Οικονομία, επενδύσεις και ορθολογική συμπεριφορά

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2022, τ.1019

ΝΑΥΤΙΛΙΑ

του Κωνσταντίνου Μελά*

Στις οικονομικές επιστήμες, η βασική θεωρία που έχει επικρατήσει μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού είναι αυτή της ελεύθερης αγοράς. Στον ύστερο καπιταλισμό, και ειδικά μετά την έλευση της παγκοσμιοποίησης, τα δύο κυρίαρχα αξιώματα που επικρατούν είναι πως αρχικά οι αγορές αυτορυθμίζονται και δεν υπάρχει κάποια μορφή λανθασμένης αποτίμησης (τουλάχιστον μακροχρόνια) και επίσης πως τα οικονομούντα άτομα των κοινωνιών δρουν ορθολογικά.

Αναφορικά με το πρώτο, ότι δηλαδή οι αγορές είναι αποτελεσματικές και δεν χρειάζονται κάποιας μορφής παρέμβαση, οι ερευνητικές μελέτες έχουν δείξει πως αυτή είναι περίπου η αλήθεια. Στην πραγματικότητα, όντως οι αγορές μπορούν να αυτορυθμιστούν και οι τιμές να βρεθούν στο βέλτιστο σημείο μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, γεγονός όμως που μπορεί να διαρκέσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον στα όρια του προσδόκιμου της ανθρώπινης ζωής) δεδομένης της ασυμμετρίας της πληροφορίας που υπάρχει μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων (π.χ. τη διοίκηση μιας επιχείρησης που γνωρίζει επακριβώς τις καθημερινές λειτουργίες της και τους εξωτερικούς επενδυτές).

Ο δεύτερος πυλώνας του θεωρητικού μοντέλου του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (ότι δηλαδή οι άνθρωποι δρουν ορθολογικά) έχει πλέον αποδειχθεί πως σε γενικές γραμμές δεν ισχύει. Σημαντική εδώ ήταν η συνεισφορά του Daniel Kahneman (Nobel Οικονομικών, 2002), ο οποίος είναι από τους πρώτους που εντόπισε τις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών ατόμων όσον αφορά τις οικονομικές τους συμπεριφορές.

Στα πλαίσια αυτά, το παρόν άρθρο θα ασχοληθεί με δύο κύριους πυλώνες της συμπεριφοράς των επενδυτών της ναυτιλίας, οι οποίοι επιδεικνύουν πως, τουλάχιστον σε μετρήσιμα αποτελέσματα, οι επενδύσεις στον ναυτιλιακό κλάδο δεν θα έπρεπε να αποτελούν κάτι το οποίο θα ήταν ορθό για τους επενδυτές.

 

Ιλιγγιώδη κέρδη, αλλά για ελάχιστους

Ξεκινώντας με το πρώτο στοιχείο αναφορικά με τις ναυτιλιακές αγορές, θα ασχοληθούμε με το ποσοστό απόδοσης το οποίο προσφέρουν κατά μέσο όρο οι επενδύσεις στη ναυτιλία. Εδώ, θα πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρουμε άλλον έναν σημαντικό παράγοντα, ο οποίος είναι το ρίσκο που υπάρχει εν γένει σε οποιαδήποτε επένδυση. Θεωρείται πλέον αξίωμα και για τους μη ειδικούς πάνω στα χρηματοοικονομικά πως το κέρδος είναι ανάλογο του ρίσκου. Τούτου δοθέντος, θα πρέπει να ελέγξουμε ποια είναι η σχέση μεταξύ του ρίσκου που παίρνει ένας επενδυτής στη ναυτιλία και ποιο είναι το ενδεχόμενο κέρδος από αυτή την επένδυση.

 

 

Από ό,τι μπορούμε να δούμε στον Πίνακα 1, οι επενδύσεις στη ναυτιλία, ενώ όντως προσφέρουν ένα ικανοποιητικό κέρδος κατά μέσο όρο, έχουν δυσανάλογα μεγάλο ρίσκο σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα επενδυτικά προϊόντα. Για παράδειγμα, μια επένδυση στα βρετανικά ομόλογα κατά την περίοδο μεταξύ 1975-2004 είχε μια απόδοση της τάξης του 8,5% με τυπική απόκλιση (ως μονάδα μέτρησης ρίσκου) 3,9%, ενώ μια επένδυση στη χύδην ξηρά ναυτιλία για την ίδια περίπου περίοδο είχε απόδοση 7,2% με ρίσκο 40%. Επομένως, είναι λογικό κάποιος να αναρωτιέται γιατί να επενδύσει σε έναν κλάδο όπου και μικρότερη θα είναι η απόδοσή του και μεγαλύτερο το ρίσκο που θα χρειαστεί να πάρει.

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα βρίσκεται στις λέξεις «κατά μέσο όρο». Προσπαθώντας να απλοποιήσουμε για τους αναγνώστες τη θεωρία των χρηματοοικονομικών, τα παραπάνω δεδομένα μάς λένε πως η αγορά και η αντίστοιχη πώληση μεταξύ του διαστήματος 1975-2004 ενός βρετανικού ομολόγου θα μας απέφερε κέρδος μεταξύ 4,6% και 12,4%, ενώ ενός χύδην πλοίου κέρδος μεταξύ -32,8% και 47,2%, περίπου στο 65% των περιπτώσεων. Τα στοιχεία λοιπόν μας δείχνουν πως από τη μια υπάρχει μια επένδυση η οποία αποφέρει γενικά ένα σταθερό αλλά μικρό κέρδος, ενώ η άλλη επένδυση «υπόσχεται» πολύ μεγάλη κερδοφορία αλλά επίσης και μεγάλη πιθανότητα σημαντικής ζημίας. Γιατί, επομένως, κάποιος να είναι διατεθειμένος να πάρει ένα τέτοιο ρίσκο;

Η απάντηση στην παραπάνω ερώτηση είναι διττή. Αφενός, αρκετά σημαντικό ρόλο παίζει η ιδιοσυγκρασία του επενδυτή. Έρευνες έχουν δείξει πως κάποιοι άνθρωποι είναι πιο συντηρητικοί από τη φύση τους, ενώ άλλοι είναι διατεθειμένοι να παίρνουν μεγαλύτερο ρίσκο έστω και με την πιθανότητα να χάσουν.[1] Ένας δεύτερος εξίσου σημαντικός παράγοντας σχετίζεται με τις πληροφορίες που δεχόμαστε ως άτομα στην καθημερινότητά μας, καθώς και με τον τρόπο με τον οποίο τις επεξεργαζόμαστε. Έχει αποδειχθεί πως σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου συζητούνται θέματα όπως οι επενδύσεις ή η οικονομία γενικότερα τα άτομα που απαρτίζουν αυτό το κοινωνικό σύνολο τείνουν να μεταφέρουν πολύ πιο συχνά τις πληροφορίες των επιτυχημένων επενδυτών παρά των χαμένων.[2] Έτσι, εάν και υπάρχει σημαντική πιθανότητα να χάσει κάποιος μεγάλο μέρος του κεφαλαίου του επενδύοντας στη ναυτιλία, αυτό ακούσια αποσιωπάται από τον κοινωνικό του κύκλο, όπου συζητούνται πιο συχνά τα ακραίως επιτυχημένα μεν, εξεχόντως απίθανα δε παραδείγματα (π.χ. Αριστοτέλης Ωνάσης).

 

Πώς προβλέπουμε το μέλλον

Ένας δεύτερος και εξίσου σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τις μακροχρόνιες επενδύσεις (είτε μιλάμε για τη ναυτιλία είτε για οποιονδήποτε άλλο κλάδο) είναι το άγνωστο στοιχείο του μέλλοντος. Κανονικά, σε όλες τις οικονομικές σχολές, διδάσκεται πως οι μελλοντικές χρηματικές ροές μιας επένδυσης (πιο απλά τα έσοδα μείον τα έξοδα) εκφρασμένες σε σημερινές τιμές αρκούν για να μας δείξουν την κερδοφορία μιας επένδυσης. Φυσικά το παραπάνω, εάν και ακούγεται εύκολο στη θεωρία, εμπεριέχει εν γένει λανθάνοντα χαρακτηριστικά. Το βασικό είναι πως κάποιος θα μπορέσει να προβλέψει τα κέρδη ή τις ζημίες που θα έχει μια επένδυση στο μέλλον. Ίσως αυτό να είναι πιο εφικτό για μια επένδυση ενός ή δύο χρόνων, αλλά για μια επένδυση σε ένα πλοίο με ωφέλιμη διάρκεια ζωής περίπου 25 χρόνια η πιθανότητα να είναι ορθός είναι μηδενική.

Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε στους βασικούς κανόνες βάσει των οποίων οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις για το μέλλον. Πρακτικά, αυτό που μπορεί ένας επενδυτής να κάνει είναι είτε να κάνει μια επιλογή τελείως τυχαία χωρίς κάποια ανάλυση (οι αναγνώστες μπορούν να διαβάσουν για την ανάλογη ψευδο-επιστήμη της στριφτολογίας,[3] πιο γνωστή στα ελληνικά ως «κορώνα ή γράμματα») είτε να κάνει μια ανάλυση του παρελθόντος με σκοπό να εξαγάγει συμπεράσματα για το μέλλον.

Προφανώς, η ανάλυση των ιστορικών στοιχείων για τις χρηματαγορές, την αγορά των τάνκερ ή την κτηματαγορά είναι πολύ καλύτερη επιλογή από το να προβεί ένας επενδυτής σε μια επιλογή βασιζόμενη στο κορώνα ή γράμματα. Μολαταύτα, τα ιστορικά δεδομένα δεν μπορούν πάντα να προβλέψουν το μέλλον. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα το πώς βλέπαμε να εξελίσσεται η ζωή μας, η κοινωνία και η οικονομία το 2019. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως ξαφνικά θα προέκυπτε μια παγκόσμια υγειονομική κρίση και οι ζωές μας θα άλλαζαν τόσο δραματικά. Μάλιστα, εάν ρωτούσαμε κάποιον το 2019 πώς περίμενε να είναι η ζωή του το 2020, θα μας περιέγραφε, πιθανώς με μικρές παραλλαγές, πώς ήταν η ζωή του τη στιγμή της ερώτησης.

Αυτό το γεγονός ονομάζεται, παρέκταση, όταν δηλαδή αδυνατούμε λόγω της δομής του κόσμου να υποθέσουμε πώς θα είναι το μέλλον – κι έτσι υποθέτουμε πως θα είναι ελάχιστα διαφορετικό από το παρόν. Το ίδιο ακριβώς έχει αποδειχθεί πως γίνεται και στις ναυτιλιακές επενδύσεις. Οι επενδυτές, όταν βρίσκονται στην αρχή μιας επένδυσης, καθώς αδυνατούν να γνωρίζουν τι θα συμβεί να υπόλοιπα 25 χρόνια υποθέτουν πως τα τωρινά δεδομένα θα ισχύουν, λίγο ή πολύ, και στο μέλλον.[4]

Αυτά επομένως ήταν δύο μόνο από τα πολλά ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που, εάν και θεωρούμε πως τουλάχιστον οικονομικά δρουν ορθολογικά, η πεποίθησή μας αυτή είναι τελικά εσφαλμένη.


[1] Grable, J. E., 2000. “Financial risk tolerance and additional factors that affect risk taking in everyday money matters”, Journal of Business and Psychology 14(4), pp. 625-630.

[2] Han, B., Hirshleifer, D. & Walden, J., 2022. “Social transmission bias and investor behavior”, Journal of Financial and Quantitative Analysis 57(1), pp. 390-412.

[3] Delage, E., Kuhn, D. & Wiesemann, W., 2019. “Dice”-sion–making under uncertainty: When can a random decision reduce risk?”, Management Science 65(7), pp. 3282-3301.

[4] Melas, K., 2019. Three Essays on Behavioural Finance in Shipping Markets (Doctoral dissertation, Department of Commerce, Finance and Shipping, Faculty of Management and Economics, Cyprus University of Technology).

* Ο δρ. Κωνσταντίνος Μελάς είναι υπεύθυνος ακαδημαϊκών προγραμμάτων στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο στο campus της Θεσσαλονίκης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επιμελείται τον ιστότοπο www.kdmelas.eu