Μια φωτογραφία που κινδυνεύει να μείνει ανεξίτηλη

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Οι τελευταίες εβδομάδες, οι τελευταίες μέρες είχαν μια μεγάλη και δυσοίωνη συσσώρευση γεγονότων. Που όλα τους συνδυάζονταν με ισχυρή απεικόνιση, με εικόνες που χαράζονται βαθιά στην συνείδηση των ανθρώπων – και οδηγούν/θα οδηγήσουν τα αντανακλαστικά του αύριο.

Ήταν ήδη οι εικόνες που συνόδευσαν την άνοδο/επαναφορά της πανδημίας του Covid-19, με τις σκηνές συνωστισμού στις πλατείες ή/και χώρους διασκέδασης αλλά και τις αντίστοιχες εικόνες ξέχειλων λεωφορείων και σταθμών του Μετρό – με την προοπτική εικόνων από τις ΜΕΘ να βρίσκεται στο βάθος: το lock-down λάιτ που αναγγέλθηκε, υποβοηθείται απ’ αυτήν ακριβώς την εικόνα. Ήρθαν να προστεθούν οι εικόνες από τον σεισμό της Σάμου, εικόνες που στο άμεσο φόντο τους είχαν βέβαια εκείνες από Κουσάντασι και Σμύρνη και οι οποίες ανεβάζουν την αίσθηση αδυναμίας μπροστά σε μια – υπέρτερη, αυτή – απειλή. Ενώ παραδίπλα παραμένουν οι εικόνες της Τουρκικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο – και στα νότια όρια του Αιγαίου, άλλωστε – με την επί εβδομάδες και εβδομάδες παραμονή και ερευνητική/σεισμογραφική (για την ώρα: ακολουθεί – εξαγγελμένα – πλωτό γεωτρύπανο) δραστηριότητα πάνω από την Ελληνική υφαλοκρηπίδα, με ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει στην ήδη υπερ-πιεσμένη κοινή γνώμη.

Και όμως: υπάρχει μια άλλη φωτογραφία των ημερών που, παρά την σύγκριση με τα τόσο βαριά μέτωπα που μόλις αναφέραμε, αισθανόμαστε ότι απειλεί να μείνει ανεξίτηλη. Να μην σβήσει με τίποτε. Αναφερόμαστε στην φωτογραφία του Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου/της ΑΣΟΕΕ, του Δημήτρη Μπουραντώνη, που αφού ομάδα ατόμων – αμφίβολης φοιτητικής ιδιότητας, αυτοαποκαλούμενων «Ομάδα Μαχητικής Αλληλεγγύης» – εισέβαλαν στο γραφείο του, προέβησαν σε μια σειρά βανδαλισμών και έγραψαν συνθήματα, τον υποχρέωσαν να φορέσει μια πινακίδα που έγραφε «Αλληλεγγύη στις καταλήψεις» (με ειδική αναφορά στην εκκένωση της κατάληψης του κτιρίου Βανκούβερ πίσω από την ΑΣΟΕΕ), φωτογράφισαν την σκηνή και υπερήφανα την ανάρτησαν στο διαδίκτυο.

Δεν θα σταθούμε, εδώ, στις δηλώσεις αποκήρυξης και καταδίκης από τον υπουργό Δημοσίας Τάξεως (με υποσχέσεις συλλήψεων, επικήρυξης κλπ. των υπευθύνων), της υπουργού Παιδείας, του τομέα Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ , ο καθείς με την δική του προσέγγιση. Θα σταθούμε όμως στις κρίσεις/αναγωγές επί της ιδίας της εικόνας. Στον Μιχ. Χρυσοχοΐδη που θύμισε τις πινακίδες που έβαζαν οι Ναζί στους Εβραίους ή στους αντάρτες πριν την εκτέλεση, στον ΣΥΡΙΖΑ ενέργειες μιμητών βιαιοτήτων και αστυνομικών πρακτικών της δεκαετίας του ΄60 – διαφανής η προσπάθεια ερμηνείας αμφοτέρων. Άλλοι, πάλι, θυμήθηκαν τις ταμπέλες που κρεμούσαν στους προς εκτέλεση αιχμαλώτους τους οι τζιχαντιστές του ISIS, παλιότερα εκείνες με τις οποίες φωτογράφιζε στην Ευρώπη το αντάρτικο πόλης (RAF/Schleyer, Brigata Rosse/Moro). Λιγότερο βαριά , αλλά πιο κοντά σ’ εμάς, η διαπόμπευση από την Αστυνομία – δεκαετία του ΄60 – των συλλαμβανόμενων με τον ν.4000/58 περί τεντυμποϊσμού.

Επειδή η κάθε γενιά κουβαλάει τις δικές της μνήμες, η γενιά που θεώρησε ότι προσπάθησε (η καθιερωμένη έκφραση είναι «μαχήθηκε»…) ώστε να εγκαθιδρύσει την έννοια του απόλυτου πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, με αναγωγή στην εμπειρία της δικτατορίας, δυστυχώς χρειάζεται τώρα να ξαναδεί τις πινακίδες αυτοκαταγγελιας των ελίτ και των διανοούμενων, στην Κίνα της Πολιτιστικής Επανάστασης.