Το 2023 βρίσκει την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναζητά τους θεσμούς που θα της επιτρέψουν να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις που γέννησε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ξεκινώντας με τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού της

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2023, τ.1026

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ 2023

του Χάρη Γ. Σαββίδη

 

Όταν προ 12 μηνών, στο τεύχος Ιανουαρίου της Οικονομικής Επιθεώρησης, αποφασίζαμε να εστιάσουμε στη γεωπολιτική και να εξερευνήσουμε τον «λαβύρινθο» των ισορροπιών της, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο σύντομα, και κυρίως σε πόσο μεγάλο βαθμό, θα δικαιωνόταν η επιλογή. Σαν να είχαμε επιλέξει στο πρώτο τεύχος του 2020 να εστιάσουμε στις πανδημίες! Ακριβώς όπως η επέλαση του κορονοϊού ανέτρεψε μέσα σε λίγα 24ωρα τη συνήθη ιεράρχηση προτεραιοτήτων, έτσι και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ξερίζωσε την οικονομία από το επίκεντρο αναλύσεων και αποφάσεων. Μετά από δεκαετίες η ασφάλεια ανέκτησε το προβάδισμα έναντι της αποτελεσματικότητας.

Εισβολή και κατοχή εδαφών μίας χώρας, εκτοπισμός εκατομμυρίων κατοίκων της, προσπάθεια επαναχάραξης των συνόρων. Αυτό που ήταν αδιανόητο στη μεταπολεμική Ευρώπη, έγινε πιθανό, ωθώντας σε εξοπλιστικό παροξυσμό ακόμα και τη Γερμανία, όπου μάλιστα στην κυβέρνηση συμμετέχουν οι Πράσινοι – γέννημα-θρέμμα των κινημάτων του ’70 και του ’80, για τον αφοπλισμό και την αποπυρηνικοποίηση. Ως τελευταίο… οχυρό παραμένει η εναντίωσή τους στη συμμετοχή πυρηνικών στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Ακόμα και σε αυτό, όμως, αναγκάστηκαν να αποδεχθούν τρίμηνη αναβολή στο «λουκέτο» των 3 πυρηνικών εργοστασίων που έχουν απομείνει (από τα 19 που υπήρχαν προ 25ετίας), για να… βγει με ασφάλεια ο χειμώνας. Γιατί, αν υπήρξε μια μεγάλη αστοχία στις επιλογές της Γερμανίας τα προηγούμενα χρόνια, ήταν σίγουρα η ενεργειακή εξάρτηση από το ρωσικό αέριο.

 

Ενεργειακή ασφάλεια

Επί δύο δεκαετίες το φυσικό αέριο του Πούτιν κάλυπτε όλο και περισσότερες από τις ενεργειακές ανάγκες της γερμανικής οικονομικής μηχανής και κοινωνίας. Επιλέχθηκε ως γέφυρα προς ένα μέλλον όπου οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές θα έχουν «πρασινίσει» επαρκώς το ενεργειακό μείγμα, επειδή ήταν σχετικά φθηνό. Τα οικονομικά κριτήρια κυριάρχησαν έναντι των προβληματισμών σε όρους ασφαλείας, που σταθερά έθετε η αμερικανική πλευρά. Η Γερμανία επέμενε να εγκαινιάσει το 2011 τον NordStream-1 και μια δεκαετία αργότερα ήταν έτοιμη να προσθέσει στο δίκτυο και τον NordStream-2. Μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος και οι αγωγοί έκλεισαν, προτού βρεθούν στον βυθό της Βόρειας Θάλασσας, αχρηστεύοντας επενδύσεις €25 δισ. και παρασύροντας μαζί τους μεγάλο μέρος του ενεργειακού σχεδιασμού ολόκληρης της Ευρώπης.

Γιατί όπως και στα περισσότερα θέματα, η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική σε μεγάλο βαθμό καθορίστηκε από τις επιλογές του Βερολίνου. Όταν τα κράτη-μέλη της ΕΕ (με τα νεότερα, στα ανατολικά, να πρωτοστατούν) αποφάσισαν να επιβάλουν κυρώσεις στη ρωσική οικονομία, γνώριζαν ότι θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα εφοδιασμού σε πρώτες ύλες, ξεκινώντας από την ενέργεια.

Η λύση ήρθε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και της Συμμαχίας του: οι ΗΠΑ, έχοντας στραφεί τις προηγούμενες δεκαετίες στην (περιβαλλοντικά επικίνδυνη) άντληση αερίου από σχιστολιθικά πετρώματα, μπορούν να καλύψουν τον εφοδιασμό της Ευρώπης με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Το να υγροποιείς το αέριο και να διασχίζεις με καράβια τον Ατλαντικό είναι, βέβαια, ακριβότερη επιλογή από ένα σύστημα αγωγών. Είναι όμως η λύση που επιλέγεται, όταν η ασφάλεια (εφοδιασμού) προηγείται της οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Πλαφόν στις τιμές

Ο αναποτελεσματικός τρόπος διαχείρισης των ενεργειακών πόρων (κάτι σαν «βραχυκύκλωμα» της παγκοσμιοποίησης) μεταφράζεται σε υψηλότερες τιμές, που καλούνται να αντιμετωπίσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά στην Ευρώπη. Πρόκειται για το επόμενο σημαντικό πρόβλημα, το οποίο μάλιστα, εκτός από οικονομικό, απειλεί να μετατραπεί και σε πολιτικό για τις κυβερνήσεις. Ακριβώς το είδος των προβλημάτων που δυσκολεύεται να διαχειριστεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το οποίο μπορεί μεταπολεμικά να προέκυψε ως απάντηση σε πολιτικές προκλήσεις, πλην όμως η αιχμή του δόρατος υπήρξε πάντα η οικονομική ολοκλήρωση.

Όποτε προέκυψαν ζητήματα περαιτέρω πολιτικής ολοκλήρωσης τα βήματα δεν έγιναν από όλους (π.χ ζώνη Σέγκεν) ή δεν έγιναν καθόλου (π.χ. Ευρωσύνταγμα). Τα μαθήματα από τη δημοσιονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η συντονισμένη και ισχυρή αντίδραση στην πανδημία και η άμεση υιοθέτηση κοινής πολιτικής απέναντι στη ρωσική εισβολή δημιούργησαν αισιοδοξία ότι κάτι αλλάζει. Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις για την υιοθέτηση πλαφόν στην τιμή του πετρελαίου και (κυρίως) του φυσικού αερίου απέδειξαν πως όχι. Μετά από σειρά αναβολών, με την απόφαση να μετατίθεται από τον ένα ευρωπαϊκό θεσμό στον άλλο, τελικά προέκυψε η συνήθης μεσοβέζικη ευρωπαϊκή λύση.

Δεν πρόκειται βέβαια για απλή υπόθεση. Χαρακτηριστική υπήρξε η παρέμβαση, λίγο πριν από τις κρίσιμες τελικές διαπραγματεύσεις, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που προειδοποίησε ότι η παρέμβαση θα μπορούσε «να πλήξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ευρωζώνης». Οι τοποθετήσεις σε προθεσμιακά συμβόλαια TTF του Άμστερνταμ (αγορά αναφοράς για την ευρωπαϊκή τιμή του αερίου) είναι τελευταία ιδιαιτέρως δημοφιλείς μεταξύ των τραπεζών – κάτι σαν την «τρέλα με τα κρυπτονομίσματα». Μια απότομη διόρθωση της αγοράς, ως αποτέλεσμα της επιβολής του πλαφόν, θα μπορούσε να πλήξει τους ισολογισμούς συστημικά σημαντικών τραπεζών, ανοίγοντας νέο «μέτωπο».

Αυξάνοντας τα επιτόκια

Αν και προφανώς δεν υπάρχει κατάλληλη συγκυρία για…ένα πλήγμα στο τραπεζικό σύστημα, αυτή είναι σίγουρα μια από τις χειρότερες, με τις τράπεζες να έχουν να διαχειριστούν την απότομη άνοδο των επιτοκίων. Με τις ανατιμήσεις στην ενέργεια και στις πρώτες ύλες να έχουν οδηγήσει τον πληθωρισμό σε διψήφια επίπεδα για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια, οι κεντρικές τράπεζες διαγκωνίζονται σε… αποφασιστικότητα να αυξήσουν τα επιτόκια για να τον αντιμετωπίσουν.

Τον χορό οδηγεί η Fed, αυξάνοντας μέσα στο 2022 το βασικό επιτόκιο από το 0,25% στο 4,5% με διαδοχικές μεγάλες κινήσεις (των 0,75 μονάδων), που μόλις τον Δεκέμβριο επιβραδύνθηκαν (στις 0,5 μονάδες), αλλά αναμένεται να συνεχιστούν το 2023, οδηγώντας το επιτόκιο προς τα υψηλότερα επίπεδα που έχει δοκιμάσει τα τελευταία 30 χρόνια. Η ΕΚΤ και οι άλλες κεντρικές τράπεζες στην Ευρώπη (ελβετική, βρετανική) ακολουθούν πιο διστακτικά, αλλά δηλώνουν εξίσου αποφασισμένες, ακολουθώντας όλες, σε λιγότερο από 24 ώρες, το τελευταίο βήμα της Fed.

Στις ΗΠΑ ο Τζο Μπάιντεν καλείται να λάβει την τελική απόφαση στα σοβαρά διλήμματα της οικονομικής ή της εξωτερικής πολιτικής και ο Τζερόμ Πάουελ να καθοδηγήσει την αύξηση των επιτοκίων, ώστε να αντιμετωπίσει τον υψηλό πληθωρισμό χωρίς να προκληθεί βαθιά ύφεση. Στην ΕΕ, το έργο της Κριστίν Λαγκάρντ στην ΕΚΤ είναι πιο πολύπλοκο, καθώς καλείται να συντονίσει εκπροσώπους δεκάδων διαφορετικών οικονομιών. Όσο για τις πολιτικές αποφάσεις, εκεί ακόμα δεν υπάρχει εκείνος (ή εκείνη) που θα αναλάβει την τελική ευθύνη

Οι μεγάλες αυξήσεις των επιτοκίων, σε συνδυασμό με τη μείωση του πραγματικού εισοδήματος που προκαλεί ο πληθωρισμός στους μισθωτούς, δεν μπορεί παρά να πλήξουν τη ζήτηση στις οικονομίες. Οι οικονομίες είναι πιθανό να βρεθούν σε ύφεση, η ανεργία θα αυξηθεί και η εξυπηρέτηση των δανείων θα δυσκολέψει. Ζητούμενο είναι αυτό το κόστος να περιοριστεί όσο γίνεται.

 

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, για Ευρωζώνη και κυρίως ΗΠΑ παραπέμπουν σε μικρή εξασθένιση του κύματος ανατιμήσεων και επιτρέπουν την αισιοδοξία. Είναι όμως ακόμα πολύ νωρίς για πανηγυρισμούς. Στις ΗΠΑ οι πληθωριστικές πιέσεις επιμένουν στον κλάδο των υπηρεσιών. Στην Ευρωζώνη η ΕΚΤ έχει περισσότερο δρόμο να διανύσει και κυρίως καλείται να διαχειριστεί μια λιγότερο ενιαία οικονομία: καθώς θα αυξάνεται το κόστος δανεισμού, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις (κυρίως στον Βορρά) θα έχουν καλύτερη πρόσβαση στη ρευστότητα από τα μικρομάγαζα (κυρίως στον Νότο). Οι οικονομίες με περισσότερες στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό (και πάλι κυρίως στον Νότο) θα δυσκολευτούν να αντιμετωπίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Οι φτωχότεροι (στον Νότο κι αυτοί) θα δυσκολευτούν περισσότερο να κρατήσουν «το κεφάλι έξω από το νερό». Οι ασύμμετρες επιπτώσεις της ενιαίας νομισματικής πολιτικής στοίχειωναν πάντα τον πύργο της ΕΚΤ, στη Φρανκφούρτη, με το φάντασμα ενός παραλυτικού διχασμού να πλανάται στην αίθουσα συνεδρίασης της διοίκησης.

Η επιστροφή των δημοσιονομικών κανόνων

Ένα ακόμα πιο τρομακτικό φάντασμα πλανάται πάνω από όλη την Ευρωζώνη: μια νέα κρίση δημοσίου χρέους. Οι αυξήσεις των επιτοκίων οδηγούν υψηλότερα και το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων. Τα προηγούμενα χρόνια, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας, υπήρξε δημοσιονομική χαλάρωση. Τώρα οι κυβερνήσεις καλούνται να στηρίξουν τα εισοδήματα που πλήττονται από την ακρίβεια. Η άνοδος, όμως, του κόστους δανεισμού δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε δημοσιονομική σύσφιξη, πρωτίστως τις οικονομίες με υψηλά χρέη. Στη σχετική λίστα ξεχωρίζουν Ελλάδα και η Ιταλία (το Βέλγιο που παλιότερα… πρωταγωνιστούσε, πλέον κατάφερε το χρέος του να υπολείπεται του ΑΕΠ).

Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους τα προηγούμενα χρόνια δημιούργησε ένα «μονοπάτι» με περιορισμένες λήξεις ομολόγων (άρα ανάγκες αναχρηματοδότησης) για αρκετά χρόνια. Το «μονοπάτι» γίνεται όμως αρκετά ανηφορικό τα επόμενα χρόνια, οπότε σταδιακά το αυξημένο κόστος αναχρηματοδότησης θα «βαραίνει» όλο και περισσότερο. Αυτή ενδεχομένως είναι και η σημαντικότερη πρόκληση που θα κληθεί να διαχειριστεί η κυβέρνηση που θα προκύψει για την επόμενη 4ετία. Σε δυσμενέστερη θέση (ως προς τη χρονική διάρθρωση του χρέους) βρίσκεται η Ιταλία, που βέβαια είναι υπερβολικά μεγάλη για να (αφεθεί να) καταρρεύσει.

Θεωρητικά τα προβλήματα δημοσιονομικής σταθερότητας αντιμετωπίστηκαν από το Σύμφωνο Σταθερότητας και τους μηχανισμούς που αναπτύχθηκαν περί αυτού. Οι κανόνες, όμως, για τα δημοσιονομικά ελλείμματα χαλάρωσαν στην πανδημία. Το ερώτημα είναι πώς θα ενεργοποιηθούν εκ νέου, εγκαίρως αλλά και χωρίς να απαιτούν απότομη δημοσιονομική προσαρμογή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε κάποιες προτάσεις για την αναθεώρηση των κανόνων, στην κατεύθυνση της πιο σταδιακής μείωσης του δημοσίου χρέους με αντάλλαγμα τη δέσμευση των κυβερνήσεων σε βαθύτερες διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Στο πλαίσιο της συζήτησης αυτής προτάθηκε να υιοθετηθεί ένας ευκολότερος στόχος για το χρέος (στο 90% από 60% του ΑΕΠ), πλην όμως δεν φαίνεται να συμφωνούν οι «αυστηροί του Βορρά».

Όλα αυτά μπορεί να θυμίζουν ανησυχητικά την προηγούμενη δεκαετία και τις ολονύκτιες διαπραγματεύσεις που διέσωζαν την Ευρωζώνη κάθε φορά στο «παρά ένα». Στο πλαίσιο, όμως, των νέων προτεραιοτήτων που έθεσε ο πόλεμος, δύσκολα τα… «-exit»θα επιστρέψουν στη μόδα.