Η παγκοσμιοποίηση έδωσε στον Πούτιν τον πλούτο να στηρίξει μια ολοένα και πιο εχθρική στάση απέναντι στους γείτονες της χώρας του αλλά αύξησε και την εξάρτηση της Ρωσίας από άλλες χώρες

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

του Νίκου Παπανδρέου

Η απάντηση της «Δύσης» στη ρωσική εισβολή μάς έδειξε ανάγλυφα το πόσο ελέγχουν οι καπιταλιστικές χώρες το παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης. Σε διάστημα λίγων ημερών, μια άκρως ολοκληρωμένη καπιταλιστική οικονομία (η Ρωσία) εξορίστηκε από τα δίκτυα του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος. Και τούτο έγινε με πρωτοφανή ταχύτητα και μέγιστη πληρότητα. Δυόμισι εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου, η Ρωσία βρέθηκε απομονωμένη, ενώ οι οικονομικοί της δεσμοί με τον έξω κόσμο εξασθενούν μέρα με τη μέρα.

Οι δυτικές κυρώσεις ξεκίνησαν με τις συνηθισμένες πια τιμωρίες: δέσμευση σε περιουσιακά στοιχεία και στις οικονομικές συναλλαγές Ρώσων επιχειρηματιών και εταιρειών. Δεν προκάλεσαν ιδιαίτερη έκπληξη. Είχαν ήδη επιβληθεί αντίστοιχες κυρώσεις μετά την πρώτη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2014.

SWIFT

Όμως, καθώς η πίεση να τιμωρηθεί η Ρωσία αυξανόταν, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ ανακοίνωσαν την απομάκρυνση των ρωσικών τραπεζών από το SWIFT, το παγκόσμιο διατραπεζικό σύστημα ταυτοποίησης λογαριασμών. Με το έναν και τον άλλο τρόπο, η Δύση πέταξε τη Ρωσία από το παγκόσμιο σύστημα τραπεζικών πράξεων, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου βασίζεται στο δολάριο.

Ο αποκλεισμός από το παγκόσμιο σύστημα πληρωμών ήταν ένα σημαντικό βήμα στην κλιμάκωση. Αλλά και πάλι βρισκόμασταν σε οικείο έδαφος. Οι ιρανικές τράπεζες αποκλείστηκαν από το SWIFT το 2012 και οι τραπεζικές συναλλαγές διακόπηκαν το 2019. Και πάλι, υπάρχουν βαλβίδες διαφυγής: το ρωσικό αέριο και το πετρέλαιο θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ρέουν και να πληρώνονται τα τιμολόγια σε δολάρια, όπως πάντα.

Τα μέτρα που ακολούθησαν όμως μπήκαν σε νέα χωράφια: πάγωμα των συναλλαγματικών διαθεσίμων της Ρωσίας που διατηρούνται στο εξωτερικό και πλήρης απαγόρευση των συναλλαγών με τη ρωσική κεντρική τράπεζα.

Συναλλαγματικά διαθέσιμα

O Χίτλερ επιθεωρεί τα κατοχικά στρατεύματα στο κάστρο της Πράγας

Το ακραίο βήμα του παγώματος των αποθεμάτων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας στο εξωτερικό αλλά και η απαγόρευση σε όλες τις τράπεζες του κόσμου να έρθουν σε συναλλαγές με την κεντρική τράπεζα δεν έχει ξαναγίνει. Ούτε καν η ναζιστική Γερμανία δεν εξορίστηκε πλήρως από το διεθνές νομισματικό σύστημα. Οι σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας της Αγγλίας και της Reichsbank παρέμειναν σε  ισχύ κατά τη δεκαετία του 1940, ενώ η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlements) επέτρεψε στη γερμανική κεντρική τράπεζα πρόσβαση στις εγκαταστάσεις εκκαθάρισης και διακανονισμού της καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Διαβάζοντας τη νομισματική πολιτική που εφαρμόστηκε τότε, μαθαίνει κανείς για μια διαβόητη υπόθεση. Η Τράπεζα της Αγγλίας δέχτηκε το 1939 την εκκαθάριση μέσω της BIS του λεηλατημένου χρυσού της κεντρικής τράπεζας της Τσεχοσλοβακίας – μιας χώρας που είχε μόλις καταλάβει ο Χίτλερ.

Όταν οι αγορές άνοιξαν τη Δευτέρα μετά την εισβολή, η Δύση είχε στερήσει από τη Ρωσία περίπου 315 δισεκατομμύρια δολάρια που είχε η κεντρική της τράπεζα σε ιδρύματα στο εξωτερικό. Έκτοτε, το ρούβλι έχει υποχωρήσει σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ. Η έξοδος γνωστών ξένων εταιρειών δεν έχει ακόμη σταματήσει. Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν απαγόρευση εισαγωγής ρωσικού πετρελαίου στις αρχές Μαρτίου.

Οι βραχυπρόθεσμες συνέπειες για τους Ρώσους πολίτες είναι σαφείς: δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης, τεράστια αύξηση της ανεργίας, ελλείψεις βασικών αγαθών, όπως τροφίμων, φαρμάκων, αυτοκινήτων και οικιακών συσκευών. Και μετά τι; Το πείραμα με αυστηρές κυρώσεις και τα εμπορικά μέτρα που επιβλήθηκαν κατά του Ιράν δεν οδήγησαν σε μετρήσιμη αλλαγή πολιτικής. Μάλιστα, στην περίπτωση του Ιράν, οι συνέπειες των κυρώσεων έπεσαν στις πλάτες του λαού. Η οικονομική ανάπτυξη μαράζωσε, τα εισοδήματα έμειναν στάσιμα και οι τιμές των τροφίμων έχουν ανέβει. Ο υποσιτισμός –ιδιαίτερα μεταξύ των παιδιών και των γυναικών– έχει αυξηθεί.

Ο οικονομικός πόλεμος είναι ένας γνήσιος πόλεμος – και το διακύβευμα τεράστιο. Οι κυρώσεις, αν δεν αρθούν στο εγγύς μέλλον, θα καταδικάσουν την αυταρχική οικονομία της Ρωσίας σε μια μόνιμη στασιμότητα. Αυτές όμως οι κυρώσεις θα αλλάξουν τη χώρα για πάντα.

Οικονομικός καταναγκασμός

Σε θεωρητικό επίπεδο, δεν μπορούμε να δεχτούμε πια το επιχείρημα ότι η παγκοσμιοποίηση, επειδή δημιουργεί ένα σύνθετο πλέγμα αλληλοσυνδέσεων μεταξύ χωρών, οδηγεί σε μια ειρηνική συνύπαρξη. Η οικονομική ολοκλήρωση, μας έλεγαν πολλοί σχολιαστές, θα μείωνε τις συνθήκες για εχθροπραξίες. Τώρα, οι αόρατες συνδέσεις του οικονομικού συστήματος έγιναν ξαφνικά ορατές. Αυτή η νέα μορφή «οικονομικού καταναγκασμού» –αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει νομισματικό πόλεμο– χρησιμοποιείται ως όπλο μέγιστης καταστροφής.

Κι έτσι οδηγούμαστε σε ένα παράλογο συμπέρασμα. Λέγαμε πολλοί ότι η ενσωμάτωση των εθνών στο παγκόσμιο εμπορικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι μια νίκη από μόνη της. Ναι, η παγκοσμιοποίηση έφερε ανάπτυξη, νέα προϊόντα, νέα φάρμακα, μείωση της θνησιμότητας και πολλά ακόμη. Από την άλλη, η συγκεκριμένη μορφή της παγκοσμιοποίησης, με την Αμερική ακόμη να ηγείται αυτής, έδωσε στη Δύση την ικανότητα να εξαναγκάζει ανεπιθύμητα κράτη. Όσο πιο ενσωματωμένοι είμαστε, τόσο περισσότερο ευάλωτοι είμαστε σε τέτοιου είδους εκβιασμούς.

Αυτή η διττή δυναμική ήταν γνωστή στον Βλαντιμίρ Πούτιν. Καθώς η Ρωσία έγινε μέρος της παγκόσμιας οικονομίας, έγινε και πιο ευάλωτη. Γι’ αυτό και έλαβε μέτρα για να μετριάσει την τρωτότητά της. Η ταχεία ανάπτυξη της Κίνας και άλλων αναπτυσσόμενων οικονομιών δημιούργησε μεγάλη ζήτηση για εξαγωγές από τη Ρωσία: πετρέλαιο, αέριο, αλουμίνιο, νικέλιο, σιτάρι και καλαμπόκι. Όπως σε όλες τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, το κράτος φρόντισε να συσσωρέψει ένα μέρος των συναλλαγματικών κερδών των ρωσικών επιχειρήσεων στα δημόσια ταμεία. Έτσι, η Ρωσία έκτισε το «σεντούκι» της για την τροφοδότηση της πολεμικής της μηχανής.

Η παγκοσμιοποίηση έδωσε στον Πούτιν τον πλούτο να στηρίξει μια ολοένα και πιο εχθρική στάση απέναντι στους γείτονες της χώρας του. Από την άλλη, η οικονομία της έγινε πιο εξαρτημένη: ζήτηση από άλλες χώρες (Γερμανία και Κίνα), εισαγωγές ζωτικής σημασίας και μεγάλη εξάρτηση από το δολάριο ως σύστημα πληρωμής για το εμπόριο. Το εμπορικό πλεόνασμα της Ρωσίας έδωσε στον Πούτιν χώρο για ελιγμούς. Παρείχε επίσης τον οικονομικό και χρηματοοικονομικό οπλισμό που τώρα στράφηκε εναντίον του.

Ματιές στο μέλλον

Ποιος θα είναι ο αντίκτυπος της κρίσης; Δεν νομίζω ότι το δολάριο θα χάσει τον ρόλο του – ίσως όμως δούμε μια σημαντική επιτάχυνση στην υιοθέτηση της χρήσης ψηφιακών νομισμάτων από πολλά κράτη για ορισμένες πληρωμές. Η παγκοσμιοποίηση δεν θα σταματήσει. Η θεωρία ότι το σημερινό σύστημα οδηγεί σε ειρηνικές λύσεις διαφορών μπαίνει στο γνωστό χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Η Γερμανία, με την απόφαση του καγκελαρίου Σολτς να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό στα 100 δισ. (ενώ όλη η ΕΕ τη χειροκροτεί…), ίσως οδηγήσει επιτέλους σε μια σημαντική αναθεώρηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, εκείνη που σήμερα περιορίζει το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Δηλαδή μια σίγουρη συνέπεια του πολέμου θα είναι η αναθεώρηση των στόχων της ΕΕ στους τομείς της ασφάλειας, της ενέργειας και της δημοσιονομικής πολιτικής.

Άλλες επιπτώσεις; Οι τιμές των τροφίμων και της ενέργειας όλο και θα ανεβαίνουν. Οι φτωχές χώρες θα υποφέρουν πολύ. Και μην ξεχνάμε ότι, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, τις χειρότερες επιπτώσεις θα τις βιώσουν οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι. Και η Ρωσία, δυστυχώς, μια μεγάλη δύναμη, όλο και περισσότερο απομακρύνεται από τη Δύση και τις αξίες της.