Μονόδρομος για πρόσβαση στη ρευστότητα και την επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων η προσαρμογή στην πραγματικότητα των κριτηρίων ESG

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάϊος 2022, τ.1018

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ – ΚΟΙΝΩΝΙΑ – ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

της Βίκης Καλιάκου

Σύμφωνα με έρευνα της Grant-Thornton για το ελληνικό επιχειρείν το 2021, έξι στις δέκα επιχειρήσεις (22% του δείγματος μικρές και μεσαίες) δηλώνουν ότι έχουν εντάξει στη διαχείριση κινδύνων την κλιματική αλλαγή, ενώ πέντε στις δέκα ότι το στρατηγικό τους πλάνο ενσωματώνει θέματα περιβάλλοντος και βιώσιμης ανάπτυξης. Για την πιθανότητα επένδυσης στους βασικούς πυλώνες του ESG μέσα στους επόμενους 12 μήνες, το 33% απάντησε πως το θεωρεί σχεδόν βέβαιο, ενώ το 38% σχεδόν απίθανο. Το 82% των εταιρειών παρουσιάζουν τους Παγκόσμιους Στόχους για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (UN SDGs-17 Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης στο πλαίσιο της Agenda 2030 του ΟΗΕ), ενώ το 18% δεν κάνει σχετική αναφορά στους απολογισμούς του. Ξεκινούν όμως από την ίδια αφετηρία οι μεγάλες εισηγμένες και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στον τομέα του ESG; Οι μικρομεσαίοι –η λεγόμενη «ραχοκοκαλιά» της ελληνική οικονομίας– μπορούν να ανταποκριθούν και σε αυτή την πρόκληση, έχοντας περάσει ήδη μία παρατεταμένη οικονομική κρίση, μία πανδημία και μία νέα γεωπολιτική και ενεργειακή περιπέτεια;

Πλεονέκτημα η δυνατότητα ευελιξίας

«Η επιχειρηματικότητα αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς και στην εποχή του ψηφιακού μετασχηματισμού και της πράσινης μετάβασης ο βηματισμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πρέπει να επιταχυνθεί. Η πρόσβασή τους σε κατάλληλα και στοχευμένα εργαλεία χρηματοδότησης παραμένει ως πρώτη προτεραιότητα. Ωστόσο, το μικρό μέγεθος σαφώς και συνεπάγεται κάποια μειονεκτήματα, όπως η αδυναμία επίτευξης οικονομιών κλίμακας, όμως υπάρχουν και σημαντικά πλεονεκτήματα, καθώς σε αντίθεση με τις μεγάλες επιχειρήσεις έχουν συχνά μεγαλύτερη δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμοστικότητας στις μεταβολές της αγοράς. Οι μικρές επιχειρήσεις δημιουργούνται με χαμηλό κεφάλαιο και κάποιες από αυτές οδηγούν στην ανάπτυξη νέων ιδεών και σημαντικών καινοτομιών», αναφέρει στην Οικονομική ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς.

Όπως επισημαίνει: «Οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν διαχρονικά το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής οικονομίας. Ο σημαντικός ρόλος τους συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση και δημιουργία θέσεων εργασίας, την παραγωγή προστιθέμενης αξίας, την παραγωγή νέων καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και με τη διατήρηση της περιφερειακής και κοινωνικής συνοχής. Το σύνολο των ΜμΕ στη χώρα μας ανέρχεται σε 718.558 επιχειρήσεις, που αποτελεί το 99,9% του συνόλου. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (μέχρι 9 εργαζομένους) απασχολούν 1.217.952 εργαζομένους (46,9%), ενώ συμβάλλουν κατά 8,5 δισ. ευρώ (19,7 %) στη συνολική προστιθέμενη αξία. Οι μικρές επιχειρήσεις (μέχρι 49 εργαζομένους) απασχολούν 603.944 εργαζομένους (23,3%), ενώ συμβάλλουν κατά 6,9 δισ. ευρώ (15,9%) στη συνολική προστιθέμενη αξία. Το σύνολο των ΜμΕ απασχολεί 2.153.872 εργαζομένους (83%) και συμβάλλει κατά 24,6 δισ. ευρώ (56,7%). Αποτελούν λοιπόν τον κύριο όγκο των επιχειρήσεων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε κάθε οικονομία και λόγω της μεγάλης ευελιξίας τους, παρά το προβλήματα που αντιμετωπίζουν, πιστεύω ότι μπορούν να ακολουθήσουν τις μεγάλες επιχειρήσεις στην υιοθέτηση ESG πρακτικών στη λειτουργία και διοίκησή τους», υπογραμμίζει ο Γ. Καββαθάς.

Στοχευμένες δαπάνες και επένδυση στο μέλλον

«Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, οι περισσότερες ΜμΕ ένιωθαν ότι η υιοθέτηση δεσμεύσεων και στόχων Εταιρικής Υπευθυνότητας/Βιώσιμης Ανάπτυξης και ESG και η υλοποίηση σχετικών προγραμμάτων/πρωτοβουλιών αφορούσε τις μεγάλες επιχειρήσεις με τους μεγάλους προϋπολογισμούς. Μία λανθασμένη άποψη, καθώς η κάθε μία επιχείρηση δεν χρειάζεται να δαπανά σημαντικά ποσά για να θεωρείται υπεύθυνη. Χρειάζεται να δαπανά στοχευμένα. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο βλέπουμε αυτό να αλλάζει, καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δέχονται μηνύματα και πίεση από πολλές πλευρές να προσαρμοστούν, είτε αυτό προέρχεται από ομάδες καταναλωτών, είτε από μεγάλους πελάτες τους, είτε το τραπεζικό σύστημα ή και τη νομοθεσία», τονίζει μιλώντας στην Οικονομική η Λένα Μαμιδάκη, Head of Strategic Development του Κέντρου Αειφορίας CSE.

«Το όποιο κεφάλαιο χρειαστεί να δαπανηθεί από τις ΜμΕ δεν πρέπει να θεωρείται κόστος ή έξοδο, αλλά επένδυση στο μέλλον της επιχείρησης. Η αύξηση ωρών εκπαίδευσης των εργαζομένων, οι όποιες επιπλέον παροχές, η στήριξη της τοπικής κοινωνίας, οι επενδύσεις για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, και κατ’ επέκταση του κόστους λειτουργίας παραγωγικών μονάδων, η στήριξη τοπικών προμηθευτών και άλλες τέτοιες ενέργειες, μόνον όφελος έχουν να προσφέρουν στις επιχειρήσεις. Η αναγνώριση των πιθανών ρίσκων ανά πυλώνα (εργαζόμενοι, κοινωνία, αγορά, περιβάλλον), ο σχεδιασμός και η υλοποίηση δράσεων, η υιοθέτηση στόχων βελτίωσης είναι ένα πρώτο βήμα. Η δημιουργία ολοκληρωμένης στρατηγικής Εταιρικής Υπευθυνότητας/Βιώσιμης Ανάπτυξης και ESG θα βοηθήσει ώστε το όποιο ποσό μπορεί να διαθέσει μία επιχείρηση να δοθεί στοχευμένα, να δημιουργήσει όφελος για τα ενδιαφερόμενα μέρη και να επιστρέψει στην επιχείρηση ως προστιθέμενη αξία», επισημαίνει η Λ. Μαμιδάκη.

Κρίσιμη παράμετρος η ρευστότητα

Ακόμη και οι στοχευμένες επενδύσεις χρειάζονται πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία, που γίνονται όλο και πιο συνδυαστικά και ευέλικτα, ταυτόχρονα όμως και πιο δύσκολα σε πρόσβαση για μία επιχείρηση, αν δεν πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το καθεστώς αυτό φυσικά δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το δεύτερο τετράμηνο του 2022 οι τράπεζες της ευρωζώνης αναμένεται να αυστηροποιήσουν τα κριτήριά τους για την παροχή δανείων κατά 21% όσον αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κατά 23% στις μεγάλες εταιρείες. Το κλίμα αυτό της αβεβαιότητας, σύμφωνα με την ΕΚΤ, μπορεί να συγκριθεί με το πρώτο κύμα της πανδημίας και τα στοιχεία του Ιουλίου του 2020, όπως και με αυτά των πρώτων μηνών του 2012, όταν η κρίση χρέους της ευρωζώνης είχε κορυφωθεί.

«Με δεδομένο ότι οι ιδιωτικοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί και οι τράπεζες θα απαιτούν πλέον ως αναπόσπαστο τμήμα της αξιολόγησης οποιασδήποτε επένδυσης την ύπαρξη αναφοράς κριτηρίων ESG, προκειμένου αυτή να τύχει χρηματοδότησης, η εφαρμογή τους είναι μονόδρομος. Με υπευθυνότητα και συνέπεια οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας μπορούν να πρωταγωνιστήσουν και σε αυτόν τον τομέα», σημειώνει ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ.

 

Να αναπτυχθούν εξειδικευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία

Ο Γ. Καββαθάς συμπληρώνει ωστόσο: «Σήμερα η πρόσβαση στη χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τις μικρές επιχειρήσεις. Σε όλες τις έρευνες κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, ανεξάρτητα από την οικονομική συγκυρία και τα ποσοστά αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας, προκύπτει σταθερά μια αναφορά (άνω του 70%) αρνητικών επιδόσεων σχετικά με τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τις εξαμηνιαίες έρευνες γνώμης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά πρώτη στο χρηματοδοτικό κενό από το 2009 ως και σήμερα. Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει στις ΜμΕ επιχειρήσεις να βρουν κεφάλαια και τις καθηλώνει και επιχειρηματικά. Για παράδειγμα, σήμερα, στην εποχή του ψηφιακού μετασχηματισμού και της πράσινης μετάβασης, η πρόσβαση σε κατάλληλα και στοχευμένα εργαλεία χρηματοδότησης καθίσταται κρίσιμη παράμετρος βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας για το σύνολο των ΜμΕ προκειμένου να χρηματοδοτήσουν νέες επενδύσεις και να μπορέσουν να ακολουθήσουν τις εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρούμε ως ΓΣΕΒΕΕ ότι θα πρέπει να αναπτυχθούν χρηματοδοτικά εργαλεία εξειδικευμένα για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως π.χ. η σύνδεση των εμπορικών πιστώσεων με τη χρήση του PoS και η ενίσχυση των εναλλακτικών του δανεισμού εργαλείων χρηματοδότησης, όπως το leasing και το factoring, που θα τις βοηθήσουν και δεν θα τις αποκλείσουν από την πρόσβαση στη ρευστότητα, που τόσο έχουν ανάγκη», καταλήγει ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ.

 

Ανταγωνιστικότητα και εφοδιαστική αλυσίδα

Παρά την πίεση των τραπεζών, η υιοθέτηση των κριτηρίων του ESG μπορεί να βγάλει ουσιαστικά κερδισμένους και τους μικρομεσαίους παίκτες της αγοράς, υπογραμμίζει από την πλευρά της η επικεφαλής Strategic Development του Κέντρου Αειφορίας CSE Λένα Μαμιδάκη, επισημαίνοντας παράλληλα το θέμα της ρευστότητας και την παράμετρο της νέας βάσης πάνω στην οποία θα αναπτυχθούν οι συνεργασίες με τις μεγάλες επιχειρήσεις. «Η υιοθέτηση στρατηγικής και πρακτικών Εταιρικής Υπευθυνότητας/Βιώσιμης Ανάπτυξης και ESG μόνο θετικές επιπτώσεις μπορεί να έχει για τις εταιρείες, ανεξαρτήτως μεγέθους. Η αναγνώριση των επιπτώσεων, θετικών και αρνητικών, που έχουν οι εταιρείες από τη λειτουργία τους βοηθάει στην αναγνώριση των δυνατών τους σημείων, αλλά και των περιοχών προς βελτίωση, στα θέματα Περιβάλλοντος (Environment), Κοινωνίας (Social) και Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance). Η εφαρμογή ολοκληρωμένης στρατηγικής ESG οδηγεί στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της φήμης τους. Παράλληλα, μέσα από τη διαδικασία χάραξης στρατηγικής και υιοθέτησης στόχων ESG, έχοντας αναγνωρίσει τα ενδιαφερόμενα μέρη που επηρεάζουν και επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από τη λειτουργία της επιχείρησης, τους δίνεται η δυνατότητα να υιοθετήσουν πρακτικές και στόχους που θα βελτιώσουν και θα συσφίξουν τις σχέσεις τους με τα ενδιαφερόμενα μέρη εντός και εκτός της επιχείρησης (για παράδειγμα, εργαζόμενοι, πελάτες, προμηθευτές, τοπική κοινωνία, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ΜΚΟ, κ.λπ.), ενώ οι κανόνες Εταιρικής Διακυβέρνησης θα εξασφαλίσουν τη διαφάνεια και τη χρηστή διοίκηση της επιχείρησης», προσθέτει.

«Σήμερα αυτό αποτελεί μονόδρομο για τις επιχειρήσεις, ακόμη και τις μικρότερες, καθώς πλέον όλες αποτελούν μέρος μίας εφοδιαστικής αλυσίδας άλλων εταιρειών. Στο πλαίσιο αυτό, οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν την ευθύνη του ελέγχου της εφοδιαστικής τους αλυσίδας, και αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θέτουν κριτήρια επιλογής των προμηθευτών τους ώστε αυτές να είναι εταιρείες που με τη σειρά τους θεωρούνται υπεύθυνες και έχουν ενσωματώσει αρχές και στόχους προς την κατεύθυνση αυτή. Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Ότι όσες επιχειρήσεις δεν το αναγνωρίσουν αυτό εγκαίρως κινδυνεύουν να μείνουν εκτός εφοδιαστικής αλυσίδας άλλων, μεγαλύτερων, επιχειρήσεων. Παράλληλα, πίεση ενδέχεται να δεχτούν και από το τραπεζικό σύστημα, που θεσπίζει κριτήρια ESG, κριτήρια για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, κάτι που βλέπουμε ήδη να συμβαίνει και στην ελληνική αγορά και αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς και οι ίδιες οι τράπεζες έχουν δικούς τους ESG στόχους να πιάσουν και να λογοδοτήσουν για την επίτευξή τους», εξηγεί η Λ. Μαμιδάκη.

 

Οι ΜμΕ θα ανταποκριθούν στην ανάγκη για αλλαγή

«Είναι δεδομένο ότι τα κριτήρια ESG αφορούν όλες τις επιχειρήσεις και φυσικά και τις μικρομεσαίες, που είναι πιο ευέλικτες ως προς τη διοίκησή τους και είναι ίσως πιο εύκολο να κάνουν εσωτερικές αλλαγές από ό,τι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Εκτιμώ ότι, εφόσον κατανοήσουν ότι τα κριτήρια ESG αποτελούν και για εκείνες ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, θα τα υιοθετήσουν και τα εφαρμόσουν. Ειδικά στον χώρο του τουρισμού, του επισιτισμού, των κατασκευών, όπου συμμετέχουν πολύ μικρές, μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συγκεκριμένες πράσινες πιστοποιήσεις που μειώνουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα θεωρούνται σήμερα ως βασικά κριτήρια λειτουργίας τους και δεκάδες επιχειρήσεις ήδη τα εφαρμόζουν κάνοντας επενδύσεις ή ενσωματώνοντας νέες τεχνολογίες, προχωρώντας σε αναδιοργάνωση των παραγωγικών τους διαδικασιών και προσαρμόζοντας τα επιχειρηματικά τους μοντέλα», δηλώνει στην Οικονομική ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ.

«Εντούτοις, η υλοποίηση επενδύσεων προϋποθέτει πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ο βαθμός της οποίας σήμερα είναι εξαιρετικά περιορισμένος σε επίπεδο μικρών επιχειρήσεων. Γνωρίζουμε από τις έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ ότι το μεγαλύτερο τμήμα των επιχειρήσεων που αναπτύσσουν έστω και μια στοιχειώδη επενδυτική δραστηριότητα σε όρους ψηφιακής αναβάθμισης στηρίζονται σε ίδια κεφάλαια. Συνεπώς, όσο παραμένει περιορισμένο το επίπεδο πρόσβασης στη χρηματοδότηση για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, δεν πρέπει να αναμένουμε ραγδαίες αλλαγές. Ωστόσο, τα επείγοντα θέματα του κλίματος και της ενέργειας, τα μαθήματα που πήραμε από την πανδημία σηματοδοτούν την έντονη ανάγκη για αλλαγή. Το ESG μπήκε στο επίκεντρο των επενδύσεων και της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, και αυτό θα γίνει ακόμα πιο εμφανές το επόμενο διάστημα και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να είναι παρούσες και ενεργές. Οι μηδενικές εκπομπές άνθρακα, η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, η ενσωμάτωση πρακτικών Κυκλικής Οικονομίας, η βαρύτητα στο κοινωνικό κριτήριο αποτελούν τα σημαντικότερα ζητήματα που θα επηρεάσουν και τις ΜμΕ επιχειρήσεις στους περισσότερους κλάδους το επόμενο διάστημα», καταλήγει ο Γ. Καββαθάς.