Μετά την ΔΕΘ Τσίπρα (και τον κ. Κόυνερ του Μπρεχτ)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Το να προσεγγίσει κανείς την παρουσία ενός αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης στην ΔΕΘ είναι διαφορετικό από το να δει την παρουσία του Πρωθυπουργού: ο δεύτερος λέει τι θα κάνει (πώς και πότε θα το δούμε, πάντως ο ορίζοντας είναι άμεσος και είναι συγκεκριμένος), ο πρώτος εξηγεί τι θα έκανε/τι θάθελε να κάνει (εάν και εφόσον βρεθεί στην εξουσία: δηλαδή το τι θα του δοθεί η ευκαιρία να κάνει εξαρτάται από τον λαό/από την κάλπη). Η μνήμη του «λεφτά υπάρχουν» από τον Γιώργο Παπανδρέου το 2009 και του «με ένα νόμο και ένα άρθρο» από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα – ασχέτως του πώς ειπώθηκαν, πώς εισπράχθηκαν, πώς ερμηνεύθηκαν – μάλλον λειτούργησε προειδοποιητικά για τον Τσίπρα της 85ης ΔΕΘ.

Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι ασφαλώς και υπήρξαν ατάκες, άλλωστε ο ίδιος ο Τσίπρας είναι ζώο κατεξοχήν πολιτικό/politics-minded, πολύ λιγότερο εστιασμένος σε λύσεις/policy-minded. Οπότε αναμενόμενο ήταν να «απαντήσει» στην παρατήρηση του Κ. Μητσοτάκη περί γαλοπούλας που δεν θάθελε να επισπευσθούν τα Χριστούγεννα. (Αμερικανικής εκδοχής μετάφραση της αντίστοιχης ατάκας του Αντώνη Σαμαρά για το αρνί που δεν βιάζεται να έρθει το Πάσχα – πλην το 2014… έφερε το 2015), προκαλώντας τον: «αν έχει το θάρρος και αν τολμά, ας τις προκηρύξει τις εκλογές – στο χέρι του είναι». Επίσης αναμενόμενο και να προσέλθει στην κόντρα περί μεσαίας τάξης με το «η μεσαία τάξη είναι στην χώρα μας αυτοδημιούργητη, δεν έχει ως διακριτικό το αν φοράει ή όχι γραβάτα», με αναφορά στις αφορολόγητες γονικές παροχές που ανακοινώθηκαν με οροφή τα 800.000 ευρώ.

Όμως στην συνέχεια προσήλθε σε μια λογική πιο προγραμματική, με αναφορές σε διαγραφή μέρους του ιδιωτικού χρέους και (επανα)προστασία της πρώτης κατοικίας και του αγροτικού κλήρου. Με την προσέγγιση του κύματος ακρίβειας μέσω της μεγάλης μείωσης του ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης αλλά και λιγότερο στην βενζίνη, συν δραστηριοποίηση της ΡΑΕ για τον έλεγχο της τιμολογιακής πολιτικής των παρόχων ρεύματος πέραν ΔΕΗ. Με πλέγμα φορολογικών μειώσεων, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, συν  γενίκευση της μείωσης της («έκτακτης») εισφοράς αλληλεγγύης. Με ανακατεύθυνση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Στην προγραμματική αυτή αναφορά έδωσε μια κάποια προσοχή να μην ακολουθήσει την παραδοσιακή λογική της πλειοδοσίας (έτσι, μίλησε για αποτίμηση των μέτρων «του» στα 2 δις, έναντι της ποσοτικοποίησης των 3-3,5 δις των μέτρων Μητσοτάκη – λησμονώντας ότι τα τελευταία καταγγέλθηκαν ως ψευδεπίγραφα, με τα  πραγματικά νέα μέτρα να αξίζουν μόνον 404 εκατ).

Ταυτόχρονα, είχε στρωμένο το έδαφος από την εκπληκτική κίνηση αυτοτραυματισμού της e-food με την προσπάθεια εκβιαστικής αλλαγής στο εργασιακό καθεστώς των ντελιβεράδων, προκειμένου να θέσει ως προτεραιότητα την (επανα)ρύθμιση των εργασιακών, την κατάργηση του «νόμου Χατζηδάκη» (ιδίως σε ό,τι αφορά την συνδικαλιστική λειτουργία), συν την θέσπιση κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ (ενώ μόλις τον Ιούλιο ο κατώτατος των 650 ευρώ είχε προαναγγελθεί ότι θα αυξηθεί κατά 2% από 1/1/2022, ήδη δε «μετά ΔΕΘ» γινόταν λόγος για 730 ευρώ), ακόμη και γύμνασμα 35ωρου χωρίς μείωση μισθού. Σαφής η προτεραιότητα σε κοινωνική ατζέντα σε μια άνυδρη γη. Με αντίστοιχο χρώμα και οι αναφορές Τσίπρα στα της πορείας της πανδημίας, όπου θέλησε να τονιστεί περισσότερο η προσέγγιση ενίσχυσης του ΕΣΥ για το άμεσο και μακρότερο μέλλον.

Όλα αυτά, πάντως, είχαν λιγότερη σημασία από την προσέγγιση που επιχείρησε στο – λόγω και των μετρίων επιδόσεων του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις, θάλεγε κανείς – ερώτημα τι άλλαξε στον ίδιο ώστε να διεκδικήσει, ο ίδιος και το κόμμα του και πάλι την εξουσία. Εκεί, επεστράτευσε Μπρεχτ και τον Herr Keuner που, όταν του είπαν κάποτε ότι δεν είχε αλλάξει καθόλου απάντησε: «Ωχ! Δηλαδή έχω γίνει μνημείο του εαυτού μου». Με την λογική αυτή, θέλησε ο Τσίπρας να πει ότι και ο ίδιος και τα κόμματα δεν μπορούν παρά να θέλουν να αλλάξουν.

Θάλεγε μάλιστα κανείς ότι περισσότερο παρά την παραδοσιακή λογική της προσπάθειας να προσθέσει άλλες πολιτικές φιγούρες/τάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ, σαν να θέλησε να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να πλαισιωθεί από νέα πρόσωπα για την πολιτική τα οποία θα είχαν κάποια πολιτική να προτείνουν/να φέρουν. «Μεγαλύτερη σημασία από τα πρόσωπα, έχουν οι πολιτικές». Όλα αυτά, βέβαια, θα κριθούν στην πράξη – οψέποτε!