, την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, αλλά και ζητήματα που άπτονται πολιτικών επιλογών και αποφάσεων που δυσχεραίνουν την ανάπτυξη του μεταποιητικού τομέα.

Και, δυστυχώς, η χώρα μας εξακολουθεί να έχει και σήμερα ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής της μεταποίησης στο ΑΕΠ και από τα χαμηλότερα ποσοστά εξαγωγών αγαθών μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι βιομηχανίες στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν ακραίες οικονομικές συνθήκες που εμποδίζουν την καθημερινή τους λειτουργία σε σημείο όπου πλέον απειλείται η βιωσιμότητά τους. Τα κύρια ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι βιομηχανίες είναι τα εξής:

  1. Το εξωπραγματικό κόστος μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίου, όπου οι αυξήσεις έχουν φτάσει το 800%. Το κόστος εισαγωγής ενός εμπορευματοκιβωτίου 20 ποδιών προ πανδημίας κυμαινόταν μεταξύ 950-1.350 δολ., ενώ τώρα το κόστος μεταφοράς του κυμαίνεται μεταξύ 8.500-10.500 δολ.
  2. Σε συνέχεια του αυξημένου κόστος μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίου, οι βιομηχανίες αντιμετωπίζουν και τις τεράστιες απρογραμμάτιστες καθυστερήσεις των εμπορευματοκιβωτίων, με τις παραδόσεις σε ορισμένες περιπτώσεις να διαρκούν από 1 ½ έως και 8 μήνες.
  3. Το δυσβάσταχτο κόστος της ενέργειας – είτε ηλεκτροδοτείται η επιχείρηση με την κλασική μορφή ενέργειας είτε με φυσικό αέριο, το οποίο διαφημιζόταν στις αρχές ως η έξυπνη, οικονομική και πράσινη επιλογή. Τώρα πλέον το κόστος ρευματοδότησης έχει αυξηθεί πάνω από 280%. Αυτό, φυσικά, στις μεγάλες καταναλώσεις Kwh κυριολεκτικά λυγίζει τις ταμειακές ροές των επιχειρήσεων.
  4. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις δεν βρίσκουν στην αγορά εργασίας ανθρώπινο δυναμικό εξειδικευμένο, με προϋπηρεσία στη βιομηχανία και στον παραγωγικό τομέα. Η αγορά εργασίας για τον κλάδο της μεταποίησης αυτή τη στιγμή έχει ανάγκη από πολυτεχνίτες και μηχανικούς, που οι ικανότητές τους τους επιτρέπουν να συντηρούν και σε ορισμένες περιπτώσεις να βελτιστοποιούν τις μηχανές παραγωγής.

Πέραν όμως των προαναφερόμενων επίκαιρων ζητημάτων υπάρχουν και άλλα δομικά και διαχρονικά προβλήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξη της ελληνικής μεταποίησης, όπως για παράδειγμα:

– Η κατακερματισμένη παραγωγική βάση, η οποία στηρίζεται σε πολυάριθμες μικρές μονάδες.

– Η υστέρηση στην καινοτομία και η ανύπαρκτη σχεδόν διασύνδεση της γνώσης που παράγεται από την έρευνα με την παραγωγή.

– Η υψηλή φορολογία και οι υψηλές ασφαλιστικές εισφορές.

– Η γραφειοκρατία και το ελλιπές και δύσβατο χωροταξικό πλαίσιο.

– Η μειωμένη πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση και πολλά άλλα.

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις για τα θέματα/προβλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά σίγουρα με τη στενή επαφή και τη συνεργασία των φορέων της αγοράς, της κυβέρνησης αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ορισμένα σημεία των άνω θεμάτων ώστε να θεσμοθετηθεί ένα νέο οικονομικό πλαίσιο μελλοντικής πλεύσης για τις μεταποιητικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή η κοινωνία αλλά και οι επιχειρήσεις αναζητούν απεγνωσμένα την κοστολογική μείωση των δαπανών τους και την οικονομική ενίσχυσή τους. Φορείς και κυβέρνηση απαιτείται να δράσουν ώστε να προλάβουν άτυχες εξελίξεις της οικονομίας, όπως για παράδειγμα μόνιμα λουκέτα και περαιτέρω αύξηση της ανεργίας, βρίσκοντας αντίδοτα για τη συνεχιζόμενη ακρίβεια.

Παράλληλα, θα απαιτηθεί η εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη μεταποίηση, με οριζόντιες παρεμβάσεις αλλά και εξειδικευμένες πολιτικές για την ενίσχυση δυναμικών κλάδων. Θα πρέπει να προχωρήσουν και να ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στη φορολογία, στην κοινωνική ασφάλιση, στη δημόσια διοίκηση, στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, στην εκπαίδευση, ώστε να καταστεί η Ελλάδα επενδυτικός προορισμός για ξένους και εγχώριους επενδυτές.