Μια βουτιά σε Μάριο Ντράγκι, με μνήμες Παπαδήμου και επίγευση Στουρνάρα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Διαβάστε, ξεκινώντας, το ακόλουθο κείμενο: «Πρώτα πρέπει να προστατεύσουμε τους ανθρώπους που χάνουν την δουλειά τους, αλλιώς θα βγούμε από την κρίση με μόνιμα χαμηλότερη απασχόληση και παραγωγική ικανότητα […]. Είναι σημαντικό να καλύπτονται τα λειτουργικά έξοδα όλων των εταιρειών κατά την διάρκεια της κρίσης, ανεξάρτητα αν είναι μεγάλες, μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις ή ακόμη και επαγγελματίες […] Οι τράπεζες πρέπει γρήγορα να δανείσουν με μηδενικό κόστος όσες εταιρείες θα σώζουν θέσεις εργασίας […] και αυτές θα μείνουν ανοιχτές μόνο αν το χρέος που ανέλαβαν για να μην απολύουν εργαζόμενους λόγω κρίσης εν τέλει ακυρωθεί». Ναι, ανήκει στον Μάριο Ντράγκι, στο ξεκίνημα της κρίσης του κορωνοϊού (στους F.T.)

Πάμε, τώρα, να δούμε την πιο πρόσφατη συνέχεια. Έναν χρόνο πριν λήξει η (7ετής) θητεία του Προέδρου της Ιταλίας Σέρτζιο Ματαρέλλα – ορκίσθηκε τον Φεβρουάριο του 2015 – και ήδη συζητιόταν για την διαδοχή του ο Μάριο Ντράγκι. με νωπή ακόμη την θητεία του ως Διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μετά από μια εξαετία στην Διοίκηση της Τράπεζας της Ιταλίας και με εξαιρετικά υψηλό προφίλ στα Ευρωπαϊκά πράγματα. Αν δεν είχε υπάρξει το “whatever it takes” του Ντράγκι, τον Ιούλιο 2012, το βάσει αυτού ξήλωμα των εμμονών Σόιμπλε/Βάιντμαν και η εισόρμηση της ποσοτικής χαλάρωσης στην Ευρωπαϊκή νομισματική διαχείριση, δεν θα ήταν μόνον η Ελλάδα που θα είχε προσκρούσει στο Grexit, θα ήταν ενδεχομένως και όλη η Ευρωζώνη που θα είχε προσαράξει.

Όμως τίποτε στην Ιταλία δεν πορεύεται κατά τις προβλέψεις, άλλωστε εδώ που τα λέμε τίποτε και στην Ευρώπη δεν πορεύεται κατά τις προβλέψεις (αρκεί να κοιτάξει κανείς το λαμπρό φιάσκο της προμήθειας των εμβολίων, που επιχειρείται να κρυφτεί κάτω από πρωτόγονη επικοινωνία φον ντερ Λάιεν/Επιτροπής) Οπότε, ο Πρόεδρος Ματαρέλλα που γνώρισε τρεις διαδοχικούς Πρωθυπουργούς της Ιταλίας – Ματέο Ρέντσι, Πάολο Τζεντιλόνι και Τζουζέππε Κόντε – και μια ντουζίνα διερευνητικές εντολές για σχηματισμό Κυβερνήσεων, κυρίως όμως έφθασε τις αρμοδιότητές του στα όρια όταν απέκρουσε, το 2018, τη υποψηφιότητα Πάολο Σαβόνι για το ΥΠΟΙΚ βυθίζοντας (για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους..) τα σχέδια του Ματέο Σαλβίνι για κάτι σαν παράλληλο νόμισμα στην Ιταλία, καλείται τώρα να ορκίσει πρωθυπουργό κρίσης τον Μάριο Ντράγκι.

Την κρίση, στην παρούσα της φάση, έφερε η απόσυρση του – μικρού – κόμματος του Ματέο Ρέντσι από την τωρινή Κυβέρνηση Κόντε. Όμως, η καταφυγή σε «βαρύ» υποψήφιο Πρωθυπουργό έξω από την κοινοβουλευτική διαδικασία στην Ιταλία – διαδικασία, η οποία, ωστόσο, είναι εξαιρετικά εύπλαστη και προσαρμοστική – έχει άμεσο προηγούμενο,  εκείνο της Κυβέρνησης Μάριο Μόντι. Και εκείνος ανέλαβε Πρωθυπουργός κρίσης το 2011-13, μετά από θητείες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και στο υπουργείο Οικονομικών της χώρας του. και εκείνος χρειάστηκε να χειριστεί κεντρόφυγες τάσεις ως προς το Ευρωπαϊκό ανήκειν της Ιταλίας.

«Φυσικά» στην Ελλάδα η μετάκληση Ντράγκι για σχηματισμό Κυβέρνησης με αρκετά τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά – βεβαίως, πρέπει να δούμε πού θα οδηγηθεί αυτό το εγχείρημα καθώς τα Πέντε Αστέρια (μεγαλύτερο ακόμη κόμμα) δεν συναινούν– δεν μπορεί παρά να θυμίζει την προϊστορία της βραχύβιας Κυβέρνησης Λουκά Παπαδήμου (2011-2012) όταν είχε πέσει στα βράχια το πρώτο Μνημόνιο. Ο οποίος Παπαδήμος θήτευσε στην ΕΚΤ ακριβώς ως Αντιπρόεδρος του Ντράγκι, αλλά και κρίθηκε από το πολιτικο-οικονομικό κατεστημένο της εποχής ultimum refugium προκειμένου να αποκατασταθεί κάποια αξιοπιστία της χώρας ενόψει κουρέματoς/διαρρυθμίσεων του χρέους – PSI. Ασφαλώς τα μεγέθη Ιταλίας και Ελλάδας διαφέρουν, καθώς και τα διακυβεύματα σε συστημική διατάραξη που θα μπορούσε να προκληθεί – όμως η προσφυγή σε φιγούρες εμπιστοσύνης είναι μέτρο του αδιεξόδου των πολιτικών συστημάτων αμφοτέρων, αλλά και της αδυναμίας οικονομικής προσαρμογής τους.

Αυτή τη φορά, ο κλονισμός της Ιταλικής Κυβέρνησης ήρθε από την διπλή πίεση – των επιπτώσεων της κρίσης του κορωνοϊού και της συνεχιζόμενης δημοσιονομικής αδυναμίας, όσο κι αν η χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας ή/και η υπόσχεση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης (και, ασφαλώς, οι κρουνοί ρευστότητας της ΕΚΤ) το συγκαλύπτουν. Το γεγονός πάντως ότι ο Μάριο Ντράγκι ήδη από το ξεκίνημα της πανδημίας είχε καταγράψει την αναπόφευκτη αύξηση του δημοσίου χρέους ως συνέπεια της πανδημίας (τέλη Μάρτιου 2020) και την ανάγκη να αποσβεσθούν δημοσιονομικά τα σοκ που υφίσταται ο ιδιωτικός τομέας (λίγο αργότερα) σημαίνει πολλά. Όπως και η σύγκριση (τον Αύγουστο 2020) της προσπάθειας ανοικοδόμησης της Ευρώπης μετα την απόφαση για το Ταμείο Ανάκαμψης με εκείνη της ανασυγκρότησης της Ευρώπης μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλωστε. Προσοχή όμως! ο ίδιος Ντράγκι επεσήμαινε ότι το τωρινό αναγκαίο χρέος, το φορτώνονται οι ερχόμενες γενιές…

Βέβαια αν σταθεί τελικά όρθιο σχήμα Ντράγκι, θα ξαναζήσουμε την καταγγελία ότι ο «Κεντρικοτραπεζισμός καταλαμβάνει εξ εφόδου την πολιτική» καταγγελία, που στην ελληνική περίπτωση ρίζωσε λόγω των συνθηκών ακραίας έντασης που είχε να αντιμετωπίσει η εποχή Λουκά Παπαδήμου. Όμως, σ’ αυτήν την εκδοχή κρίσης – ας πούμε, στα χρόνια του μετα-κορωνοϊού – οι Τζέρομ Πάουελ και Κριστίν Λαγκάρντ ήταν που έδωσαν το σύνθημα της χαλάρωσης, με εκκλήσεις προς τις Κυβερνήσεις να προχωρήσουν την δημοσιονομική στήριξη.

Άλλωστε, και ο ημέτερος Γιάννης Στουρνάρας δήλωνε προ ημερών στο Business File: «Η πανδημία λειτούργησε ως καταλύτης, ως παράγων αφύπνισης» Και ακόμη: «Αν στην Ευρώπη δεν υπάρξει Πολιτική Ένωση μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, μπορεί να μην επιτευχθεί ποτέ». Όμως «αν δεν επιτευχθεί ομοσπονδιακή δομή στον δημοσιονομικό χώρο […] η Ευρώπη θα μείνει πίσω. Θα μείνει πίσω και τελικώς, θα μαραθεί». Ενδιαφέρουσα επίγευση – όχι;