«Να πειθαρχήσουμε την κοινωνία»

Από την Αστυνομία Πανεπιστημίων μέχρι την περιστολή των δημόσιων συναθροίσεων

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Στον πυρήνα της διεκδίκησης να υπάρξει ένα μίνιμουμ τάξης στον χώρο των Πανεπιστημίων, υπάρχει μια ευρύτερη κοινωνική στήριξη. Όχι πλήρης και απόλυτη – ομάδες που διαφωνούν υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν – όμως έχει διαμορφωθεί μια ευρεία στήριξη στο ότι τα Πανεπιστήμια δεν μπορούν να λειτουργούν ως «ξέφραγο αμπέλι».

Στον πυρήνα της διεκδίκησης μιας κάποιας συγκράτησης της διαταραχής που φέρνουν στην ζωή στην πόλη οι κατά καιρούς πορείες και διαδηλώσεις, που τώρα τελευταία έχουν πάλι εμφανισθεί παρά τους περιορισμούς λόγω πανδημίας και των απαγορεύσεων κυκλοφορίας, επίσης υπάρχει μια ευρύτερη στήριξη. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την διακοπή κυκλοφορίας στην πόλη ακόμη και για πορείες λίγων δεκάδων διαδηλωτών. Και εδώ δεν υπάρχει βέβαια πλήρης αποδοχή όμως έχει διαμορφωθεί ευρεία στήριξη. Όχι μόνον η δημοσκοπικά μετρούμενη κατά καιρούς, ή η μηντιακά εκφωνούμενη.

Ενώ όμως, μετά από πολλά χρόνια, ωρίμασαν ίσως οι συνθήκες για μια πλαισίωση στην κατεύθυνση έλλογων περιορισμών –  πάλι στο «έλλογο» δεν υπάρχει συμφωνία,  πράγμα λογικό για μια πλουραλιστική κοινωνία – οι προωθούμενες νομοθετικές παρεμβάσεις και για την καθιέρωση Αστυνομίας Πανεπιστημίων και για την περιοριστική πλαισίωση των δημοσίων συναθροίσεων με αντίστοιχες νομοθετικές πρωτοβουλίες, υψηλού μάλιστα προφίλ και με Μιχάλη Χρυσοχοΐδη σε κεντρικό ρόλο, κατόρθωσαν να λειτουργήσουν ως αφορμή νέας γενιάς αντιπαραθέσεων. Και να «ανεβάσουν» αρνητικά αντανακλαστικά. Τόσο, που διερωτάται κανείς μήπως καταλήξει και αυτή η ρυθμιστική πρωτοβουλία (στο πρότυπο Ελληνικών «μεταρρυθμίσεων»), με λογική «να πειθαρχήσουμε την κοινωνία», να αποτελεί μιαν ακόμη ευκαιρία εμβάθυνσης των αντιθέσεων στην ως άνω κοινωνία.

Ήδη ο τρόπος με τον οποίο ανακοινώθηκε η κυβερνητική πρωτοβουλία για την δημιουργία σώματος Αστυνομίας Πανεπιστημίων – στα πλαίσια κοινής συνέντευξης για παρουσίαση μεταρρύθμισης που θα καλύψει και θέματα όπως η βάση εισαγωγής, ή/και το ν+ν/2 για τα χρόνια φοίτησης («αιώνιοι φοιτητές»), δημιούργησε μιαν αίσθηση επιβολής που μόνο θετικά δεν λειτούργησε. Υπουργός ΠροΠο, δηλαδή Δημοσίας Τάξεως, να συνεισηγείται με την υπουργό Παιδείας, αποτελεί σαφή επιλογή κλίματος. Και η συνέχεια αναμενόμενη: η δημιουργία αστυνομικού σώματος για τα ΑΕΙ ανακοινώθηκε ότι θα καλύψει αρχικά 5 «άτακτα» ιδρύματα: ΕΚΠΑ, ΑΠΘ, ΟΠΑ (πρώην ΑΣΟΕΕ, εκεί όπου υπήρξε η διαπομπευτική επίθεση κατά του Πρυτάνεως), ΕΜΠ και Πάτρα. Ευθύς εξαρχής, στην Πάντειο υπήρξε από την Σύγκλητο αποκήρυξη της ιδέας (στην Πάντειο είχε καταγραφεί ο προπηλακισμός του Άγγελου Συρίγου, νυν υφυπουργού Παιδείας…), αλλά δεν βράδυνε να ακολουθήσει και η Σύγκλητος του Μετσόβιου. Μετά από λίγες ημέρες, εν σώματι οι εκπρόσωποι των ΑΕΙ διετύπωναν στην υπουργό Παιδείας σαφή άρνηση της συνολικής πρωτοβουλίας.  Η πρώτη πρόταση, τελευταία φράση της παραγράφου 5 του άρθρου 16Σ («με πλήρη αυτοδιοίκηση») έχει χαραχθεί στο μυαλό των πανεπιστημιακών: η υπαγωγή του ειδικού σώματος ασφαλείας των ΑΕΙ στο υπουργείο ΠροΠο, υπήρξε η κόκκινη γραμμή, «δηλητηρίασε» και όλα τα υπόλοιπα μεταρρυθμιστικά.

Οι εν τω μεταξύ διαβεβαιώσεις που δόθηκαν, ότι αυτό το αστυνομικό σώμα δεν θα οπλοφορεί (λες και γινόταν να οπλοφορεί, εντός ΑΕΙ!) , ότι θα υπάρξει ειδική εκπαίδευση και ψυχολογική καθοδήγηση, ακόμη-ακόμη και ότι η αρμοδιότητά του θα εξαντλείται σε ήπια αστυνόμευση, δεν άλλαξαν το κλίμα – άλλωστε ήρθαν εκ των υστέρων, αφού οι αντιδράσεις ανέβηκαν. Από μια στιγμή και πέρα, και οι συνδικαλιστές της Αστυνομίας διετύπωσαν αρνητική άποψη, ίσως φοβούμενοι ότι οι (υπό πρόσληψη) πρόσθετοι 1.000 ειδικοί φρουροί, συν άλλοι τόσοι για  τα ΜΜΜ (μετά από το επεισόδιο βίαιης επίθεσης σε σταθμάρχη του Μετρό, άλλη ιστορία κι αυτή!) θα διασπάσουν το σώμα. Και, αναπόδραστα, ξεκίνησε κύμα διαδηλώσεων και πορειών κατά της πρωτοβουλίας ΠροΠο/Παιδείας, που μας φέρνει στο άλλο μέτωπο: της απόπειρας περιστολής των πορειών/διαδηλώσεων/δημοσίων συναθροίσεων.

Εδώ, ήδη ο ψηφισμένος νόμος 4703/2020 για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις είχε ψαλιδιστεί όταν συζητιόταν στην Βουλή, καθώς για παράδειγμα η φιλοδοξία να εμπλακούν/φορτωθούν την ευθύνη στην Δικαιοσύνη αποκρούστηκε ήδη από την ίδια, ενώ και το σύστημα προηγούμενης γνωστοποίησης και ορισμού «οργανωτή» στις πορείες/διαδηλώσεις υποχρεώθηκε να αυτοπεριοριστεί στο πλαίσιο της παραγράφου 2 του άρθρου 11Σ . Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου σεμνοπρεπώς διακηρύχθηκε ότι «[θα] διασφαλίζεται [με τον ν. 4703] ισόρροπα η ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος [του συνέρχεσθαι δημοσίως και εν υπαίθρω] των πολιτών». Η τωρινή πρωτοβουλία Χρυσοχοΐδη για εξειδίκευση του πλαισίου διάλυσης εκδηλώσεων δεν δείχνει να έχει καλύτερη τύχη , αφού ήδη το σύστημα του ν.4703/2020 δοκιμάστηκε στην πράξη με πολύ περιορισμένη επιτυχία – την στιγμή, δε, που υποτίθεται ότι ίσχυαν οι πιο περιοριστικές συνθήκες λόγω Covid –  έξω από το Εφετείο, ή στις 17 Νοεμβρίου. Τα κλιμακωτά παραγγέλματα προς διάλυση του κόσμου, μαζί με τον ορισμό «διαμεσολαβητή» της Αστυνομίας, ή πάλι με την δημιουργία «χώρου ασφαλείας» για τους δημοσιογράφους (το τελευταίο αυτό εύρημα απεσύρθη άρον-άρον μετά από λίγες ώρες με διευκρινίσεις κλπ.) δείχνουν χλωμά στην προοπτική εφαρμογής.

Όλη αυτή η διαδρομή του «να πειθαρχήσουμε την κοινωνία» καταλήγει να αποτελεί περισσότερο επίδειξη προθέσεων απευθυνόμενη σε ένα στενότερο κοινό, που ταυτίζεται με το αίτημα «νόμος και τάξη», παρά να οδηγεί στην δημιουργία λειτουργικών συνθηκών – είτε στα Πανεπιστήμια, είτε στις πορείες. Και είναι σαν οι προσερχόμενοι με παρόμοιες ιδέες νομοθέτες να ξεχνούν ότι εκεί, στην πράξη, κρίνονται/θα κριθούν οι σχεδιασμοί και οι προθέσεις.