Με θέμα τις προσδοκίες ανάπτυξης και το Ταμείο Ανάκαμψης, στο DEF

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Την μεγαλύτερη ψυχολογική στήριξη/ενίσχυση – αν η πολιτική έχει ψυχή, θέμα που ανήκει σε άλλες σφαίρες ανάλυσης –πρέπει να έλαβε η Κυβέρνηση από την τοποθέτηση, στα πλαίσια του DEF 2021/Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών που (λόγω κορωνοϊού) φιλοξενήθηκε φέτος στο Ζάππειο, της Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ψηφιακή Ανάπτυξη και τον Ανταγωνισμό Μαργκρέτε Βεστάγκερ η οποία διατύπωσε την εκτίμηση ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει την ισχυρότερη ανάπτυξη/ταχύτερη ανάκαμψη μεταξύ όλων των Ευρωπαϊκών χωρών το 2021.

Με δεδομένο ότι η αριστερόστροφη Φιλελεύθερη Βεστάγκερ αποτελεί όχι απλώς σημαντική προσωπικότητα στην ΕΕ (κανονικά θάταν Πρόεδρος της Επιτροπής, στην θέση της αποκαρδιωτικής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αν δεν είχε πρυτανεύσει η ισορροπιστική λογική των «Μεγάλων») αλλά και απαιτητική/διόλου διπλωματική δημόσια φιγούρα όπως είχε αποδείξει ως επικεφαλής των υπηρεσιών Ανταγωνισμού σε δύσκολες εποχές, η άποψή της έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Ωστόσο, αν μείνουμε πάντοτε στο DEF 2021, αξίζει να προσεγγισθούν με μεγάλη σοβαρότητα οι τοποθετήσεις κι άλλων συντελεστών, όπως περιστράφηκαν γύρω από την συμβολή – στις προσδοκίες ανάκαμψης – του Ταμείου Ανάκαμψης/RRF. Που σε κάθε στροφή «καραδοκούσε» στις παρεμβάσεις ως υπόσχεση, αλλά και ως προειδοποίηση. Υπόσχεση, ήδη με δεδομένο ότι οι αναμενόμενες για το 2021 εκταμιεύσεις, από τα 4 δις ευρώ ελπίζεται (επισήμως, Θ. Σκυλακάκης) να φθάσουν τα 7,9 από τα συνολικά 32 δις (σε ορίζοντα 5ετιας) και με προσδιορισμένα τα 90% των έργων/μεταρρυθμίσεων. Προειδοποίηση, καθώς από διαφορετικές σκοπιές επισημαίνεται η απαιτητικότητα του νέου (σε σχέση με τα κλασσικά ΕΣΠΑ) αναπτυξιακού Προγράμματος.

Όλοι είχαν να πουν μια λέξη για το Ταμείο Ανάκαμψης και την υπόσχεση του. Ακόμη και ο Κλάους Ρέγκλινγκ, του ESM, που περισσότερο προσεγγίζει την υπόθεση της Ελληνικής οικονομίας από το σκέλος της «υποχρεωτικής» ανάκαμψης που απαιτεί η διατήρηση της βιωσιμότητας του χρέους, του οποίου το 55% βρίσκεται στα χέρια του ESM. (Είχε ενδιαφέρον πώς ο Ρέγκλινγκ αντιμετώπισε στο DEF 2021 το φαινόμενο να «σηκώνει» η Ελλάδα στις αγορές κεφάλαια για διάρκεια 5 έως 30 ετών με επιτόκια πολύ χαμηλότερα, σήμερα, εκείνων που είχε εξασφαλίσει προ ετών η κοινή πιστωτική επιφάνεια των Μεγάλων της Ευρωζώνης δια του ESM). Ασφαλώς δε ο Χρήστος Σταικούρας έσπευσε κι αυτός, ως άμεσα ενδιαφερόμενος ΥΠΟΙΚ να καταγράψει τις προβλέψεις για ισχυρή ανάκαμψη το 2021 και ακόμη περισσότερο το 2022, με επίκληση κι αυτός  της συνεισφοράς του Ταμείου Ανάκαμψης.

Μιλώντας ως Πρόεδρος του ΣΕΒ δηλαδή από πλευράς πραγματικής οικονομίς, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, ναι μεν επανέλαβε το πόσο σημαντική θα είναι για την μετά-τον-κορωνοϊό Ελλάδα η κάλυψη του επενδυτικού κενού της προηγούμενης 10ετίας με άντληση από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης , όμως προειδοποίησε για τις απαιτήσεις υλοποίησης. Ακόμη πιο ουσιαστικά, έδειξε προς την κατεύθυνση των δυσχερειών που παρουσιάζει ο συνδυασμός επενδύσεων με μεταρρυθμίσεις – και μάλιστα με την επισήμανση ότι ΚΑΙ οι μεταρρυθμίσεις θα έχουν χρηματοδοτικές απαιτήσεις. Το τελευταίο αυτό σπανίως επισημαίνεται, σε μια χώρα όπου η εκφώνηση της λέξης «μεταρρύθμιση» θεωρείται ότι έχει  αφεαυτής μαγική επήρεια.

Όμως και ο Νίκος Καραμούζης – της Grant Thorton, η οποία … έπαιξε ήδη κομβικό ρόλο στο στήσιμο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης όπως υπεβλήθη στις Βρυξέλλες – δεν παρέλειψε να τονίσει (α) ότι η ουσιαστική πρόκληση θα είναι η υλοποίηση και (β) ότι θα χρειαστεί να υπάρξει ένα στοιχείο συναίνεσης ως προς τους στόχους του Εθνικού Σχεδίου. Και στις δυο κατευθύνσεις, η διαφοροποίηση της λειτουργίας. του RRF, που δεν υπάγεται πλέον στις υπηρεσίες που προέκυψαν από τα αλήστου μνήμης Διαρθρωτικά Ταμεία αλλά οδηγείται από την νέα λογική της Ανθεκτικότητας (έννοιας που πάει να αντικαταστήσει την Σύγκλιση/Συνοχή της εποχής Ντελόρ…), παρέχει την ευκαιρία πιο ελαστικής εφαρμογής, ΑΛΛΑ θέτει πιεστικά στο τραπέζι και την υποχρέωση απόδειξης ότι οι στόχοι που τίθενται θα επιτυγχάνονται.

Μην το προσπερνάτε έτσι εύκολα, αυτό! Αντί να έχουμε την γραφειοκρατία – διπλή: Ελληνική ΚΑΙ Βρυξελλιανή – του ελέγχου των τιμολογίων και εκείνου του φυσικού αντικειμένου των παρεμβάσεων (επενδύσεων: έγιναν τα χιλιόμετρα δρόμου ; έγινε η αγροτική μονάδα; μεταρρυθμίσεων: μπήκε σε λειτουργία ψηφιακό σύστημα ελέγχου/διασταυρώσεων στις ΔΟΥ; καθιερώθηκε η κάρτα εργασίας;) θα πρέπει πλέον να αποδεικνύεται και ότι έχει επιτευχθεί το αποτέλεσμα που στοχεύεται (μειώθηκε ο χρόνος και το κόστος μετάβασης από το σημείο Α στο σημείο Β; μειώθηκαν τα ατυχήματα; είναι διεθνώς εμπορεύσιμο το νέο αγροδιατροφικό προϊόν; περιορίστηκε η φοροδιαφυγή; οι απλήρωτες υπερωρίες;).\Και… ποιος μετράει/ποιος πιστοποιεί την επίτευξη ποιοτικών στόχων; Εδώ κάπου, ίσως ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα/των συμβουλευτικών εταιρειών τύπο Grant Τhorton αποδειχθεί υπέρτερος των υπηρεσιακών μηχανισμών.