Μετρώντας την ποιότητα της νομοθέτησης

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Θα φανεί ίσως υπερφιλόδοξο, αν όχι και απλοϊκό να μιλάει κανείς σήμερα – στις αρχές του 2021, μια χρονιά όπου τα πάντα κινούνται στον ρυθμό της πανδημίας και της έκτακτης ανάγκης που δημιουργήθηκε, να κάνει κανείς λόγο για ποιότητα νομοθέτησης – ως στοιχείο κεντρικό στην επιδίωξη του κράτους δικαίου – και μάλιστα για διαμόρφωση δείκτη ποιότητα νομοθέτησης.

Πλην όμως, μια πρόσφατη δουλειά (Δείκτης Ποιότητας Νομοθέτησης του ΚΕΦΙΜ/Μάρκος Δραγούμης) που κάλυψε το χρονικό διάστημα 2018-19 (παρουσίασαν στον «Συνήγορο» της Νομικής Βιβλιοθήκης οι Π. Καρκατσούλης, Ε. Στεφανοπούλου, Κ. Σαραβάκος) έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα-πρώτα επειδή καλύπτεται μια περίοδος μετά την πολυετή φάση των Μνημονίων, όπου η ίδια η νομοθέτηση ήταν εν πολλοίς εξωγενής από την βάση της, και προτού περάσουμε στην εποχή της πανδημίας όπου μεγάλο μέρος της νομοθέτησης γίνεται από συνθήκες κατάστασης ανάγκης. Ύστερα, στην διετία αυτή συναντά κανείς δυο διαφορετικούς πολιτικούς χώρους στην ευθύνη των πραγμάτων, αλλά και δυο φάσεις στην διακυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ στην φάση εξόδου, Ν.Δ. στην ανάληψη της ευθύνης). Υπάρχει όμως και μια τρίτη διάσταση: όλη αυτή η συζήτηση περί καλής νομοθέτησης – ως υγιής αντίδραση στην διαπίστωση της πολυνομίας/κακονομίας που επί χρόνια, πάντως από την δεκαετία του ΄90, υπήρξε προσπάθεια ευαισθητοποίησης από Θ. Παπαλεξόπουλο/Στ. Ματθία («Κοινωνία Πολιτών»), που διαδόθηκε στην δημόσια σφαίρα και εν συνεχεία τέθηκε στο κέντρο της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας των Μνημονίων (το τελευταίο αμύητο, βέβαια, μάλλον πρόβλημα προσέθεσε με τα αντανακλαστικά της έξωθεν επιβολής που ξύπνησε…) – έχει φθάσει σε φάση ωρίμανσης.

Πάντως, η μέτρηση της τήρησης των διαδικασιών καλής νομοθέτησης – διαβούλευση/ex ante ανάλυση συνεπειών/ex post αξιολόγηση αποτελεσμάτων/απλούστευση-κωδικοποίηση/ενσωμάτωση κανόνων ΕΕ/μέριμνα για εσωτερική συνοχή των κανόνων – με ένα Δείκτη «βαθμολόγησης» που καλύπτει κλιμακωτά όλα τα παραπάνω, έχει πολλά να συνεισφέρει.

Στην συνολική αξιολόγηση του 2018-19, καταγράφεται μια σχετική βελτίωση στην ποιότητα της νομοθέτησης: το 2019 προκύπτει βαθμολογία 50,8/100 έναντι 45,6/100 του 2018. Αυτή η καλή αίσθηση έρχεται ωστόσο να «προσγειωθεί» με αρκετές επιμέρους διαπιστώσεις. Πλήθος συγκρούσεις και πολλά επίπεδα πολυπλοκότητας: το 61% των νομοθετημάτων του 2019 ήρθαν να τροποποιήσουν διατάξεις της αμέσως προηγούμενης 3ετίας και (ακόμη χειρότερα) το 36% των νόμων περιλαμβάνει διατάξεις με αναδρομική ισχύ «χωρίς αυτό να αιτιολογείται». Η κεντρικής σημασίας διαδικασία της διαβούλευσης αρχίζει να ριζώνει: 69% των νόμων του 2019 μπήκαν σε δημόσια διαβούλευση, έναντι 54% της αμέσως προηγουμένης χρονιάς – πλην όμως η μέση διάρκεια της διαβούλευσης ήταν 11 ημέρες (με συνιστώμενη διάρκεια τις 4 εβδομάδες…). Πέραν τούτου, από την ανάρτηση μέχρι την ψήφιση, προστίθενται σχεδόν άλλα τόσα άρθρα/ρυθμίσεις από τα αρχικώς υπό διαβούλευση! «Φυσικά», το άγος των τροπολογιών, κυρίως  ασχέτων με το κυρίως αντικείμενο, συνεχίστηκε: το 2019 ένα 62% των τροπολογιών ήταν άσχετες, το 2018 ένα 86%. Ανάλογη η κατάσταση από πλευράς εκπροσθέσμου. (Ούτως ή άλλως, 23% και 25% των νόμων – 2019/2018 – ψηφίστηκαν με περιορισμένη συζήτηση. Και 13% και 5% – 2019/2018 – με κατεπείγον).

Καθώς στην Ελλάδα ζούμε, οπότε το πολιτικό δεν μπορεί παρα να είναι κομματικό, δεν θα μπορούσε να λείψει μια σύγκριση και σ’ αυτήν την βάση. Σύμφωνα με την μελέτη αυτή, η ποιότητα των νομοθετημάτων «εξόδου» του ΣΥΡΙΖΑ (αν εξαιρέσει κανείς τις κυρώσεις πράξεων και κρατήσει τους κυρίως νόμους) είναι οριακά καλύτερη απ’ εκείνων όπου εισηγήθηκε η Ν.Δ.: 51/100 έναντι 50,5/100). Αν πάντως δει κανείς, μαζί, και τις κυρώσεις τότε η εικόνα αντιστρέφεται: 59,1/100 έναντι 53,6/100.

Το τελευταίο – αναμενόμενο: η ποιότητα νομοθέτησης ΣΥΡΙΖΑ φθίνει όσο πλησιάζουν οι εκλογές του 2019 (θα προσθέταμε: και όσο εισπράττεται το μήνυμα εξόδου των Ευρωεκλογών), ενώ η ποιότητα Ν.Δ. ξεκινάει με χαμηλότερη βαθμολογία για να βελτιωθεί κάπως στην συνέχεια.

Όπως θάλεγε και ο Στέφανος Μάνος, είναι πολύτιμο να μετράμε τα πράγματα για τα οποία μιλάμε!