Οικονομική Επιθεώρηση, Μάρτιος 2021, τ. 1004

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ του Απόστολου Λακασά – lakasas@otenet.gr

Μετεξεταστέα η… τηλεκπαίδευση

Καθηγητές και μαθητές εντοπίζουν μεγάλες δυσκολίες, κακή οργάνωση

και αντικειμενικές αδυναμίες, σύμφωνα με πανελλαδική έρευνα

Η τηλεκπαίδευση εισήλθε για τα καλά στη σχολική πραγματικότητα. Συμπληρώνεται ένας χρόνος από τη στιγμή που η πανδημία άλλαξε την καθημερινότητα της ελληνικής εκπαίδευσης (και όχι μόνο) και τα αποτελέσματα έρευνας που παρουσιάζει η Οικονομική Επιθεώρηση καταδεικνύουν τα προβλήματα που ανέδειξε η εξ αποστάσεως εκπαίδευσης στα Γυμνάσια και τα Λύκεια. Προβλήματα υποδομών και εξοπλισμού, μαθησιακά αλλά και ψυχολογικά. Άγχος, θλίψη, θυμός, αγωνία, κόπωση είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν σε μαθητές και καθηγητές την περίοδο αυτή. Μάλιστα, είναι σαφές ότι την ένταση επιτείνει η παρουσία των γονιών στο σπίτι. Τα παιδιά επιχειρούν να συνηθίσουν σε μια νέα «σχολική αίθουσα», χωρίς συμμαθητές, αλλά υπό την… επίβλεψη του γονιού. Άλλωστε, το βλέμμα του γονιού υφίστανται και οι εκπαιδευτικοί. Οι γονείς τούς σχολιάζουν, ατύπως τους αξιολογούν, κατόπιν τους κρίνουν μεταξύ τους ή και στη διεύθυνση του σχολείου!

Ειδικότερα, η έρευνα για την υποχρεωτική τηλεκπαίδευση διενεργήθηκε πανελλαδικά από ομάδα εκπαιδευτικών. Στην έρευνα συμμετείχαν 2.548 μαθητές και 963 καθηγητές. Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά και αποδεικνύουν ότι, παρά τις προσπάθειές του, το Υπουργείο Παιδείας έχει πολλά ακόμη να φροντίσει για την τηλεκπαίδευση.

Ως προς τον εξοπλισμό σύνδεσης, μόνο το 28,2% των καθηγητών δήλωσε ότι είχε όλα τα απαραίτητα μέσα. Οι υπόλοιποι χρειάστηκε να αγοράσουν από Η/Υ ή λάπτοπ (15,2%) έως κάμερες, μικρόφωνο, γραφίδα, εκτυπωτή και να αναβαθμίσουν τη σύνδεσή τους, ενώ κάποιοι δεν κάλυψαν για οικονομικούς λόγους τις σχετικές ανάγκες (14%). Από τους μαθητές, υπολογιστή είχαν λιγότεροι από τους μισούς (42,7%). Μέσω κινητού τηλεφώνου συνδεόταν στα μαθήματα το 31% των μαθητών, είτε ελλείψει άλλης συσκευής, είτε επειδή η υπάρχουσα συσκευή δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των τηλεμαθημάτων, είτε επειδή αυτό τους βόλευε περισσότερο (29,2%, 39,4% και 31,4% αντιστοίχως). Όσον αφορά την προμήθεια συσκευών από το σχολείο, μόνο 2 στους 100 μαθητές δανείστηκαν τάμπλετ από αυτό. Στους καθηγητές αυτή η αναλογία βελτιώνεται στο 5,8% (λάπτοπ και τάμπλετ). Σε κάθε περίπτωση, από τις απαντήσεις τεκμηριώνεται ότι η κρατική συνδρομή στο οικονομικό βάρος της τηλεκπαίδευσης ήταν ελάχιστη.

Περίπου 7 στους 10 καθηγητές δήλωσαν ότι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην τηλεκπαίδευση σχετίζονται με τον ελλιπή εξοπλισμό και την κακή σύνδεση των μαθητών. Την κακή σύνδεση (δική τους και των καθηγητών) δήλωσαν και οι μισοί περίπου μαθητές (55,1% και 48,3% αντίστοιχα) ως επιπλέον λόγο δυσκολίας, ωστόσο σε αυτούς την πρωτοκαθεδρία ως παράγοντας δυσκολίας κατέχει το webex (65%), ενώ και στους καθηγητές οι δυσλειτουργίες της ίδιας πλατφόρμας είναι ο τρίτος σε σημαντικότητα παράγοντας δυσκολίας (60,9%). Επιπλέον, άλλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι μαθητές ήταν η έλλειψη ζωντανής επαφής με συμμαθητές και καθηγητές (52,7%), οι ελλιπείς ψηφιακές δεξιότητες των ιδίων και των καθηγητών τους και η δυσκολία πρόσβασης στις πλατφόρμες ασύγχρονης εκπαίδευσης (e-class, e-me). Συνολικά, οι δυσκολίες που συνάντησαν οι μαθητές έχουν επίπτωση τόσο στην ποιότητα του μαθήματος όσο και στην ψυχολογική τους κατάσταση: 8 στους 10 μαθητές ανέφεραν ότι οι συνολικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν υποβάθμισαν την ποιότητα του μαθήματος από αρκετά έως πάρα πολύ. Ταυτόχρονα, 62,6% των μαθητών δήλωσαν ότι τα παραπάνω προβλήματα τους προκάλεσαν άγχος ή και άλλα αρνητικά συναισθήματα (αρκετά έως πάρα πολύ). Σε αυτά πρέπει να προστεθούν τα αρνητικά συναισθήματα που τους προκάλεσε γενικότερα η συνθήκη του εγκλεισμού και της τηλεκπαίδευσης.

Μόνο το 7,8% των εκπαιδευτικών είπαν πως δεν αντιμετώπισαν κανένα τεχνικό πρόβλημα. Οι απαντήσεις του υπόλοιπου 92,2% ως προς το ποιος τους βοήθησε να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες αναδεικνύουν ως μία από τις πιο θετικές παραμέτρους το εκτεταμένο σύστημα αλληλοβοήθειας που οργανώθηκε στη διάρκεια της τηλεκπαίδευσης. Κατά σειρά αξιοποιήθηκαν: φίλοι και συνάδελφοι (59,4%), ομάδες εκπαιδευτικών στα κοινωνικά δίκτυα (35,4%), ο καθηγητής Πληροφορικής του σχολείου (27,5%) και, τέλος, σε πολύ μικρό ποσοστό το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο (2,4%). Σύμφωνα ωστόσο με την εκτίμηση των εκπαιδευτικών, αν η Πολιτεία είχε μεριμνήσει για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών όσο τα σχολεία παρέμειναν ανοιχτά (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2020), θα είχαν ανταποκριθεί επαρκέστερα στις ανάγκες της τηλεκπαίδευσης (ναι/μάλλον ναι 84,2%).

 

 

Οι μαθητές συνδέονται, αλλά πόσο παρακολουθούν και συμμετέχουν;

Σε ποσοστό 88,9% οι υπεύθυνοι τμημάτων κατέγραψαν υψηλά ποσοστά σύνδεσης στις ψηφιακές τάξεις. Το 11,1% των υπευθύνων, ωστόσο, ανέφερε ότι 4 έως και πάνω από 15 μαθητές δεν συνδέθηκαν ποτέ στο webex ή συνδέθηκαν ελάχιστες φορές. Όμως, λιγότεροι από το 60% των μαθητών παρακολουθούσαν όντως το μάθημα στην τηλεκπαίδευση, σύμφωνα με 9 στους 10 καθηγητές. Το ποσοστό παρακολούθησης των μαθητών ήταν μεγαλύτερο στην κανονική τάξη, σύμφωνα με το 74,5% των εκπαιδευτικών.

Η διάσπαση προσοχής των μαθητών, την οποία μαθητές και εκπαιδευτικοί αναγνώρισαν σε εντυπωσιακό ποσοστό (86,8% και 80,7%, αντίστοιχα) ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην τηλεκπαίδευση, φαίνεται να ευθύνεται για τον αποθαρρυντικά μικρό βαθμό παρακολούθησης και συμμετοχής. Για τη συμμετοχή ειδικότερα, 6 στους 10 μαθητές περίπου απάντησαν ότι συμμετέχουν λιγότερο έως πολύ λιγότερο από ό,τι στην πραγματική τάξη. Ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το εισπράττουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό οι καθηγητές (75,9% δηλώνουν ότι οι μαθητές συμμετέχουν λιγότερο/πολύ λιγότερο).

Η ύλη προχωράει, αλλά πώς;

Στο πλαίσιο της υποχρεωτικής τηλεκπαίδευσης ορίζεται ότι παραδίδεται νέα ύλη. Όμως, η διαδικασία παράδοσης-εμπέδωσης της ύλης δεν είναι αποτελεσματική. Οκτώ στους 10 εκπαιδευτικούς και 9 στους 10 μαθητές δηλώνουν ότι η παράδοση της ύλης είναι λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με τη διά ζώσης. Ανάλογες απαντήσεις καταγράφονται για την εμπέδωση της ύλης. Πάνω από 7 στους 10 μαθητές νιώθουν ότι έχουν εμπεδώσει λίγο ή καθόλου την ύλη, ενώ το ίδιο εκτιμούν για τους μαθητές τους 5 στους 10 εκπαιδευτικούς.

Η τηλεκπαίδευση επίσης αποδεικνύεται ιδιαίτερα κουραστική για τους μαθητές και κυρίως για τους καθηγητές. Οι συντριπτικά περισσότεροι εκπαιδευτικοί (86,9%) δήλωσαν ότι ο φόρτος εργασίας τους έχει αυξηθεί. Η διαδικασία της τηλεκπαίδευσης φαίνεται ότι κινητοποίησε σε διαφορετικό βαθμό εκπαιδευτικούς και μαθητές, επηρεάζοντας αντιστοίχως τον φόρτο εργασίας τους: οι εκπαιδευτικοί υποχρεώθηκαν να αυτοεπιμορφωθούν, να προετοιμάσουν ψηφιακό υλικό και μαθήματα κατάλληλα για την πλατφόρμα. Αντιθέτως, αν και το 40% των μαθητών δήλωσε ότι αυξήθηκε ο φόρτος εργασίας του, το 62,7% των μαθητών αισθανόταν πολύ λιγότερο υποχρεωμένοι απ’ ό,τι στο σχολείο να μελετήσουν, ενδεχομένως επειδή δεν αισθάνονται «ορατοί».

Στην ερώτηση για το πόσο ευχαριστημένοι είναι από την τηλεκπαίδευση, σχεδόν 8 στους 10 μαθητές δήλωσαν λίγο έως καθόλου ευχαριστημένοι (38,4% και 38,3% αντίστοιχα), υπάρχουν όμως και κάποιοι που είπαν πολύ ή και πάρα πολύ ευχαριστημένοι (4,1% και 2%).

Ως προς την αξιολόγηση των μαθητών, στη συντριπτική πλειονότητα εκπαιδευτικοί και μαθητές απάντησαν κατά συντριπτικό ποσοστό (91,6%) ότι δεν είναι εφικτή η διεξαγωγή διαγωνισμάτων με όρους όμοιους με αυτούς της διά ζώσης. Μόνο το 3% των καθηγητών και το 4,1% των μαθητών θεωρεί εφικτή τη διεξαγωγή κανονικών διαγωνισμάτων. Οι υπόλοιποι προκρίνουν ως βασικά κωλύματα: την αδυναμία διασφάλισης του αδιάβλητου της διαδικασίας (74,8% μαθητών, 89,5% καθηγητών), τα τεχνικά προβλήματα κατά την παράδοση της ύλης (70,2% μαθητών, 69,9% καθηγητών), τα τεχνικά ζητήματα κατά τη διεξαγωγή των διαγωνισμάτων (73,2% μαθητών, 81,2% καθηγητών).

Ως προς τον επανασχεδιασμό της τηλεκπαίδευσης, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές προτείνουν την εξασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης όλων των μαθητών (83,9% των εκπαιδευτικών), παράμετρος που αναδεικνύεται και από τους μαθητές, τη βελτίωση των δυνατοτήτων λειτουργίας της πλατφόρμας τηλεκπαίδευσης (67,5% των εκπαιδευτικών). Ως προς την εκπαιδευτική διαδικασία, οι καθηγητές ζητούν πρόσθετο εκπαιδευτικό υποστηρικτικό υλικό για κάθε ενότητα της ύλης (70,1%), ενημέρωση για διδακτικές πρακτικές κατάλληλες για την τηλεκπαίδευση (62,7%), επικαιροποιημένες οδηγίες διδασκαλίας από το Υπουργείο Παιδείας (49,7%), μικτό μοντέλο σύγχρονης-ασύγχρονης (43,5%) και μείωση των ωρών της σύγχρονης εκπαίδευσης (31,6%).