Με θέμα την Moody’s, τον Θόδωρο Σκυλακάκη και τον Θοδωρή Πελαγίδη

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Δεν είναι μόνον δημοσιογραφικές πληροφορίες – ούτε απλώς επέκταση της θετικής έκθεσης της Moody’s για τις προοπτικές των Ελληνικών τραπεζών (λόγω της ενισχυόμενης οικονομικής ανάπτυξης, τελευταίως, αλλά και λόγω της προόδου στο ξεφόρτωμα NPLs) –  είναι και εκτιμήσεις διεθνών τραπεζών (όπως η Morgan Stanley) που εγκαθιστούν στο προσκήνιο την αίσθηση ότι την Παρασκευή, μαζί με την κατάθεση στην Βουλή του Προϋπολογισμού 2022, μπορεί να έχουμε αναβάθμιση κατά μια βαθμίδα της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από την Moody’s. Η οποία, να θυμίσουμε, είναι η πλέον «τζαναμπέτικη» από τους τρεις βασικούς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, καθώς μας κρατά τρία «κλικ» κάτω από την επενδυτική βαθμίδα/investment grade. σε αντίθεση μ’ αυτό, Fitch και S&P μας έχουν δυο βαθμίδες κάτω από investment grade (ομοίως και η DBRS). Αν κάτι τέτοιο επαληθευθεί, θα αποδειχθεί ευτυχής συγκυρία που κάτι τέτοιο γίνεται τώρα – και μάλιστα με επίκληση, ως φαίνεται, του ταχύτερου ρυθμού ανάπτυξης που καταγράφεται από τον ένα παρατηρητή μετά τον άλλο.

Κατά τις αντίστοιχες διαρροές/εκτιμήσεις, η επίσημη πρόβλεψη του Προϋπολογισμού για ρυθμό ανάκαμψης (για το τρέχον 2021) θα αναβαθμιστεί σε 6,9% έναντι 6,1% του Προσχεδίου Προϋπολογισμού, με ένα 4,5% για το 2022. Θυμίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις φθινοπωρινές προβλέψεις της έκανε λόγο για 7,1% για φέτος και 5,2% για το 2022. Το «ευτυχής συγκυρία» αφορά το ότι μια θετική τοποθέτηση των αγορών θα βοηθούσε π.χ. στο να αμβλυνθούν οι νέες ανησυχίες που «ανεβαίνουν» με αντικείμενο την επίπτωση στο χρέος – όπως αυτό καταγράφεται – όχι απλώς του τρέχοντος δανεισμού και των αναγκών στήριξης λόγω πανδημίας (και πυρκαγιών του καλοκαιριού…), αλλά και των συζητήσεων για την εγγραφή (ή μη, ή μερική) των εγγυήσεων για το Πρόγραμμα «Ηρακλής» για τα κόκκινα δάνεια.

Είχε ενδιαφέρον, εν τω μεταξύ, ότι μιλώντας στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, ο αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ Θόδωρος Σκυλακάκης στάθηκε μεν στα θετικά της βελτιωμένης απόδοσης των φόρων (λόγω και της συνεχιζόμενης/εντεινόμενης ανάκαμψης) με υπέρβαση των στόχων για φορολογικά έσοδα και τον Οκτώβριο κατά 7,4% και με συνέχιση της θετικής τάσης τον Νοέμβριο – άλλο θέμα το ότι ήδη χάσαμε δόση 1,7 δις ευρώ που ελπιζόταν να εισπραχθεί τώρα από το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά μετατοπίζεται λόγω Βρυξελλών για το 2022 – πλην όμως έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην επίπτωση που μπορεί να έχει, ακριβώς στις προοπτικές ανάπτυξης του 2022, η συνεχιζόμενη πληθωριστική πίεση. Μάλιστα πήρε πάνω του την πρωτοβουλία να απευθύνει έκκληση προς τις επιχειρήσεις να «αντιμετωπίσουν με ιδιαίτερη αυτοσυγκράτηση την μεταφορά του [αυξημένου] κόστους ενέργειας στις τιμές καταναλωτή» , ώστε «να μην διακυβεύσουμε [μια δυναμική ανάπτυξη] παρασυρόμενοι στον φαύλο κύκλο των πληθωριστικών προσδοκιών».

Ας σημειωθεί ότι – μιλώντας στην ΕΡΤ/Πρώτο Πρόγραμμα – ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Θοδωρής Πελαγίδης έθεσε επίσης την έμφαση στα προβλήματα μέλλοντος που δημιουργεί ο «επίμονος, επεκτεινόμενος σε περισσότερα αγαθά και υψηλότερος από τον αρχικώς αναμενόμενο πληθωρισμό». Για τον Θ. Πελαγίδη, η άφθονη ρευστότητα που υπάρχει (λόγω αυξημένων αποταμιεύσεων, λόγω δημοσιονομικής χαλάρωσης/μέτρων στήριξης για την πανδημία αλλά και λόγω επίσπευσης καταναλωτικών δαπανών με τον φόβο ότι η τωρινή άνοδος των τιμών θα τραυματίσει την αγοραστική δύναμη) επιτείνει την συσσωρευμένη/pent-up ζήτηση. Με άλλα λόγια… οι αρχικές καθησυχαστικές εκτιμήσεις για πρόσκαιρο πληθωρισμό πάνε πίσω, και ζούμε (δική μας η «μετάφραση») ένα κλίμα παλιού, καλού (=κακού) πληθωριστικού φαινομένου. Οπότε, εδώ πάλιν ο λόγος στον Θ. Πελαγίδη, ένας επιταχυνόμενος πληθωρισμός μπορεί να «προκαλέσει  οπωσδήποτε ισχυρό αντίθετο άνεμο στην ανάκαμψη», ιδίως αν επιμείνει επί πολύ στο 2022.