Με τα μάτια του ΙΟΒΕ, προβλέψεις και ερμηνείες

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μερικά αναμενόμενα, ορισμένα πιο αιχμηρά από την παραδοσιακή παρουσίαση της Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ που έγινε χθες – πάλι διαδικτυακά. Στα αναμενόμενα μπορεί κανείς να καταγράψει ήδη τις μακροοικονομικές προβλέψεις για το 2021 που δίνουν:

  • σε βασικό σενάριο, προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης 3,5-4% που βασίζεται σε ιδιωτική κατανάλωση +2,5 έως +3,5%, σαφώς αυξημένες επενδύσεις +12 έως +15% και αυξημένες εξαγωγές +11% έως +13%. Η δημόσια κατανάλωση πάει πίσω, σε -3 έως -4% καθώς τα μέτρα στήριξης αποσύρονται. Εδώ, η ανεργία προσδοκάται να κινηθεί στο 15,5-16%.
  • σε δυσμενές σενάριο, η πρόβλεψη για ανάπτυξη μένει στο 1,5-2% , που προέρχεται από ιδιωτική κατανάλωση +1 έως +1,5%, με χαλαρότερες επενδύσεις +7 έως +9% εξαγωγές +6 έως +8%. Η δημόσια κατανάλωση «μαζεύεται» λιγότερο, δηλαδή κινείται με -1% έως -2%. Η ανεργία λίγο υψηλότερα: 17-17,3%.

Εκείνο που διαφοροποιεί τα δυο σενάρια, είναι η πρόγνωση για την πορεία της πανδημίας (προσοχή: και στο θετικό σενάριο παραμένουν μέτρα προστασίας όλο το α΄6μηνο, στο δυσμενές ακόμη βραδύτερο το άνοιγμα), συν η επαναφορά του τουρισμού (στην πρώτη περίπτωση προβλέπονται έσοδα 45-50% του επιπέδου του 2019, δηλαδή διπλάσια απ’ όσο πέρσι στην δεύτερη στο 35-40%).

Στρέφοντας τα μάτια στην ΕΕ, η θετική πρόβλεψη βλέπει – όπως και το ΔΝΤ – ανάπτυξη στο 4,4%, η δυσμενής κάνει λόγο για ανάπτυξη στην περιοχή του 3,5%. Όσο για την εισροή πόρων από το Ταμείο Ανάπτυξης/NGEU, στο βασικό σενάριο αντλούνται 5,5 δις ευρώ, στο δυσμενές μόνον 4 δις.

Μια πρώτη, πιο αιχμηρή, επισήμανση της ίδιας της παρουσίασης του ΙΟΒΕ: σε αντίθεση με την προηγούμενη Τριμηνιαία (δ’ 3μηνο του 2020), «παραλείπεται» ολωσδιόλου η διατύπωση ενός τρίτου, ευμενέστερου σεναρίου. Η καταγραφή της πολύ διστακτικής διόρθωσης του υγειονομικού ισοζυγίου – έτσι λέγεται ευγενικά: στην πραγματικότητα, μέσα Απριλίου κινούμεθα σε κόκκινη ζώνη και το γνωρίζουμε όλοι – δεν επιτρέπει αισιόδοξα σενάρια.

Τώρα, από τις βαθύτερες αναζητήσεις της Τριμηνιαίας Έκθεσης, θα σταθούμε στην επισήμανση – και αυτή ευγενικά/προσεκτικά διατυπωμένη – ότι ενώ στο δημοσιονομικό ισοζύγιο όλοι γνωρίζουν/όλοι βλέπουν ότι οι απαιτήσεις για στήριξη της οικονομίας δημιουργούν «τρύπα», επισημαίνεται με έμφαση το ότι στο εξωτερικό ισοζύγιο το έλλειμμα του 2020 υπήρξε υπερτετραπλάσιο εκείνου του 2019 (από 2,7 δις έφθασε στα 11,1 δις ευρώ, δηλαδή 6,7% του ΑΕΠ. Τέτοιο έλλειμμα είχε να καταγραφεί από το 2011 (με 8,8%) – και τούτο μετά την βίαιη διόρθωση του αρχικού Μνημονίου, που «συνάντησε» το εξωτερικό έλλειμμα στην περιοχή του 15% (2007-8).

Θα ήταν ίσως υπερβολικά διαταρακτικό να μιλήσει κανείς για επανεμφάνιση των δίδυμων ελλειμμάτων, σαν αυτά που καταβύθισαν την Ελλάδα τότε. Πράγματι, το δημοσιονομικό έλλειμμα αυτήν την φορά είναι πλήρως (;) δικαιολογημένο, ως εκ του σοκ της κρίσης στα δημόσια έσοδα και του κόστους των δαπανών στήριξης: πάντως, στις εισαγωγικές του παρατηρήσεις, ο Πρόεδρος του ΙΟΒΕ Τάκης Θωμόπουλος ήδη προειδοποίησε ότι η δημοσιονομική στήριξη χρειάζεται να γίνει βαθμιαία πιο στοχευμένη, καθώς οι οριζόντιες κινήσεις δημιουργούν φορτίο δανείων που κάποια στιγμή θα αποπληρωθούν. Και το εξωτερικό έλλειμμα έχει την εξήγησή του, με τις εξαγωγές να σκοντάφτουν (ιδίως υπηρεσιών) και τις υποχρεωτικές εισαγωγές λόγω πανδημίας. Όμως και πάλι, καμπανάκι ανησυχίας.

Αν αναζητά κανείς ένα πάτημα αισιοδοξίας, η Τριμηνιαία του ΙΟΒΕ το δίνει με την – μικρή, έστω – βελτίωση του δείκτη οικονομικού κλίματος, που είχε βυθιστεί στην Ελλάδα (παράλληλα με την Ευρώπη) στο μέσο του 2020. Σ’ εμάς η επαναφορά άργησε λίγο, αλλά συμβαίνει. Όπως, όμως, επεσήμανε στην παρουσίαση ο Νίκος Βέττας, σημειώνεται σχετική επιφυλακτικότητα των καταναλωτών, σε σχέση με πιο θετικό κλίμα στις επιχειρήσεις.

Μια άλλη επισήμανση, ζυγιασμένη αυτή, αφορά το ότι το λιανικό εμπόριο έχει μεν υποστεί το σοκ της κρίσης, αλλά σε μικρότερο βαθμό από τους άλλους κλάδους της οικονομίας (υποχώρηση -8%, έναντι -13,5% για το σύνολο της οικονομίας). Αντίστοιχα, υπήρξε ο κλάδος με σταθερότητα την απασχόληση που παρέχει (+0,1%), με την βοήθεια βεβαίως των μέτρων στήριξης της περιόδου. Ο συσχετισμός του βάρους του λιανεμπορίου με την διστακτικότητα των καταναλωτών δημιουργεί, όμως, ερωτηματικά για την συνέχεια στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Αυτά μας φέρνουν στο πιο ενδιαφέρον παράδοξο της περιόδου, που είναι η υποχώρηση της ανεργίας στο δ’ 3μηνο του 2020, δηλαδή στο μέσο της κρίσης του κορωνοϊού. Η ανεργία, μάλιστα, σημειώθηκε από το ΙΟΒΕ, συνεχίζει να αποκλιμακώνεται για 7ο συνεχές έτος, από την τρομερή κορυφή 27,5% το 2013 σε 16,3% το 2020 (κάτω από το 20% πέρασε το 2018 με 19,3% , ενώ το 2019 ήταν πλέον στο 17,3%). Συνεχίζουν βέβαια τα μεγέθη να είναι ανησυχητικά, όμως η αύξηση απασχόλησης στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, την υγεία-κοινωνική μέριμνα, τις επιστημονικές/τεχνικές δραστηριότητες και (το μαντέψατε!) στο Δημόσιο, αντιστάθμισε την υποχώρηση του τουρισμού, των κατασκευών ή της μεταποίησης.

Εκείνο όμως που έκανε με προσοχή ο Νίκος Βέττας, ήταν να προσεγγίσει ερμηνείες αυτής της εξέλιξης. Λοιπόν: η συγκράτηση της ανεργίας οφείλεται πρώτα-πρώτα στο ότι τα μέτρα στήριξης και οι ενισχύσεις είχαν ως προϋπόθεση το πάγωμα των απολύσεων. Άμεσα θετικό, αυτό, και κοινωνικά σωτήριο – όμως μετακινεί το πρόβλημα στο τι θα συμβεί όταν πάψουν οι στηρίξεις και… εκπνεύσουν οι όροι τους. Επιπρόσθετο όμως το άλλο στοιχείο: η καταγραφόμενη ανεργία συγκρατείται και από το γεγονός ότι η συνεχιζόμενη (κορωνοϊός μετά τα Μνημόνια) ατμόσφαιρα κρίσης, οδηγεί αρκετόν κόσμο να απομακρυνθεί από το εργατικό δυναμικό, να μην δηλώνει δηλαδή ότι βρίσκεται σε αναζήτηση απασχόλησης. Εύλογη αντίδραση, με δεδομένα τα επίπεδα αμοιβών που έχουν διαμορφωθεί, για όσους το δύνανται…

Αυτή η συνολική προσέγγιση, δημιουργεί πρόσθετα ερωτηματικά για το «μετά». Το οποίο, μάλιστα, πηγαίνει για αρκετούς μήνες μετά την λήξη της υγειονομικής κρίσης, των μηχανισμών στήριξης κοκ: ούτε το 2022 προβλέπεται εύκολο, αν πιστέψει κανείς αυτήν την γραμμή σκέψης.