Μερικά στοιχεία «διαβάσματος» των Γερμανικών εκλογών

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Οι Γερμανικές εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου θα μας απασχολήσουν αυτονόητα, για τις επιπτώσεις που θα έχουν και «στα δικά μας» και στα κάπως ευρύτερα Ευρωπαϊκά. Ωστόσο, αξίζει να σταθεί κανείς πρώτα σ’ ένα απευθείας διάβασμα της εκλογικής αυτής αναμέτρησης.

Οι δυο μεγάλοι χαμένοι των Γερμανικών εκλογών – το επί 16 χρόνια βασικό κόμμα διακυβέρνησης, οι Χριστιανοδημοκράτες CDU/CSU της Άνγκελας Μέρκελ (έχασαν σχεδόν 9 ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας σε χαμηλά ρεκόρ δεκαετιών, που 62% των ψηφοφόρων «χρεώνει» στον Άρμιν Λάσετ ο οποίος οδήγησε το κόμμα στις κάλπες) και η Αριστερά/Die Linke (που ακόμη παλεύει να πιάσει το 5% το οποίο είναι η φραγή εισόδου στην Βουλή – προσοχή!, αυτό δεν σημαίνει ότι το κόμμα δεν έχει καθόλου βουλευτές καθώς εξασφαλίζει έδρες απευθείας σε τοπικό επίπεδο, όπως του ηγετικού Γκέοργκ Γκύζι) δημιουργούν το βασικό σκηνικό των διαπραγματεύσεων για σχηματισμό Κυβέρνησης Συνασπισμού, τώρα.

Πράγματι, οι 206 έδρες του προπορευόμενου SPD, οι 196 του δεύτερου CDU/CSU, οι 118 των Πρασίνων και οι 92 των Φιλελευθέρων/FDP (οι 39 των Die Linke δεν επιτρέπουν συμμετοχή σε σχήμα Rot-Rot-Gruen, δηλαδή SDP/Πρασίνων/Die Linke που είχε πολυσυζητηθεί) δεν είναι μόνον αριθμητικό ζήτημα ποιο συνδυασμό τριών κομμάτων θα επιτρέψουν: απαιτούνται 368 έδρες στο  Bundestag των 735 εδρών. Η αίσθηση νίκης των SPD του μετριοπαθούς Όλαφ Σολτς, νίκη που εν πολλοίς πιστώνεται στον ίδιο («Μέρκελ από τα Αριστερά»), σαφώς του δίνει πολιτικό προβάδισμα για να πιέσει και τους Πράσινους και το FDP του (φιλόδοξου, επιθετικού, συντηρητικών αντανακλαστικών) Κρίστιαν Λίντνερ σε συνασπισμό «φωτεινού σηματοδότη»: κόκκινο-κίτρινο-πράσινο.

Ακριβώς αντίθετα, η – και προσωπική – ήττα του Άρμιν Λάσετ από πλευράς CDU, όμως και το κακό αποτέλεσμα της «αδελφής» CSU του Μάρκους Σέντερ στην Βαυαρία (η έκταση της Χριστιανοδημοκρατικής ήττας επιτείνεται και από την καταγραφή χαμηλής πτήσεως από την ακροδεξιά AfD, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απέσπασε ψηφοφόρους CDU/CSU), δεν αποτρέπει μεν θεσμικά από Χριστιανοδημοκρατική συμμετοχή σε Κυβέρνηση συνασπισμού «Τζαμάικα»: μαύρο, κίτρινο, πράσινο, αλλά μειώνει αισθητά το κύρος στην διαπραγμάτευση.

Δυο ακόμη – βαριά – στοιχεία από τις Γερμανικές κάλπες: τα δυο βασικά/πολυσυλλεκτικά κόμματα μόλις που συγκέντρωσαν 50% του συνόλου των ψήφων. συν, στις νεότερες ηλικίες πρώτο κόμμα οι Πράσινοι, δεύτερο οι Φιλελεύθεροι…

Όσο τώρα, στις διάφορες χώρες (ιδίως της Ευρώπης) θα γίνονται αναλύσεις για τις επιπτώσεις του αύριο του Γερμανικού πολιτικού συστήματος και των διαπραγματεύσεων για Κυβέρνηση Συνασπισμού – με βάση προσεκτικά διατυπωμένο και ζυγιασμένο Koalitionsvertrag/Συμβόλαιο Συνασπισμού, δεσμευτικό μέχρι και την λεπτομέρεια: γι αυτό και προβλέπεται μακρά και επίπονη διαδικασία – αξίζει να σταθεί κανείς λίγο περισσότερο στο τι διαδραματίστηκε στην Γερμανία. Μια χώρα που ζει με βάση αναλογικό εκλογικό σύστημα. και, έως τώρα, δεν τα πήγε κι άσχημα στην άσκηση της εξουσίας!…

Το πολύπλοκο εκλογικό σύστημα της Γερμανίας – δίνεις μια ψήφο σε υποψήφιο, απ’ ευθείας σε στενή περιφέρεια. ύστερα έχεις μια δέυτερη (Zweitstimme) που πηγαίνει σε κόμμα, το οποίο ορίζει λίστα σε ευρύτερη περιφέρεια – έδωσε αυτήν την φορά τουλάχιστον δυο όχι-αρκετά-παρατηρούμενα φαινόμενα εκλογικής συμπεριφοράς.  Αυτά άλλωστε «υπονόμευσαν» την πειστικότητα των δημοσκοπήσεων, οι οποίες μετρούν προτιμήσεις σε γενικό επίπεδο και δυσκολεύουν την αντίληψη όσων δεν πηγαίνουν κοντά -κοντά στην Γερμανική λογική…

Το πρώτο είναι εκείνο που έδωσε στους Πρασίνους – στην νέα δύναμη που εμφανίστηκε ορμητικά και, προοδευτικά, έφθασε να εκτοπίζει τους Σοσιαλδημοκράτες/SPD στα αστικά κέντρα και τις νεότερες, «φωτισμένες» γενιές (με διαφορετικό τρόπο ζωής, με οικολογική ευαισθησία και μετα-κοινωνικά προτάγματα) – την πρώτη ψήφο, σε συγκεκριμένο υποψήφιο. Κρατώντας όμως την δεύτερη ψήφο για το SPD σε μια λογική «σε κάποιους που έχουν πείρα από διακυβέρνηση». Το δεύτερο αφορά την υποχώρηση των Χριστιανοκοινωνιστών/CSU της Βαυαρίας: η υποχώρηση σε επίπεδο χαμηλού ρεκόρ 70ετίας δεν αποθάρρυνε την διατήρηση της πρώτης ψήφου στον παραδοσιακά επιλεγόμενο υποψήφιο, όμως «επιτρέπει» να φύγει η δεύτερη ψήφος ως δείγμα ενόχλησης μάλλον όχι προς SPD, αλλά συχνά προς Φιλελεύθερους/FDP, στιγμές-στιγμές προς Πρασίνους, ή και σε λογική πικρής διαμαρτυρίας προς την AfD.

Ειδικά στην Βαυαρία, λιγότερο στην Ρηνανία-Παλιτινάτο, ας μην παραβλέπεται και το φαινόμενο των εκροών προς τους Freie Waelhler (κόμμα διαμαρτυρίας δεξιόστροφων προτιμήσεων), που συγκέντρωσαν κάπου 450.000 ψήφους από την δεύτερη ψήφο: όχι αμελητέα διαρροή για τους CSU/CDU.

Αυτές οι δυνάμεις έφεραν το εκλογικό αποτέλεσμα της κάλπης της 26ης Σεπτεμβρίου, στην χώρα-ρυθμιστή της Ευρώπης. χώρα υπερβολικά μεγάλη για την Ευρωπαϊκή ήπειρο, ωστόσο πολύ μικρή για τα πλανητικά δρώμενα. Για τις παραπέρα συνέπειες των αυριανών διαπραγματεύσεων και του συνασπισμού διακυβέρνησης που θα χτιστεί, αύριο.