Μετά και την παρέμβαση Καραμανλή: από το Μαξιμοκεντρικό «Επιτελικό Κράτος» σε ένα Υπουργικό Συμβούλιο με πολιτική λειτουργία. Ενδιαφέρον!

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Έτσι που κινείται η πολιτική ζωή στην Ελλάδα του 2022, όλα τα μάτια χθες ήταν στραμμένα στην ομιλία του Κώστα Καραμανλή στα Ανώγεια, στην εκδήλωση μνήμης του Ανωγειανού Γιάννη Κεφαλογιάννη, στα δεξιά του η Όλγα Κεφαλογιάννη. Διόλου παράξενο, με δεδομένους τους κραδασμούς που περνάει – λόγω των παρακολουθήσεων και/ «επισυνδέσεων» και του σάλου που έφεραν συνολικά στο πολιτικό σύστημα – το κυβερνών κόμμα. Που, χωρίς κανένα δείγμα υπάρχει ότι χάνει την κοινοβουλευτική του συνοχή των 157 βουλευτών, δεν παύει να αποτελείται από τρία τμήματα: ασφαλώς τους Μητσοτακικούς, οπωσδήποτε τους Σαμαρικούς, αλλά πάντα γύρω από τον πυρήνα των Καραμανλικών. Οπότε όλοι «άκουσαν Κώστα Καραμανλή» – ενόψει άλλωστε και της συζήτησης στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας για τις παρακολουθήσεις, σήμερα, όμως με δεδομένο και το κάπως ξέπνοο «Παρών!» των κυβερνητικών εδράνων στην συζήτηση για συγκρότηση της Εξεταστικής Επιτροπής. Ήταν ήδη σημαντική η αποστροφή: «Το θέμα είναι τόσο σοβαρό και βαρύ που δεν επιτρέπεται να μείνουν σκιές ιοβόλες για την δημοκρατική ομαλότητα. Το να προκλήθηκαν τα γεγονότα αυτά από Κυβερνητική πρωτοβουλία είναι εκτός από αντιδημοκρατικό και παράνομο, τόσο πέρα από κάθε όριο νοσηρής φαντασίας και πολιτικής ανοησίας, που είναι αδιανόητο». Δείτε όμως και την κατακλείδα: «Η επίκληση του απορρήτου[…] υποτάσσεται στην ανάγκη κάθαρσης του δημοσίου βίου». Και η ουσιαστική κορύφωση έρχεται αλλού, κι ας εντυπωσιάζει λιγότερο. «Όλα στο φως, κι από κει και πέρα απαραίτητες και με διακομματική συνεργασία οι διορθώσεις του θεσμικού καθεστώτος». Αυτή η τελευταία έκκληση για διακομματική συνεργασία, από Κώστα Καραμανλή, ας καταγραφεί με προσοχή…

Ωστόσο, θα προτείναμε στον αναγνώστη να δώσει λίγο παραπάνω προσοχή σε μιαν άλλη είδηση – που δεν αξιολογήθηκε ιδιαίτερα, κι ας έγινε στο πάμφωτο προσκήνιο και του Υπουργικού Συμβουλίου. Όπου ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά την επανάληψη του ότι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2023 καθώς και διάφορα περί ενεργειακής κρίσης, Ευρωπαϊκής λύσης κλπ., κάλεσε το εν λόγω Υπουργικό Συμβούλιο – πέρα από την προώθηση πλήθους νομοσχεδίων – να λειτουργήσει «περισσότερο πολιτικά». Δηλαδή να αποτελέσει ένα «πολιτικό κέντρο με ανταλλαγή απόψεων για τα ζητήματα της επικαιρότητας και τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου» (σε ορίζοντα, φυσικά, εκλογών του 2023).

Εκεί λοιπόν που είχαμε μάθε η πολιτική συζήτηση και η καθοδήγηση της επικαιρότητας να γίνεται από το Μαξίμου (ασχέτως αν ο ένας ή ο άλλος υπουργός ή βουλευτής διεκδικούσε στασίδι στα κανάλια ή πρόσβαση στις στήλες των παραπολιτικών, με σεβασμό πάντως στα  non-papers), εκεί που ο συντονισμός του κυβερνητικού έργου γινόταν από το «Επιτελικό Κράτος» που θεωρήθηκε ότι απετέλεσε την πεμπτουσία της υπερτριετούς διακυβέρνησης 2019-22, τώρα οι συμμετέχοντες στο Υπουργικό Συμβούλιο κλήθηκαν να αναβαθμίσουν την ίδια τους την πολιτική λειτουργία. Ενδιαφέρον.

Έπεσε όμως στα χέρια μας μια συζήτηση που είχαμε στην «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ» του Απριλίου του 2010 με τον Kevin Featherstone, του LSE/του Hellenic Institute, ο οποίος τότε λειτουργούσε ως σύμβουλος της Κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου, μαζί με μια Επιτροπή αναδιοργάνωσης/μεταρρύθμισης της διακυβέρνησης.

Παρατηρούσε, λοιπόν, ο Featherstone: «Συνταγματικά, θεσμικά το σύστημά σας [στην Γαλλία] βασίζεται στις εξουσίες του πρωθυπουργού. Χαρακτηριστικό, βέβαια, που παρατηρείται και σε άλλες χώρες. Βλέποντας όμως τα πράγματα «από τα έξω», διαπιστώνεται πως αυτή η συγκέντρωση εξουσιών είναι τυπική και μόνον. Στην πράξη, υπάρχει μεγάλη αποκέντρωση στους επιμέρους υπουργούς». Και ακόμη: «Το ζήτημα δεν είναι να δίνονται εξουσίες στον πρωθυπουργό ή στους υπουργούς. Το ζήτημα είναι να λειτουργήσει το σύστημα διακυβέρνησης συντονισμένα».

Με άλλα λόγια, αναλύοντας εκείνο που θεωρούμε στην Μεταπολίτευση – πάντως από τα χρόνια Ανδρέα Παπανδρέου και μετά – κλασικό πρωθυπουγοκεντρικό σύστημα, στην πραγματικότητα βλέπουμε ότι οι υπουργοί αφήνονταν να λειτουργούν με τις απολύτως δικές τους προτεραιότητες. Ούτε επί Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (ισχυρές προσωπικότητες αμφότεροι), ούτε επί Κώστα Σημίτη (κατεξοχήν οργανωτικός, με το «μαύρο μπλοκάκι») μπόρεσε να υπάρξει συντονισμός. Και ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς πήγαν να στήσουν σχήματα συντονισμού του κυβερνητικού έργου – είχαν αξιοποιήσει πολύτιμη δουλειά τεχνοκρατών του project management – χωρίς όμως να αλλάξει κάτι. Η Κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου ήταν ούτως ή άλλως «ομοσπονδιακού τύπου», εκείνη των Τσίπρα/Καμμένου ισορροπιστική με φέουδα.

Αυτήν ακριβώς την «παράδοση» πήγε να ανατρέψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης με το «Επιτελικό Κράτος». Όμως… εκείνο που κατέληξε να επιτευχθεί αποδείχθηκε αρνητικό από άλλη κατεύθυνση: την αυτονόμηση κέντρων εντός του «Επιτελικού Κράτους», πέραν των υπουργών. Με κατάληξη τις παραιτήσεις Γρηγόρη Δημητριάδη και Π. Κοντολέοντος, μιαν Εξεταστική… και βλέπουμε.

Υπ’ αυτήν την έννοια, η «απόδοση» πολιτικού λόγου στους υπουργούς φέρνει τα πράγματα εκεί που ήταν πάντα. Άξοδο τέλος!

Συνδέστε όμως με τις υποθήκες Κώστα Καραμανλή από τα Ανώγεια, και διαγράφεται στο φόντο μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη.