Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2021, τ. 1006

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Κεφαλά – salafek@outlook.com

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τεχνολογία και παιδεία

Το θέμα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχει αποκτήσει στην Ελλάδα μια έντονη πολιτική-κομματική διάσταση, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζονται τα εγγενή οικονομικά και τεχνολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χώρος – όπως επίσης υποβαθμίζεται η δυνατότητά του προσαρμογής στο νέο επιχειρηματικό και τεχνολογικό περιβάλλον που αναδύεται με ολοένα αυξανόμενη διεισδυτικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα περιγράψουμε με απλά λόγια τη σχέση της μικρομεσαίας επιχείρησης με την ανάπτυξη, την τεχνολογία και την εκπαίδευση.

Οι μικρομεσαίες

Στη χώρα μας, οι μικρομεσαίες ανέρχονται περίπου στο 97% του συνόλου, οπότε το βάρος της σημασίας τους στην οικονομία είναι μεγάλο. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητά τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Έκθεση Πισσαρίδη και επιβεβαιώθηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ, ενώ στο σύνολό του ο επιχειρηματικός τομέας παράγει ανά εργαζόμενο 21.000 ευρώ σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, στις μικρές επιχειρήσεις (αυτές που απασχολούν 1-9 άτομα) το ποσό ανέρχεται σε μόλις 8.000 ευρώ και είναι το μικρότερο στην ΕΕ.

Το πρόβλημα είναι μακροχρόνιο – κι αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι στην περίοδο των τελευταίων 30 ετών ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της χώρας είναι μόλις 1%. Δεν είναι τα μνημόνια από μόνα τους που είχαν αρνητική επιρροή στην παραγωγή. Είναι ότι στην περίοδο της μεταπολίτευσης, και με εξαίρεση ελάχιστα χρόνια, η ελληνική οικονομία έχασε τον δυναμισμό της.

Η εικόνα εμφανίζεται ακόμη χειρότερη αν ληφθούν υπόψη και τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Η ιδιωτική κατανάλωση είναι στάσιμη
  • Ο τουρισμός είναι ο μόνος τομέας με δυναμική ανάπτυξης
  • Οι επενδύσεις σε πάγια (κτήρια και εξοπλισμό) έπεσαν από το 25% του ΑΕΠ στο 10% το 2017
  • Ο εθνικός πλούτος, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στην αξία του περιουσιακών στοιχείων μας (κτήρια, μηχανήματα, καλλιέργειες, προϊόντα διανοητικής εργασίας) και των χρηματοπιστωτικών μας υποχρεώσεων, μειώθηκε από 471 δισ. ευρώ το 1995 σε 292 δισ. ευρώ το 2017
  • Το 2018/9 η Ελλάδα παρουσίαζε παραγωγικό κενό (ως ποσοστό του δυνητικού ΑΕΠ) της τάξης του 5%

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ραχοκοκαλιά (όπως αποκαλείται) της ελληνικής οικονομίας δεν έχει τη δυνατότητα να δώσει στη χώρα δυναμική ανάπτυξη. Το σύνολο των απασχολούμενων στις μικρές επιχειρήσεις (και επιπρόσθετα οι αυτοαπασχολούμενοι, που και οι δύο κατέχουν την πρώτη θέση στην ΕΕ) δεν μπορούσαν εδώ και καιρό να συνεισφέρουν σε δυναμική ανάπτυξης.

Με τη νέα τεχνολογία, το πρόβλημα διογκώνεται επικίνδυνα.

Η νέα τεχνολογία

Με πολύ απλά λόγια, η νέα τεχνολογία αφορά:

  • Τη μεγάλη δυνατότητα να συγκεντρωθούν και να αποθηκευτούν στοιχεία (data) σε «μεριές» που έχουν τη δυνατότητα (π.χ. i-cloud)
  • Την ανάλυση-επεξεργασία των δεδομένων και την εξαγωγή συμπερασμάτων με μεθόδους (data analytics) που χρησιμοποιούν τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence ή ΑΙ)
  • Την πρόσβαση και μετάδοση των στοιχείων και των συμπερασμάτων με τους λεγόμενους καταλύτες (enablers) της τεχνολογίας – όπως είναι το 5G

Στην ουσία δημιουργείται ένας κυβερνοχώρος (computing edge) μεταξύ των αποθηκευμένων στοιχείων και του χρήστη, όπου η νέα τεχνολογία των δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητα και τα κέρδη. Η επίπτωση περνά από «κανάλια» όπως οι αλυσίδες προμήθειας σε συνδυασμό με τη διατήρηση αποθεμάτων, την καλύτερη κατανομή των πόρων, την στοχοποίηση συγκεκριμένων μερών της αγοράς (πελατών) και σειρά άλλων παραγόντων.

Στην παρούσα φάση, η χρήση της νέας τεχνολογίας έχει δύο σχεδόν αναγκαίες προϋποθέσεις:

  • Την κατάρτιση των ατόμων που χρησιμοποιούν τη νέα τεχνολογία
  • Το μέγεθος της επιχείρησης

Όπως συμβαίνει πάντα, μια νέα τεχνολογία απαιτεί και νέες δεξιότητες. Η γρήγορη τεχνολογική πρόοδος απαιτεί αντίστοιχα γρήγορη ικανότητα αλλαγής της διαδικασίας και του περιεχομένου μάθησης.

Στην αρχή της εισαγωγής της, μια νέα τεχνολογία έχει υψηλό κόστος – αν υπολογιστεί είτε ως επένδυση είτε ως μέρος του κόστους λειτουργίας μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού.

Δύο βασικά συμπεράσματα

Με βάση το περιβάλλον που διαμορφώνει η τεχνολογική πρόοδος, οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση διότι είναι πολύ μικρές και ανεκπαίδευτες.

Υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα:

  • Η Ελλάδα δοκίμασε την εκβιομηχάνιση της μορφής που ήταν της μόδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά απέτυχε για τους ακόλουθους βασικά λόγους:
    • Δεν είχε ενέργεια, πρώτες ύλες και εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό
    • Η κρατική παρέμβαση δεν είχε συνοχή, συνέπεια και συνέχεια, η φορολογική πολιτική δεν ευνοούσε τη χρήση ιδίων κεφαλαίων και η περιφερειακή ανάπτυξη συχνά –και λαθεμένα– θεωρήθηκε ότι ήταν βιομηχανική πολιτική
    • Το τραπεζικό σύστημα δεν είχε τις γνώσεις να στηρίξει, αναλαμβάνοντας το ρίσκο, καινοτόμες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες

Η χώρα μας δεν κατάφερε να συμμετάσχει στην 3η τεχνολογική επανάσταση (που επικεντρώθηκε κυρίως στην οργάνωση, στις μεταφορές, στα νέα υλικά και την απόκτηση νέων δεξιοτήτων)

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα έχει σήμερα μικρό ποσοστό συμμετοχής του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό, ανθρώπινους πόρους που δεν θα βρουν ποτέ δουλειά, εκπαιδευτικό σύστημα που δεν έχει προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις της παραγωγής και τραγικά υποβαθμισμένο σύστημα μετεκπαίδευσης και διά βίου μάθησης.

Οι κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση αυτού του φάσματος των προβλημάτων είναι σαφείς και, ως έναν σημαντικό βαθμό, η κυβερνητική πολιτική προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει. Ως βασική κατεύθυνση, πάντως, δεν είναι ούτε η διατήρηση της σημερινής κατάστασης (όπως υποστηρίζει η αξιωματική αντιπολίτευση και ορισμένες οργανώσεις), ούτε η καταστροφή των μικρομεσαίων (όπως λαθεμένα υποστηρίζεται ότι αυτό θέλει η Νέα Δημοκρατία).

Ο βασικός πυλώνας είναι ο μετασχηματισμός της μικρομεσαίας επιχείρησης σε δύο επίπεδα:

  • Μεγέθους και οργάνωσης, ώστε να γίνει μικρομεσαία με ευρωπαϊκά δεδομένα (μέχρι 50 άτομα)
  • Μάθησης και συνεχούς ευελιξίας για γρήγορη προσαρμογή με βάση ένα νέο ήθος εργασίας

Τέσσερα είναι τα μεγάλα βήματα που οφείλουν να γίνουν:

  • Η δημιουργία ενός ταμείου (fund) για την επιδότηση ανθρώπων ηλικίας 55 ετών και πάνω, που δεν θα μπορέσουν ποτέ να απασχοληθούν ξανά
  • Η πλήρης αναδιοργάνωση του ΟΑΕΔ ώστε να αποτελέσει κόμβο συνάντησης των αναγκών της παραγωγής και των ανέργων – και όχι απλώς ένα ταμείο ανεπαρκούς επιδότησης της ανεργίας
  • Η ριζική αναδιοργάνωση σε εθνικό επίπεδο όλου του συστήματος μετεκπαίδευσης και διά βίου μάθησης, ώστε να αποκτώνται οι δεξιότητες που συνδέονται με την εξέλιξη της τεχνολογίας και το δεδομένο ότι η διά βίου απασχόληση σε μια εργασία αποτελεί παρελθόν
  • Η παροχή γενναίων κινήτρων για τη συγχώνευση μικρομεσαίων εταιρειών ή και για τη δημιουργία συγκεντρώσεων (clusters) ομοειδών εταιρειών, όπου θα συνεργάζονται έχοντας από κοινού την απόκτηση τεχνογνωσίας, τις προμήθειες, το μάρκετινγκ, τη λογιστική υποστήριξη κ.ο.κ. Και επειδή στην Ελλάδα ο ατομισμός κυριαρχεί, οι μικρομεσαίες που εμμένουν στη μοναχική ύπαρξή τους θα πρέπει να «τιμωρούνται» φορολογικά.

Η χώρα μας δεν υπήρχε στην 1η και στη 2η βιομηχανική επανάσταση. Απέτυχε στην εκβιομηχάνιση με βάση τη βαριά βιομηχανία και δεν συμμετείχε καν στην 3η βιομηχανική/τεχνολογική επανάσταση. Αν δεν καταφέρει να συμμετάσχει στην 4η βιομηχανική –αλλά κυρίως τεχνολογική– επανάσταση, τότε θα καταδικαστεί σε μόνιμο μαρασμό – όπου το 1% μέσος όρος ετήσιας ανάπτυξης θα φαντάζει άπιαστο όραμα. Με πληθυσμό που γηράσκει, παγκόσμιες προκλήσεις που μας ξεπερνούν έτσι κι αλλιώς και γεωπολιτικές ανακατατάξεις που μας δημιουργούν νέους κινδύνους, ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση της οικονομίας μας είναι κυριολεκτικά θέμα επιβίωσης.