Μια σύντομη ιστορία της παραγωγής και των logistics αγροτικών προϊόντων τους τελευταίους τρεις αιώνες

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2022, τ.1020

ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

των Κωνσταντίνου Μελά* και Αντιγόνης Δημητριάδου**

Ο Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους ήταν Άγγλος κληρικός και λόγιος, που ασχολήθηκε με τον τομέα της πολιτικής οικονομίας και της δημογραφίας τον 19ο αιώνα. Ο Τ. Ρ. Μάλθους έμεινε γνωστός στην ιστορία κυρίως για την πρωτάκουστη μέχρι τότε θεωρία πως η αύξηση της παραγωγής τροφής, ενώ από τη μία αυξάνει προσωρινά την ποιότητα ζωής των ανθρώπων, μακροχρόνια δημιουργεί μια περαιτέρω αύξηση του πληθυσμού που επαναφέρει την κοινωνία στην ίδια κατάσταση με την προηγούμενη. Οι λύσεις που προτείνονται φυσικά από τον Τ. Ρ. Μάλθους είναι κυρίως ηθικής φύσεως, καθώς πλην από λόγιος, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ήταν και κληρικός.

Αυτή η σύντομη εισαγωγή αφορά αυτό που μετέπειτα ονομάστηκε «μαλθουσιανή κατάρα», η οποία, εάν και αρκετά πρωτόλεια στη φύση της, αποτελεί ένα από τα κύρια ερωτήματα αναφορικά με τη διαχείριση των φυσικών πόρων μέχρι και σήμερα. Μπορεί όντως ο Μάλθους να αναφερόταν αποκλειστικά και μόνο στον τομέα της διατροφής του παγκόσμιου πληθυσμού αλλά νεότεροι του συγγραφείς (βλέπε Rachel Carson, Ralph Nader, Edward Abbey κ.ά.) σε γενικές γραμμές αναφέρθηκαν με παρόμοιο τρόπο στην υπερεκμετάλλευση των πόρων της Γης από την ανθρωπότητα και σε μια πιθανή καταστροφή που μπορεί να επέλθει.

Σε παρόμοια κατάσταση βρίσκεται και σήμερα ο πλανήτης, αφενός από τα όλο και πιο εμφανή σημάδια της κλιματικής αλλαγής, αφετέρου από τα προβλήματα που άρχισαν να δημιουργούνται τα τελευταία 3 χρόνια από τις διαφόρου τύπου αναταράξεις στα κανάλια διανομής.

Από τη Βιομηχανική Επανάσταση στην παγκοσμιοποίηση

Παρά τις προβλέψεις του Τ. Ρ. Μάλθους, το γεγονός ότι μέχρι σήμερα οι αναγνώστες της Οικονομικής Επιθεώρησης διαβάζουν το συγκεκριμένο κείμενο προφανώς μας δείχνει ότι οι αναλύσεις των προηγουμένων δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχείς. Βέβαια, εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε πως αυτό το οποίο δεν είχαν προσδιορίσει στα μοντέλα τους οι ανώτεροι αναλυτές ήταν η ανάπτυξη της επιστήμης. Μπορεί όντως τον 19ο αιώνα να υπήρχε πρόβλημα αναφορικά με τα μη επαρκή τρόφιμα παγκοσμίως, παρ’ όλα αυτά οι τεχνολογικές ανακαλύψεις του John Ridley όσον αφορά τον θερισμό των σιτηρών, καθώς και η χρήση συνθετικών λιπασμάτων αζώτου από τους Γερμανούς χημικούς Fritz Haber και Carl Bosch πενταπλασίασαν την παγκόσμια παραγωγή σιταριού μέσα σε 100 χρόνια.

Φυσικά, αυτά μπορεί να συνέβαιναν πριν από τρεις αιώνες, αλλά πλέον η συνολική αλυσίδα της διατροφικής αλυσίδας καθώς και του παγκόσμιου εμπορίου έχει άρδην αλλάξει. Όντως, εάν εστιάσουμε σε συγκεκριμένα γεωγραφικά κομμάτια, η χρήση της τεχνολογίας μπορεί τελικά να αυξήσει την παραγωγή και να αποσοβήσει τη «μαλθουσιανή κατάρα».[1]

Οι άρσεις του περιορισμού του εμπορίου και η άνοδος της παγκοσμιοποίησης έχουν επιφέρει σήμερα σημαντικές αλλαγές σε ό,τι αφορά τη ζήτηση διατροφικών προϊόντων (όπως μπορούμε να δούμε και από το Διάγραμμα 1) από τους καταναλωτές, με συγκεκριμένες χώρες να έχουν την πρωτοκαθεδρία στην παραγωγή τους. Παράλληλα, οι εφοδιαστικές αλυσίδες τα τελευταία τρία χρόνια περνούν από επαναλαμβανόμενες κρίσεις.

 

Γεωργικά προϊόντα, ασταθής προσφορά και κανάλια διανομής

Μολαταύτα, ενώ τα αγροτικά προϊόντα εν γένει έχουν έναν σταθερό ρυθμό αύξησης, όπως ήδη αναφέραμε, το βασικό πρόβλημα που έχει αρχίσει να δημιουργείται είναι πλέον οι συχνές διακοπές των εφοδιαστικών αλυσίδων. Αρχής γενομένης από την περίοδο του κορονοϊού, ο πληθυσμός σε όλη τη Γη άρχισε να βιώνει ακόμη και την έλλειψη βασικών προϊόντων διατροφής.

Το βασικό πρόβλημα εδώ έγκειται στον διεθνή πλέον τρόπο παραγωγής των αγροτικών προϊόντων. Δεδομένων των οικονομιών κλίμακας, μεγάλες ποσότητες προϊόντων παράγονται αποκλειστικά σε δύο ή τρεις χώρες, που πλην της εξειδίκευσης έχουν και το κατάλληλο κλίμα και όλα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τα προϊόντα να ευδοκιμούν. Με βάση αυτό, οποιοδήποτε πρόβλημα δημιουργηθεί στις εν λόγω χώρες ή στη μεταφορά των προϊόντων από τις χώρες παραγωγής στον υπόλοιπο κόσμο έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στην προσφορά των προϊόντων όσο και στην αυξημένη τιμή που θα καλεστεί ο καταναλωτής να πληρώσει τελικά.

Το πρόσφατο, δυστυχές, παράδειγμα το οποίο εξελίσσεται όσο γράφεται αυτό το άρθρο είναι ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος. Πλην όλων των ανθρωπιστικών επιπτώσεων που αυτός προκαλεί, ένα σημαντικό θέμα που έχει προκύψει είναι η δυσκολία τόσο της συγκομιδής όσο και της μεταφοράς των σιτηρών από τις δύο χώρες στον υπόλοιπο κόσμο. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε πως η Ρωσία και η Ουκρανία εξάγουν σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου σιταριού και κριθαριού, περισσότερο από το 70 τοις εκατό του ηλιέλαιου παγκοσμίως, και είναι μεγάλοι προμηθευτές καλαμποκιού.

Πλην δε της διακοπής εμπορικών σχέσεων της Ρωσίας με τον Δυτικό Κόσμο, ένα άλλο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί είναι η μεταφορά των ήδη υπαρχόντων πρώτων υλών. Δεδομένου ότι τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας είναι πλέον σχεδόν απαγορευμένα για τα περισσότερα πλοία, η όποια μεταφορά γίνεται μέσω του οδικού δικτύου ούτε ασφαλής είναι ούτε μπορεί να μεταφέρει τον όγκο που μεταφέρει ένα πλοίο χύδην φορτίου.

Ήδη από τα πρώτα στατιστικά μπορούμε να δούμε πως όσον αφορά την εμπορία σιταριού (που αποτελεί πρώτη ύλη για πολλά είδη πρώτης ανάγκης), ενώ παρουσίαζε μια σταθερή αύξηση από το 2000, από την περίοδο του κορονοϊού και μετά ο ρυθμός ανάπτυξής της είναι αρνητικός – και τόσο φέτος όσο και του χρόνου περιμένουμε πως θα κυμανθεί στο -5,5% (Διάγραμμα 2).

Ο πόλεμος και η ναυτιλία

Κλείνοντας θα πρέπει να αναφέρουμε πως ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος, εάν και επιφέρει μια παγκόσμια αναταραχή στο διεθνές γίγνεσθαι, επηρεάζει τον κλάδο της ναυτιλίας θετικά. Ο λόγος για το παραπάνω είναι ότι τα πλοία, καθώς δεν μπορούν να φορτώσουν το εμπόρευμά τους στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν άλλα λιμάνια, δεδομένου ότι οι Ρώσοι και οι Ουκρανοί αγρότες/πωλητές θα μπορέσουν να αποστείλουν το εμπόρευμα τους.

Αυτό το επιπλέον ταξίδι των πλοίων σε διαφορετικά, και κατά το μάλλον πιο μακρινά λιμάνια, αυξάνει εξ αντικειμένου τα κόστη μεταφοράς, καθώς το πλοίο θα πρέπει να ταξιδεύει για περισσότερες μέρες.

Όπως μπορούμε να δούμε και στο Διάγραμμα 3, από τα τέλη Φεβρουαρίου (που ξεκίνησε ο πόλεμος) τα ναύλα στη χύδην ξηρά ναυτιλία έχουν ανέβει περίπου 20%, με επακόλουθη φυσικά αύξηση των κερδών των ναυτιλιακών εταιρειών.

Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφέρουμε πως στον σύγχρονο και πολύπλοκο κόσμο στον οποίο ζούμε τα γεγονότα και όπως αυτά εξελίσσονται δεν είναι πάντα άσπρο ή μαύρο. Επομένως, πλην των καθαρά οικονομικών δεδομένων και αναλύσεων, εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει και η ηθική στάση που κρατούν οι θεσμοί, οι εταιρείες και εν τέλει οι άνθρωποι έναντι των σημαντικών γεγονότων.

 

 

*          Ο δρ. Κωνσταντίνος Μελάς είναι υπεύθυνος ακαδημαϊκών προγραμμάτων στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο στο campus της Θεσσαλονίκης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επιμελείται τον ιστότοπο www.kdmelas.eu

**           Η Αντιγόνη Δημητριάδου έχει πτυχίο ναυτιλιακών επιχειρήσεων από το βρετανικό πανεπιστήμιο  Solent και είναι Junior Warehouse Manager στην εταιρεία logistics Victory

[1] Οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν την επιστημονική δημοσίευση Hardin, G., 1998. “Extensions of ‘the tragedy of the commons’”. Science, 280(5364), pp. 682-683, για μια πιο ενδελεχή μελέτη της βελτιστοποίησης των ανθρώπινων πόρων.