Μετά την Βρετανία ή Πολωνία: το Ευρω-πουλόβερ ξηλώνεται – τι λέει όμως η Γερμανία;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Το υψηλό θέαμα/ακρόαμα που προσέφερε η ανταλλαγή έντονων τοποθετήσεων μεταξύ της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν και του Πολωνού Πρωθυπουργού Ματέους Μοραβιέτσκι (με συμμετοχή του Σλοβένου ΥΠΕΞ Άνστε Μόγκαρ, προεδρεύοντος του Συμβουλίου) στο ΕυρωΚοινοβούλιο εγκατέστησε οριστικά στο προσκήνιο το ζήτημα της ευθείας αμφισβήτησης των Ευρωπαϊκών θεσμών/ισορροπιών/αρχών από ένα μεγάλο Κράτος-μέλος της ΕΕ, της Πολωνίας. Η υπόθεση αυτή κρατάει από αρκετά νωρίτερα – περίπου από την εποχή όπου παρουσιάστηκε και πρόβλημα Ουγγαρίας, λιγότερο Τσεχικής Δημοκρατίας – αρχικά με την αμφισβήτηση της ΕΕ και θεμελιωδών αρχών της (κράτος δικαίου, ανεξαρτησία Δικαιοσύνης) επί αδελφών Κατσίνσκι, όμως καθοριστική στην συνέχεια/τους τελευταίους 18 μήνες, με την απροκάλυπτη παρέμβαση την σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολωνίας.

Το οποίο Συνταγματικό Δικαστήριο/Τribunal Konstytucyni είχε πρόσφατα κρίνει ότι σημαντικές διατάξεις του Ενωσιακού Δικαίου – άρθρα 1 και 19  της Συνθήκης για την ίδρυση της ΕΕ, δηλαδή εκείνα που αφενός ορίζουν την αρχή της κατ’ εκχώρησιν  (κι μόνο) άσκησης αρμοδιοτήτων από την ΕΕ, αφετέρου τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου οργανώνει την δόμηση του Ενωσιακού Δικαίου – αντίκεινται προς το Σύνταγμα/την συνταγματική τάξη της Πολωνίας. Η επίδικη απόφαση αφορούσε προσφυγή ενώπιον του Πολωνικού Συνταγματικού, με αντικείμενο προηγούμενη απόφαση του ΔΕΕ που θεωρούσε ότι η ίδια η διαδικασία ορισμού των μελών του εκεί Ανώτατου Δικαστηρίου αποτελεί παράβαση του Ενωσιακού Δικαίου. (Η απόφαση του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου είχε ληφθεί – μετά από πολύμηνη διαδικασία – με ευρεία πλειοψηφία 12 έναντι 2). Η Πολωνική Κυβέρνηση όχι απλώς στήριξε αυτή την απόφαση – η οποία, βέβαια, θα αρχίσει να επάγεται αποτελέσματα μόνον αφού δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της χώρας – και στην συζήτηση που έγινε στο Ευρωκοινοβούλιο ο Μ. Μοραβιέτσκι δεν παρέλειψε να αναφερθεί στο ότι – κατά την τοποθέτησή του – και άλλα Ανώτατα Δικαστήρια της ΕΕ έχουν εκδώσει ανάλογες αποφάσεις: Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ρουμανία – και …Γερμανία.

Ας σημειωθεί, εδώ, ότι πέραν των νομικών μέτρων εις βάρος της Πολωνίας – με την προσφυγή στο ΔΕΕ – ήδη υπάρχει αρχή υλοποίησης κυρώσεων δια της παρακράτησης πόρων ΕΕ που θα περιέρχονταν στην χώρα αυτή. Μην ξεχνούμε ότι το αρτιγέννητο Ταμείο Ανάκαμψης έχει περιλάβει ρητή πρόνοια για αναστολή των χορηγήσεών του προς χώρες όπου διαπιστώνεται παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων: ευθέως στοχευόταν η Ουγγαρία, αλλά και η Πολωνία – γι αυτό και είχε καθυστερήσει η επικύρωση της συμφωνίας για το NGEU. Ο Έλληνας αναγνώστης, ας θυμηθεί εδώ πώς σε ανάλογη περίπτωση σύγκρουσης του Ελληνικού συνταγματικού πλαισίου – άρθρο 14 παρα 9 του Συντάγματος, υπόθεση «του βασικού μετόχου» – με το Ενωσιακό Δικαίο (ο Μ. Μοραβιέσκι δεν την είχε αυτή την ενημέρωση…), ακριβώς η επαπείληση της παρακράτησης χορηγήσεων των Διαρθρωτικών Ταμείων οδήγησε σε ταχύτατη τακτική υποχώρηση της Κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή/Προκόπη Παυλόπουλου, που ακριβώς είχε υποστηρίξει την υπαρχή της εγχώριας συνταγματικής τάξης.

Επανερχόμενοι στην υπόθεση της αιρεσιμότητας των κονδυλίων NGEU από την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρκετοί Ευρωβουλευτές στο Στρασβούργο έθεσαν θέμα εφαρμογής του άρθρου 7 ΣΕΕ . Εκείνο προβλέπει – σε περιπτώσεις προφανούς κινδύνου για (σταθερή και επιμονή) προσβολή των Ευρωπαϊκών αξιών – κίνηση διαδικασίας, η οποία μπορεί να καταλήξει σε πάγωμα των δικαιωμάτων ψήφου του ελεγχόμενου Κράτους μέλους για παρόμοια προσβολή. (Βέβαια, η διαδικασία είναι έτσι οργανωμένη – στην τελική ευθεία προβλέπεται ομοφωνία.. – ώστε να είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο δεν θα προχωρήσει).

Χωρίς όμως να θέλει κανείς να συμπαραταχθεί με τον Ματέους Μοραβιέτσκι – ή, παλιότερα, τον Προκόπη Παυλόπουλο (επί «βασικού μετόχου», κι εκείνος αναφερόταν στο ότι κι άλλα ανώτατα δικαστήρια προέτασσαν το κύρος του δικού τους Συντάγματος παρά την γενικότερη αποδοχή της αρχής της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου – δεν μπορεί παρά να θυμηθεί την εντελώς πρόσφατη περίπτωση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Που όχι απλώς «μάλωσε» τον άλλο μείζονα, ομοσπονδιακού χαρακτήρα θεσμό της ΕΕ (μάλλον: της Ευρωζώνης), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο (επίσης μείζονος σημασίας) θέμα των προγραμμάτων πιστωτικής χαλάρωσης, αλλά περίπου… την θεώρησε παράλογη τους συλλογισμούς της!

… Βέβαια, η Γερμανία δεν είναι Πολωνία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή – τότε – είχε γρυλλίσει, αλλ’ απέφυγε να βαθύνει την αντιπαράθεση με το Βερολίνο. Η Γερμανική Κυβέρνηση έκανε πως δεν κατάλαβε το ίδιο το Γερμανικό Συνταγματικό «μάζεψε» την αντίθεσή του ως προς το ειδικό πρόγραμμα χαλάρωσης λόγω πανδημίας Covid-19. εντελώς πρόσφατα, δε, όταν ενώπιόν του πήγε να ασκηθεί προσφυγή για προσωρινά/ασφαλιστικά πέτρα για μη-κύρωση των δι΄ ιδίων πόρων της ΕΕ κάλυψης της πρωτοβουλίας του Ταμείου Ανάκαμψης/NGEU, το Γερμανικό Συνταγματικό επέλεξε να την απορρίψει. (Βέβαια, μερίμνησε πρώρα να εξηγήσει ότι δεν θεωρούσε την σχετική προσφυγή ενώπιον του ούτε απαράδεκτη, ούτε προδήλως αβάσιμη. Άρα… παρέμεινε στο παιχνίδι).

Πρώτο συμπέρασμα: όλα τα ζώα δεν είναι ίσα στην ΕΕ, μερικά είναι παγίως πιο ίσα από τα άλλα. Δεύτερο συμπέρασμα: το Brexit έχει θραύσει, άπαξ και δια παντός, την ψευδαίσθηση του ανεπίστροφου της ένταξης στην ΕΕ. Τρίτο συμπέρασμα: όταν θέλει κανείς να κινηθεί εναντίον βασικών αρχών της ΕΕ όπως η υπεροχή του Ενωσιακού δικαίου ή/και η ομοιόμορφη εφαρμογή του, να προσέχει (α) ποιος είναι ο ίδιος, (β) ποιους τρόπους θα ακολουθήσει.