Μετά τους πολιτικούς και τα τηλεπαράθυρα, ο λόγος στους ίδιους τους νέους για τον εαυτό τους

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η Ελληνική κοινωνία έχει – εδώ και καιρό – μιαν αμφίθυμη στάση απέναντι στους νέους «της». Ορκίζεται σ’ αυτούς, τους ινδαλματοποιεί, μέχρι και υπουργείο Νέας Γενιάς είχε ιδρυθεί στη πρώτη περίοδο του ΠΑΣΟΚ. όμως όλη  η ζέση της κοινωνικής πολιτικής, όλη η κάλυψη των καθοδηγητικών πρωϊνάδικων επικεντρώνεται σταθερά στους συνταξιούχους. Τώρα τελευταία, υπήρξαν επικρίσεις αν μη κατάρες προς τους νέους για τα κορωνοπάρτι στις πλατείες, για την απειθαρχία και την διακινδύνευση των πιο ηλικιωμένων. ύστερα, ύμνοι και χειροκροτήματα όταν οι ως άνω νεότεροι έσπευσαν στους εμβολιασμούς – ακόμη και με Astra Zeneca – όπου οι μεγαλύτερες ηλικίες δίσταζαν ή αρνούνταν να προσέλθουν.

Καθώς η συνήθης συζήτηση για τους νέους γίνεται κυρίως από τους παλιότερους, συν από έναν μηντιακό κόσμο που κυριαρχείται απ’ αυτούς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια έρευνα γνώμης της Κάπα Research σχετικά με την «Ταυτότητα της Νέας Γενιάς». Ερχόμενη μετά 10 χρόνια από αντίστοιχη έρευνα για τους «Νέους και την Μετανάστευση», καλύπτει τις ηλικίες 17-24 και 25-39. Θέτοντας ερωτήματα και αναζητώντας στάσεις στους ίδιους τους νέους/νεότερους.

Λοιπόν:

Στο θεμελιακό – αν και μεθοδολογικά ολισθηρό – ερώτημα «ποια είναι τα γεγονότα που σημάδεψαν την γενιά σας», δυο παράλληλες (αν και όχι ακριβώς ταυτόσημες…) απαντήσεις κυριαρχούν: κατά 83% είναι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010, κατά 76% τα Μνημόνια και η Τρόικα. Η τωρινή πανδημία της Covid-19 «στέκεται» κάπου στο μέσο, με 81%. Το προσφυγικό/μεταναστευτικό, αρκετά ψηλά με 53%. Όμως η διπλή όψη του ευρώ, ως υιοθέτηση του κοινού νομίσματος (52%) και ως δημοψήφισμα του 2015 (44%) έχει επίσης ενδιαφέρον ότι επισημαίνεται, ως αιχμή, περίπου παράλληλα. Αρκετά πιο χαμηλά συναντά κανείς κινήσεις βάθους, όπως η διάδοση του internet/των  social media (44%), ή η ευαισθησία για την κλιματική αλλαγή (38%). Τα γεγονότα όπου το πολιτικό/κοινωνικό συναντάται με το ακραίο, δολοφονία Γρηγορόπουλου (43%) και δράση/καταδίκη Χρυσής Αυγής (35%, συναντώνται σαφώς πιο χαμηλά, στο τέλος. Μην πείτε ότι δεν ενδιαφέρει η ιεαράρχηση…

Μ’ ένα τέτοιο φόντο, δεν πρέπει να δημιουργεί ξάφνιασμα όταν στο ερώτημα αν η δημόσια συζήτηση «λαμβάνει υπόψη το μέλλον της γενιάς» των 17-39 μόλις 17% απαντούν θετικά, ενώ το 79% θεωρούν ότι «μας αγνοούν». Ήδη, στο πώς αυτοχαρακτηρίζεται η γενιά αυτή συναντά κανείς κυρίαρχα το «σε αδιέξοδο» (33%), με την ανασφάλεια στο 20% και την αδιαφορία στο 15%. Αυτοκριτική διάθεση υπάρχει πιο χαμηλά, δια του «καλομαθημένη» (12%) και του βολεμένη (41%). Πολιτικοποίηση και κυνισμός σχεδόν περιθωριακά: 3%. Στον αντίποδα, όμως, ως «βολεμένη» σφραγίζεται η γενιά των γονέων (με 38%), με το «καλομαθημένη» στο 11%. Η πολιτικοποίηση των παλιών βρίσκεται στο 13%, η τόλμη (και η λογική…) στο 5-6%. Διόλου απροσδόκητο, ότι 78% θεωρούν πως η τωρινή γενιά θα ζήσει χειρότερα, έναντι 10% το ίδιο ή καλύτερα με τους παλιότερους.

Αν προσπεράσει κανείς κάποια μάλλον αναμενόμενα στοιχεία ταυτότητας (αυτοχαρακτηρισμός κατά 41% ως Έλληνες, 31% ως πολίτες του κόσμου, 24% ως εξίσου Έλληνες και Ευρωπαίοι, μόλις 3% ως Ευρωπαίοι – σε άλλο ερώτημα 60% δηλώνουν αποκαρδίωση από την ΕΕ), με ισχυρή υπερηφάνεια ως Ελλήνων (65%), με αντανάκλαση στα 200 χρόνια (35% υπερηφάνεια, 24% αδιαφορία), και με συνολική κατάφαση κατά 51% στην τοποθέτηση/ατάκα «Πιστεύω στην Ελλάδα», φθάνει κανείς στο ναρκοπέδιο του ποιος/τι διεκδικεί την εμπιστοσύνη των 17-39 ως προασπιζόμενος τα συμφέροντά τους. Κυριαρχεί η απάντηση «τον εαυτό μου» (60%), ακολουθεί ο «κανένας» (26%), πολύ κοντά όμως και « οι κοινότητες που δημιουργούνται στο διαδίκτυο» (22%). Επιχειρήσεις και συνδικάτα αρκετά πιο πίσω (100% και 7%), ενώ φοιτητικές παρατάξεις, κόμματα και ΜΚΟ στο 4-5%… Τα ΜΜΕ στον απόλυτο πάτο, δίπλα στους πολιτικούς (1-2%)!

Άλλους θα χαροποιήσει κι άλλους θα ξαφνιάσει, όμως το ενδεχόμενο αναζήτησης διεξόδου στο εξωτερικό έχει πάει – σε σχέση με το 2010, δηλαδή στις αρχές της κρίσης… – εξαιρετικά πίσω: από το 74% στο 45% , όπου συναντάται με ένα 47% που τοποθετούνται ευθέως αρνητικά σ’ αυτήν την προοπτική. Αντιθέτως, το 57% δηλώνουν πρόθυμοι να μετεγκατασταθούν στην επαρχία – και μάλιστα, αν χωρίσει κανείς επί μέρους ηλικιακές ομάδες, στους μεγαλύτερους (35-39 ετών) συναντά κανείς την ισχυρότερη προθυμία, με 67%.

Πάντως, σε σύγκριση πάλι με το 2010, η (σχετική) αισιοδοξία για το μέλλον πήγε από 25% τότε στο 49% τώρα (με απαισιοδοξία στο 50% έναντι 74% το 2010). Ενώ όταν το ερώτημα γίνεται αιχμηρότερο/πιεστικότερο, 59% δηλώνουν ότι «σε 10 χρόνια από σήμερα» η ζωή τους θα είναι καλύτερη. Η ελπίδα δεν λέει να φύγει, έστω κι αν χρειάζεται να αλιευθεί προσεκτικά.