Στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης επιχειρείται η ολική επαναφορά του εμβληματικού τοποσήμου, σε νέα αναπτυξιακή-επιχειρηματική διάσταση που όμως διατηρεί την επαφή της με τα προϊόντα του αγροδιατροφικού κλάδου

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2022, τ.1020

ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

του Κώστα Μπλιάτκα

Η κατασκευή της Αγοράς Μοδιάνο άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 1920, με σχέδια του περίφημου Ελί Μοδιάνο

Μπορεί σε μια πολύβουη πόλη με χιλιάδες πρόσωπα το χθες να συναντήσει το σήμερα και να προδιαγράψει ένα σαγηνευτικό αύριο;

Στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης αναμένεται τον Σεπτέμβριο μια ολική επαναφορά ενός εμβληματικού τοποσήμου που συνδέθηκε άπαξ και διαπαντός με την οικονομική, γαστρονομική αλλά και πολιτιστική ζωή της πόλης: της νέας Αγοράς Μοδιάνο.

Θα μπορέσει η σύγχρονη αγορά τροφίμων να διατηρήσει την παλιά της αίγλη και μάλιστα να τη διευρύνει και την κάνει διαχρονική; Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα.

Όταν γραφόταν αυτό το κείμενο (17 Ιουνίου 2022) πάνω από 350 επιχειρηματίες, από τη Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές της βόρειας Ελλάδας αλλά και από την Αθήνα, έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον για μία θέση, από τις συνολικά 75, στη νέα αγορά «Μοδιάνο», που σχεδιάζεται από τους επιτελείς της να ανοίξει τις πύλες της στις αρχές του Σεπτεμβρίου 2022.

Μάλιστα, στον πρώτο χρόνο λειτουργίας της, η ανακαινισμένη αγορά υπολογίζεται πως θα προσελκύσει τέσσερα εκατομμύρια επισκέπτες, τουρίστες και καταναλωτές, οι οποίοι στην τριετία εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τα επτά εκατομμύρια.

Η Αγορά Μοδιάνο, που βρίσκεται στην καρδιά του Ιστορικού & του Σύγχρονου Κέντρου της Θεσσαλονίκης ανάμεσα στη Βασιλέως Ηρακλείου και την Ερμού, αναμένεται να αναζωογονήσει οικονομικά και πολιτιστικά την περιοχή, αναδεικνυόμενη εκ νέου ως το ζωντανό τοπόσημο της πόλης, όπως ξεκίνησε από τον ιδρυτή της, Ελί Μοδιάνο, το 1922.

Τα στοιχεία του εγχειρήματος παρουσίασαν η υπεύθυνη Επικοινωνίας του Ομίλου Φάις, Γεωργία Δώδου, και ο επικεφαλής μηχανικός του έργου Δημήτρης Τριάντος, στο πλαίσιο μιας περιπατητικής συνέντευξης που δόθηκε ενόψει του 16ου πολυσυνεδρίου Καινοτομίας & Ανάπτυξης, με θέμα τις «Προοπτικές του Αγροδιατροφικού Κλάδου».

Σύμφωνα με τον υπεύθυνο του έργου, μέσα στον Ιούνιο επρόκειτο να ολοκληρωθούν οι εργασίες στα κελύφη των καταστημάτων, προκειμένου στη συνέχεια να μπουν οι επιχειρήσεις-ενοικιαστές και να διαμορφώσουν τους χώρους τους, ενώ, όπως διευκρίνισε, για την επιλογή μεταξύ των υποψηφίων βασικό προαπαιτούμενο αποτελεί να μην διαθέτουν άλλο κατάστημα στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Τα καταστήματα θα είναι των επτά, οκτώ και δέκα τετραγωνικών μέτρων, αλλά, όπως συμπλήρωσαν οι υπεύθυνοι, θα δίνεται η δυνατότητα συνένωσης δύο, που όμως δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τα 20 τ.μ.

Η αγορά θα είναι εσωτερικά οργανωμένη σε γειτονιές, ανάλογα με τα είδη τροφίμων (κρέατα, ψαρικά και οπωρολαχανικά) αλλά και εθνικότητας (ελληνική, ιταλική ή ελβετική γωνιά).

«Στόχος μας δεν είναι μόνο να παραδώσουμε μια αγορά τροφίμων αλλά ένα κέντρο πολιτισμού, στο οποίο θα διοργανώνονται εκδηλώσεις πολιτιστικές, μουσικές και γαστρονομικές», ανέφερε χαρακτηριστικά η Γ. Δώδου.

 

Κεντρική Στοά Τροφίμων

Ο αρχαιολόγος και ξεναγός Τάσος Παπαδόπουλος μας περιγράφει την κλινική, οικονομική και πολιτική εικόνα της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία που ακολούθησε μετά την απελευθέρωση της πόλης το 1912:

«Είχαν περάσει μόλις πέντε χρόνια από τη θριαμβική είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, όταν η φοβερή πυρκαγιά του 1917 κατέκαψε ένα μεγάλο μέρος του ιστορικού κέντρου της πόλης. Η Θεσσαλονίκη άλλαζε πρόσωπο οριστικά και αμετάκλητα: μεγάλες πλατείες, φαρδιές λεωφόροι, διαγώνιες χαράξεις, πολεοδομικός κάνναβος και καθορισμένα οικοδομικά τετράγωνα αποτελούσαν μόνο μερικές από τις συνέπειες του περίφημου σχεδίου Εμπράρ, που θα καθόριζε τη μορφή της σύγχρονης βαλκανικής μεγαλούπολης στις αρχές του 20ού αιώνα.

Μέσα από τις στάχτες των εβραϊκών κυρίως συνοικιών του κέντρου έμελλε να αναδυθεί η πιο εντυπωσιακή αγορά της πόλης, που έφερε επισήμως τον τίτλο Κεντρική Στοά Τροφίμων, αλλά έμεινε στο συλλογικό θυμικό των Θεσσαλονικέων ως αγορά Μοδιάνο, από το όνομα του δημιουργού της».

Η ιστορία της οικογένεια Μοδιάνο, σύμφωνα με τον ίδιο, χάνεται μέσα στα βάθη των αιώνων.

«Η παρουσία τους στη Θεσσαλονίκη τεκμηριώνεται από τον 16ο αιώνα, όταν πρόγονοι της οικογένειας ήρθαν από τη Μοντιλιάνα της Ιταλίας. Μάλιστα, ο σπουδαίος ζωγράφος Αμεντέο Μοντιλιάνι είναι πολύ πιθανόν να κατάγεται από ένα παρακλάδι της οικογένειας των Μοδιάνο, που αρχικά ονομάζονταν Μοντιλιάνο. Κοσμοπολίτες έμποροι, δραστήριοι επιχειρηματίες, ικανοί τραπεζίτες, σημαντικοί ευεργέτες της εβραϊκής κοινότητας, οι Μοδιάνο αποτέλεσαν μία από τις πιο εύρωστες οικογένειες της Θεσσαλονίκης, η δράση της οποίας υπερέβαινε κατά πολύ όχι μόνο τα όρια της πόλης αλλά και της ίδιας της οθωμανικής αυτοκρατορίας πριν από τη διάλυση της τελευταίας. Εξέχον μέλος και απόγονος της οικογένειας των Μοδιάνο είναι ο Γάλλος συγγραφέας Πατρίκ Μοντιανό, ο οποίος το 2014 βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Ελί Μοδιάνο υπήρξε γιος του Γιακό και εγγονός του Σαούλ. Μηχανικός και αρχιτέκτονας με σπουδές στην École Centrale des Arts et Manufactures του Παρισιού, επιστρέφει μετά τη Γαλλία στη γενέθλια πόλη του, την οποία κοσμεί με σειρά καλαίσθητων οικοδομημάτων, αρκετά από τα οποία (όπως το κτήριο του Τελωνείου, καθώς και η οικογενειακή του βίλα/σημερινό Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας) διατηρούνται ακόμη και σήμερα ως αδιάψευστοι μάρτυρες της Belle Époque που γνώρισε η πόλη στη μετάβαση από τον 19ο στον 20ό αιώνα.

Στην καρδιά της πυρίκαυστου ζώνης, δυτικά της Πλατείας Αριστοτέλους, σε οικόπεδο όπου βρισκόταν η μεγάλη συναγωγή Ταλμούδ Τορά, στην καρδιά του εμπορικού κέντρου, o Ελί Μοδιάνο, μηχανικός, εργολήπτης και κεφαλαιούχος την ίδια στιγμή, θα δημιουργήσει το εμβληματικό του έργο. Σε πέντε όμορα οικόπεδα που αγοράστηκαν από την Ισραηλιτική Κοινότητα και ορίζονται βόρεια από την οδό Ερμού, νότια από τη Βασιλέως Ηρακλείου και δυτικά από την Κομνηνών και σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Jacques Oliphant αρχίζει το μοιραίο έτος 1922 την κατασκευή της Κεντρικής Αγοράς Τροφίμων. Η στοά, εν αντιθέσει με το παρακείμενο Καπάνι και την Άθωνος, αγορές που σύμφωνα με το σχέδιο Εμπράρ φέρουν νεοβυζαντινά αλλά και παραδοσιακά στοιχεία, διαφοροποιείται ολοκληρωτικά, καθώς τα πρότυπά της ανάγονται στη σύγχρονη ευρωπαϊκή αντίληψη για τους χώρους υγειονομικού ενδιαφέροντος.

Μια επιβλητική νεοκλασική πρόσοψη με τριγωνικό αέτωμα, το οποίο φαιδρύνεται από μία βιτρό ροζέτα, πλαισιώνεται από δύο χαμηλότερους πυργίσκους, που δημιουργούν μια εντυπωσιακή σύνθεση. Η εμβληματική πρόσοψη επαναλαμβάνεται τόσο στην οδό Βασιλέως Ηρακλείου όσο και στην οδό Ερμού, τονίζοντας τον διαμήκη άξονα της κατασκευής και διαχωρίζοντάς την ξεκάθαρα από τα παρακείμενα κτήρια. Με μήκος 70 μ. και πλάτος 35 μ., η Αγορά Μοδιάνο θυμίζει παλαιοχριστιανική βασιλική, στο εσωτερικό της οποίας, εν είδει κλιτών, ανοίγονται οι ευρύχωροι διάδρομοι που στεγάζουν τα περίπου 144 καταστήματα που φιλοξενούνταν στο εσωτερικό της. Οι καινοτομίες όμως του κατασκευαστή δεν σταματούν εδώ! Ο κεντρικός χώρος υπερυψώνεται και γίνεται εκτεταμένη χρήση υαλοστασίων πάνω σε μεταλλικές κατασκευές, το φυσικό φως κατακλύζει το εσωτερικό της αγοράς, ενώ λαμβάνεται μέριμνα και για τον αδιάλειπτο εξαερισμό της. Γίνεται εκτεταμένη χρήση οπλισμένου σκυροδέματος, τεχνική που ο ίδιος ο Μοδιάνο είχε εισαγάγει στη Θεσσαλονίκη λίγα χρόνια πρωτύτερα με την κατασκευή του Τελωνείου. Προβλέπεται υπόγειος αποθηκευτικός χώρος για τα καταστήματα, τα οποία εντάσσονται αρμονικά σε νησίδες, οριοθετημένες από τους εσωτερικούς άξονες της στοάς. Εικαστική διάθεση, περίτεχνα κιγκλιδώματα, μαίανδροι και άλλα διακοσμητικά θέματα δημιουργούν μια εκλεπτυσμένη και πολυτελή ατμόσφαιρα, πρωτόγνωρη για μια αγορά τροφίμων στην πόλη της Θεσσαλονίκης».

Ένα νέο τοπόσημο ήρθε για να μείνει

«Τα φοβερά γεγονότα της μικρασιατικής καταστροφής και της συνακόλουθης ανταλλαγής των πληθυσμών φαίνεται πως δεν επηρέασαν την ανέγερση της αγοράς, καθώς στις 23 Μαρτίου του 1925, τα εγκαίνιά της εορτάστηκαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί πως αυτά τα εγκαίνια αποτέλεσαν την τελευταία έκλαμψη της παλιάς κοσμοπολιτικής Θεσσαλονίκης, καθώς η ανθρωπογεωγραφία της πόλης, που είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει, επρόκειτο τα επόμενα χρόνια να αποκτήσει διαφορετικά χαρακτηριστικά, ειδικά μετά τα γεγονότα της ναζιστικής κατοχής και του Ολοκαυτώματος των Ελλήνων Εβραίων.

Τα τραγούδια από την μπάντα της Μπακαμπή αλλά και αυτής του Σπεράντζα αντηχούσαν κάτω από το υαλοστάσιο της κεντρικής οροφής, δονώντας ευχάριστα την ατμόσφαιρα, την ώρα που οι καλεσμένοι απολάμβαναν το ρακί του Ναχμίας και τις μπίρες από το ζυθοποιείο Όλυμπος-Νάουσα μαζί με αυγά χαμινάδος και άλλους εκλεκτούς σεφαραδίτικους μεζέδες. Για τους VIP, όπως θα τους αποκαλούσαμε σήμερα, καλεσμένους το μενού περιλάμβανε ανάμεσα σε άλλα γαλλική σαμπάνια και μαύρο χαβιάρι. Η αγορά είχε ανοίξει τις πύλες της, το κέντρο της πόλης δεν θα ήταν ποτέ πια το ίδιο, ένα νέο τοπόσημο είχε μόλις προστεθεί στον αστικό ιστό».

 

Η «κοιλιά» της Θεσσαλονίκης

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε, παρατηρεί ο Τάσος Παπαδόπουλος, «πως η αγορά Μοδιάνο για δεκαετίες υπήρξε η “κοιλιά” της Θεσσαλονίκης.

Οι μυρωδιές των τροφίμων, οι φωνές των πωλητών, το σκούντηγμα στους μακρούς της διαδρόμους αποτέλεσαν βίωμα για ολόκληρες γενιές Θεσσαλονικιών που μπαινόβγαιναν εκεί μέσα. Πιστεύω πως δεν υπάρχει κάτοικος της πόλης άνω των σαράντα πέντε ετών σήμερα που δεν έχει να αφηγηθεί τη δική του βιωματική εμπειρία, την ιδιαίτερη αυτή σύνδεση που του προκάλεσε η επαφή του με την αγορά Μοδιάνο. Το στοιχείο ίσως που την έκανε μοναδική ήταν ότι στη Μοδιάνο όλοι έβρισκαν αυτό που ζητούσαν. Η Μικρασιάτισσα και η Πόντια θα έβρισκε προϊόντα από μαγαζιά συντοπιτών της, που θα της θύμιζαν την παλιά της ζωή στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, η Θεσσαλονικιά αστή θα μπορούσε να προμηθευθεί γαλλικά τυριά, ώστε να συνοδέψει τα κρασιά που είχε σκοπό να προσφέρει στους καλεσμένους της, ο Χαριλιώτης, ο Ντεπιώτης ή ο Τουμπιώτης παππούς θα έμπαινε στο αστικό λεωφορείο κάθε Σάββατο πρωί για να κατέβει στη Μοδιάνο και να φέρει φρέσκα ψάρια στο σπίτι, γιατί έτσι το είχε συνήθειο, ο φέρελπις κουλτουριάρης θα αναζητούσε τις παρέες των διανοούμενων που συγκεντρώνονταν γύρω από την ηγετική μορφή του Κωστή Μοσκώφ στα ταβερνάκια της αγοράς, και κυρίως στον “Πέτρο” και τη “Μυροβόλο”, ο φοιτητής θα επισκεπτόταν τη στοά μετά τη μία το βράδυ για να ξημεροβραδιαστεί στα “άφτερ” μπαράκια που λειτουργούσαν στο εσωτερικό της από τη δεκαετία του ’90 μέχρι τις αρχές του ’00. Έτσι η Μοδιάνο, με αυτό το σχεδόν μεταφυσικό χαρακτηριστικό της να προσφέρει σε όλους αυτό που επιζητούσαν να βρουν, αγαπήθηκε όσο λίγα μέρη στη Θεσσαλονίκη και ταυτίστηκε με το Genius Loci, όπως αποκαλούσαν οι Ρωμαίοι το Πνεύμα του Τόπου».

«Οι πολύβουες στοές της αγοράς παρείχαν ίσκιο, καθώς άνοιγα δρόμο μέσ’ από καρότσια φορτωμένα ως απάνω με σύκα, ξηρούς καρπούς, ιμιτασιόν σινιέ πουκάμισα και πειρατικές κασέτες. Το μπουζούκι του Τσιτσάνη τσίτωνε τα φτηνιάρικα ηχεία των πωλητών, δίχως όμως να μπορεί να παραβγεί με το κλαρίνο και το νταούλι που ’παίζαν τα γυφτάκια, ξεκουφαίνοντας τους συνωστισμένους θαμώνες των ουζερί στην αγορά τροφίμων Μοδιάνο. Στα τραπεζάκια της Μυροβόλου Σμύρνης, που με τ’ όνομά της θύμιζε τις δόξες και τις συμφορές του παλιού μικρασιατικού ελληνισμού, το τσίπουρο και οι μεζέδες γεφύρωναν τη μετάβαση από τη δουλειά στον μεσημεριανό ύπνο».

(Mark Mazower, Θεσσαλονίκη: Πόλη των φαντασμάτων)