Μετα-σχολιασμός της εμπειρίας PISA στην Ελλάδα του 2020

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Είχαμε μάθει τις εξετάσεις αυτές να τις αναφέρουμε σε μια λογική «Ελληνικής γκρίνιας»: γιατί δεν διεξάγονται συστηματικά στην Ελλάδα; Γιατί όσο μετέχουμε έμμεσα σ’ αυτές καταγραφόμαστε με υστέρηση;

Ο λόγος για το (Πρόγραμμα του ΟΟΣΑ, ας σημειωθεί) Πρόγραμμα για Διεθνή Αξιολόγηση των Μαθητών/Programme for International Students Assessment/PISA με το οποίο μετράται/αξιολογείται το επίπεδο επιδόσεων των – 12χρονων και  15χρονων – μαθητών σε παγκόσμια κλίμακα. Και οι 80 χώρες/οικονομίες/εκπαιδευτικά συστήματα που μετέχουν στο Πρόγραμμα PISA, προτείνουν και εν συνεχεία εφαρμόζουν μεθόδους αξιολόγησης των επιδόσεων στις φυσικές επιστήμες/τα μαθηματικά/την γλωσσική επάρκεια. πέραν τούτων όμως και στην δυνατότητα συνεργατικής προσέγγισης προβλημάτων ή στον οικονομικό εγγραμματισμό. Ερμηνεία κειμένων, εξήγηση φυσικών φαινομένων, μαθηματικά προβλήματα: αυτή είναι η κλασική τριάδα.

Τα αποτελέσματα δεν (ΔΕΝ) αφορούν ατομικές επιδόσεις ούτε βαθμολογούν, αλλά σύγκριση της συνολικής κατάστασης των εκπαιδευτικών συστημάτων – όχι μόνον στους πλέον προνομιούχους, αλλά συνολικά στα εκπαιδευτικά συστήματα.

Το (αποδεικνύεται) εθνικό μας σύμπλεγμα μπροστά στην έννοια κάθε λογής αξιολόγησης, έκανε ώστε στην Ελλάδα να υπάρχει έμμεση μόνον συμμετοχή. Αυτά, για το 2018 – η έρευνα PISA διεξάγεται ανά 3ετία – είχαν δώσει σκορ 457 στους Έλληνες μαθητές στην γλωσσική επάρκεια (με μέσο όρο ΟΟΣΑ 487), 451 στα μαθηματικά (έναντι 489 μ.ο.) και 452 στις φυσικές επιστήμες (489 μ.ο.). Στο άνω άκρο, δηλαδή στις υψηλές επιδόσεις, βρέθηκαν 6,2% Ελληνάκια. στο κάτω άκρο, δηλαδή με χαμηλές επιδόσεις και στα τρία, ήταν 19,9%.

Με δεδομένη αυτή την επιφυλακτικότητα, έχει ενδιαφέρον να καταγραφεί ήδη το γεγονός ότι φέτος, μέσα Μαΐου, διεξήχθησαν στην ευδαίμονα χώρα μας «εθνικές εξετάσεις PISA». Και τούτο αρκετά μαζικά, αφού πρόκειται για 554 σχολεία (Δημοτικών 6ης τάξης, συν Γυμνασίων 3ης Τάξης). για σχολεία όλων των τύπων και όλης της χώρας – αυτό, κρατήστε το! – με την συμμετοχή 11.411 συνολικά μαθητών. Οι Εθνικές Εξετάσεις Διαγνωστικού Χαρακτήρα – αυτή είναι η εδώ επίσημη ονομασία – διεξήχθησαν τελικώς στην Ελλάδα του 2022 παρά τις ουκ ολίγες αντιρρήσεις/αντιστάσεις, αυτό ήδη αποτελεί ένα ενδιαφέρον κεκτημένο (για την επόμενη χρονιά, έχουν προαναγγελθεί γενικευμένες PISA). Ένα προκαταρκτικό σημείο που καταγράφηκε είναι –  θαρρούμε – πολύ σημαντικό: ΟΥΤΕ σε περιφερειακό επίπεδο, ΟΥΤΕ σε επίπεδο μεγέθους εκπαιδευτικής μονάδας (μεγάλα ή μικρά σχολεία) παρατηρήθηκαν «σημαντικές διαφορές» όσον αφορά τις  σωστές απαντήσεις των μαθητών. Με δεδομένη την εγκατεστημένη προκατάληψη σχετικά με τις διαφορές κέντρου – περιφέρειας αλλά και μεταξύ «σημαντικών» ή πιο περιθωριακών εκπαιδευτικών μονάδων, αυτό το εύρημα έχει ήδη την αξία του.

Ας πάμε, πάντως, λίγο πιο κοντά στα στατιστικά των Ελληνικών PISA – όπως ανακοινώθηκαν.  Ξεκινώντας από τα Μαθηματικά 6ης Δημοτικού, διαπιστώνουμε 71,9% σωστών απαντήσεων, 18,9% λανθασμένων απαντήσεων και 8,9% «μερικώς σωστών» – αυτά στο 1ο επίπεδο. Στην Γλωσσική Επάρκεια, πάλι στο Δημοτικό, βλέπαμε 77,4% σωστές απαντήσεις, 8,4% λανθασμένες και 13,7% μερικώς σωστών – πάλι στο 1ο επίπεδο. Ανεβαίνoντας, τώρα,  στο 2ο επίπεδο στην 6η Δημοτικού, βλέπουμε στα Μαθηματικά 63,64% σωστές απαντήσεις, ενώ οι λανθασμένες και οι μερικώς σωστές καταγράφονται αμφότερες λίγο κάτω από το 18%. Πάλι στην Γλώσσα, στο 2ο επίπεδο, οι σωστές απαντήσεις είναι στο 70,6%, οι λανθασμένες μόλις στο 6,1%, οι μερικώς σωστές στο 22,7%.

Όταν πλέον φθάσουμε στο 3ο επίπεδο , στα Μαθηματικά οι σωστές απαντήσεις περιορίζοντας στο 62,1%, οι λανθασμένες στο 12,2%, οι καθόλου ή μερικώς σωστές στο 14,8%. Ενώ, επιστρέφοντας στην Γλώσσα στο 3ο επίπεδο έχουμε 69,8% σωστές, 13,5% λανθασμένες, ενώ 16,1% μερικώς σωστές. [Εδώ, θέλει κάποια αυτοσυγκράτηση η αποτίμηση – ιδίως εν αναμονή συγκρίσεων. Ομοίως, χρειάζεται λεπτότερη ανάλυση στις επιμέρους εκδοχές θεμάτων: αριθμοί και πράξεις/μετρήσεις/λόγοι και αναλογίες/γεωμετρία επίλυση προβλημάτων , επίλυση εξισώσεων στα Μαθηματικά. Αντίστοιχα, κατανόηση κειμένου/δομή γλώσσας/γραμματική-συντακτικό/ λεξιλόγιο/στην Γλώσσα].

Στην αντίστοιχη περιήγηση στην 3η Γυμνασίου, τα Μαθηματικά δίνουν 61,08% σωστές απαντήσεις, 18,83% λανθασμένες και 19,38% μερικώς σωστές στο 1ο επίπεδο, με υποχώρηση σε 41,6% σωστών με 30,9% λανθασμένες και 26,4% εν μέρει σωστές στο 2ο επίπεδο. Ενώ 38,89% σωστές, 38,47% λανθασμένες και 21,53% μερικώς αυτές στο 3ο επίπεδο. Στην Γλώσσα, οι σωστές απαντήσεις είναι στο 61,9%, 16,9% λανθασμένες και 20,6% εν μέρει σωστές.

Συνολικά αθροίζοντας, στα Μαθηματικά στης 3ης Γυμνασίου προκύπτουν 45% σωστές, 33% λανθασμένες και 20% μερικώς σωστές απαντήσεις . Συνολικά στην Γλώσσα της 3ης Γυμνασίου έχουμε 57,1% σωστές απαντήσεις, 19,2% λανθασμένες και 23,1% εν μέρει σωστές.

Πιθανολογούμε ότι ο αναγνώστης θα ζαλίστηκε με τον βομβαρδισμό στοιχείων/ποσοστών. Όμως… αν επενδύσει και αναλύσει έστω και σε πρώτο μόνον επίπεδο, θαρρούμε ότι θα συμφωνήσει ότι (α) καταστροφικά ευρήματα δεν προκύπτουν, (β) οι αποκλίσεις μεταξύ STEM/θετικών επιστημών – μαθηματικών αφενός και γλωσσικών αφετέρου δεν είναι χαώδεις, (γ) όσο ανεβαίνουμε επίπεδο δυσκολίας, τα αποτελέσματα «σφίγγουν» – και πάλιν, όμως όχι σε έκταση που να σε μελαγχολεί. Συνδέστε, τώρα, και με την αναφορά σε συγκρίσεις δι-Ευρωπαϊκές, όπως είδαμε στην αρχή, που δίνουν μεν μιαν υστέρηση, όχι όμως και προβληματική…

Για μας, ένα πρώτο συμπέρασμα μιας τέτοιας μετα-ανάλυσης είναι η απορία: γιατί, τελικά-τελικά, «φόβιζε» ώστε να καθυστερήσει τόσο η διεξαγωγή αυτών των διαγνωστικών εξετάσεων – παρόλες τις ακαμψίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος; Και ένα δεύτερο: να καλωσορίσουμε τις γενικές PISA – του χρόνου – ώστε να δούμε πιο αξιόπιστα συγκριτικά στοιχεία.

Και απ’ εκεί, η συνέχεια.