Οικονομική Επιθεώρηση, Οκτώβριος 2021, τ.1011

ΕΛΛΆΔΑ 1821–2021 – ΒΑΛΚΑΝΙΑ • του Δημήτρη Μοσχόπουλου, Ph.D, πρέσβηε.ε.τ.

 

Από τις χώρες που επιδιώκουν να γίνουν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) η Σερβία είναι αυτή που έχει διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής προς την ένταξη, γεγονός που δημιουργεί την εντύπωση, και την προσδοκία, ότι αυτή θα είναι το αμέσως επόμενο μέλος της Ένωσης. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη από το 2014, και η σερβική κυβέρνηση δηλώνει πάντοτε ότι η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της χώρας αποτελεί στρατηγικό της στόχο. Το εύκολο συμπέρασμα από τις διαπιστώσεις αυτές είναι ότι η ολοκλήρωση του ενταξιακού εγχειρήματος της Σερβίας είναι ζήτημα χρόνου.

Μια προσεκτικότερη εξέταση της κατάστασης όμως οδηγεί στη διαπίστωση ότι η ένταξη δεν είναι καθόλου δεδομένη. Οι δυσκολίες είναι τεράστιες. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στην ΕΕ είναι η αποδοχή μιας τέτοιας προοπτικής από την κοινή γνώμη της ενδιαφερόμενης χώρας. Στη Σερβία η κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη, με τους υποστηρικτές και τους αντιπάλους της ένταξης να εναλλάσσονται σε μια οριακή πλειοψηφία στις δημοσκοπήσεις.Σημαντικό ποσοστό του σερβικού λαού φαίνεται να είναι δύσπιστο, μέχρι και εχθρικό, προς τις φιλελεύθερες αρχές που διέπουν την πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία της ΕΕ (αρχές αμφισβητούμενες πλέον και σε χώρες-μέλη της ΕΕ, κυρίως αυτές που ανήκαν κάποτε στο κομμουνιστικό μπλοκ) και αισθάνεται ιδεολογικά, και θρησκευτικά, πλησιέστερο στην ανατολική Ευρώπη, κυρίως στη Ρωσία. Ταυτόχρονα η διείσδυση χωρών όπως η Κίνα και η Τουρκία φαίνεται πιο ευπρόσδεκτη στο μέρος αυτό του σερβικού πληθυσμού από την προοπτική της ένταξης στη «Δύση» (η οποία Δύση, ως ΝΑΤΟ, χρεώνεται φυσικά και τον βομβαρδισμό της Σερβίας το 1999). Από την άλλη πλευρά, η στάση της Δύσης, και της ΕΕ ειδικότερα,έναντι της Σερβίας δεν υπαγορεύεταιαπό κάποια συνειδητοποίηση εκλεκτικής συγγένειας, αλλά απότην ιδιοτελή επιθυμία να αποτρέψει την επισφράγιση του εναγκαλισμού της Σερβίας από τη Ρωσία.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι μια πρόσφατη δημοσκόπηση που συνδέει την ένταξη της Σερβίας με το ενδεχόμενο αναγνώρισης του Κοσόβου ως ανεξάρτητου κράτους: ένα 75% των Σέρβων δηλώνει ότι, αν η αναγνώριση του Κοσόβου ετίθετο ως όρος για την ένταξη της χώρας τους στην ΕΕ, θα απέρριπταν την ένταξη, την οποία θα υποστήριζε το 13% του πληθυσμού.Το εύρημα αυτό, αν δεν ανατραπεί στη διαδικασία, μπορεί να αποδειχθεί ως η χαριστική βολή της ευρωπαϊκής προοπτικής της Σερβίας. Κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα η αναγνώριση του Κοσόβου δεν είναι ένα δευτερεύον στοιχείο στην όλη ενταξιακή διαδικασία της, αλλά αποτελεί τόσο (α) μια defacto αναγκαιότητα όσο και (β) μια dejure προϋπόθεση για την ένταξή της στην ΕΕ.

Ως προς το πρώτο, αρκεί να αναλογισθούμε πόσο αδιανόητο θα ήταν να αποδεχθούν οι κυβερνήσεις (και τα κοινοβούλια) 22 χωρών-μελών της ΕΕ μια σύμβαση προσχώρησης με χώρα που δηλώνει στο Σύνταγμά της ότι μια περιοχή που οι εν λόγω κυβερνήσεις έχουν αναγνωρίσει ως ανεξάρτητο κράτος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επικράτειάς της. Ως προς το δεύτερο, η ΕΕ έχει καταστήσει απολύτως σαφές ότι δεν θα δεχθεί ως μέλη χώρες που έχουν εκκρεμότητες με γείτονες, κυρίως συνοριακές διαφορές. Όντας η ίδια εξαγωγέας σταθερότητας, αρνείται να εισαγάγει αστάθεια. Δεδομένου ότι 5 χώρες-μέλη δεν έχουν αναγνωρίσει το Κόσοβο, ο όρος της αναγνώρισης δεν μπορεί να τεθεί απερίφραστα και επιστρατεύεται μια ευρηματική διατύπωση, που πάντως δεν στερείται σαφήνειας: «απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη της Σερβίας και του Κοσόβου στην ΕΕ είναι η συνομολόγηση μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας που θα επιλύει οριστικά όλες τις μεταξύ τους διαφορές, το περιεχόμενο της οποίας θα αποφασισθεί από τα δύο μέρη».

Ο Σέρβος πρόεδρος δεν αφήνει αμφιβολία ότι κατανοεί πλήρως τη βαρύτητα, και το βάρος, του όρου αυτού. Επισημαίνει πάντοτε ότι σε μια διαπραγμάτευση είναι αδιανόητο η μία πλευρά να τα παίρνει όλα και η άλλη να τα δίνει όλα· ο ίδιος αναγνωρίζει ότι, για το καλό του σερβικού έθνους, οφείλει να προβεί σε οδυνηρές παραχωρήσεις προς τους Αλβανούς, που θα του κοστίσουν σε προσωπικό επίπεδο, αλλά αναμένει και ανάλογη συμπεριφορά εκ μέρους της αλβανικής/κοσοβαρικής πλευράς. Η τελευταία αναλίσκεται σε μια ακατάσχετη αντισερβική ρητορεία, επιμένει (λανθασμένα) ότι δεν οφείλει τίποτε στη σερβική πλευρά, αντίθετα αναμένει απ’ αυτήν αίτημα συγγνώμης και χρηματικές αποζημιώσεις· αφήνοντας έτσι ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία που της παρέχει η ΕΕ να διασφαλίσει τα συμφέροντά της (δηλαδή την αναγνώριση) μέσω του διαλόγου, που διενεργείται με διαμεσολάβηση της ΕΕ, για τη σύναψη της συμφωνίας που θα ανοίξει τον δρόμο προς την Ευρώπη και για τις δύο χώρες.

Στην παρούσα συγκυρία, η Σερβία εμφανίζεται ως η νύφη που διεκδικείται από Δύση και Ανατολή, μια κατάσταση που τονώνει ασφαλώς τον εγωκεντρισμό της. Ιδεολογικά αισθάνεται πιο άνετα στην οικεία Ανατολή, αλλά σημαντικά συμφέροντά της μπορούν να εξυπηρετηθούν καλύτερα από τη Δύση, πολλώ δε μάλλον που περιβάλλεται από χώρες που έχουν ήδη ενταχθεί στη Δύση (μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός εχθρός της). Έτσι φαίνεται να έχει λάβει τη δύσκολη απόφαση υπέρ του ευρωπαϊκού μνηστήρα, όχι όμως χωρίς μια μεγάλη δόση αμφιθυμίας – και χωρίς να είναι σίγουρη για την έκβαση του εγχειρήματος.