Το διαδικτυακό κράτος επιτήρησης της Κίνας

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

του Νίκου Παπανδρέου

 

Οι ανοιχτές κοινωνίες, όπως φαίνεται, ξεφεύγουν πια από οποιαδήποτε «κανονικότητα». Στην Αμερική, λόγου χάριν, μιλάμε ανοικτά για την πιθανότητα ενός εμφυλίου πολέμου. Μια τέτοια πρόταση θα μας φαινόταν τρελή πριν από λίγα χρόνια, αλλά από τη στιγμή που παρακολουθήσαμε τη μαζική επίθεση των υποστηρικτών του Τραμπ στο Κογκρέσο, τώρα πια τίποτα δεν μοιάζει απίθανο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι βαθιά πολωμένες, με διαφορές που υπερβαίνουν την πολιτική ιδεολογία και φτάνουν σε κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η πανδημία έγινε ζώνη μάχης και ο λόγος που εκπέμπουν τα μέσα ενημέρωσης είναι τοξικός. Είναι ίσως η μόνη χώρα στη Δύση που ανέχεται την ύπαρξη εκατοντάδων ιδιωτικών στρατών εξοπλισμένων με όπλα μάχης. Δεν πιστεύω ότι θα φτάσουμε σε πραγματικό εμφύλιο, αλλά σίγουρα στις επερχόμενες εκλογές (2024) θα δούμε σημεία και τέρατα ώστε να ανακτήσει την ποθητή εξουσία ο Τραμπ.

Στα δημοκρατικά πολιτεύματα η ψηφιακή οικονομία και τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν πολλές φορές κατά των δημοκρατικών θεσμών. Στον χώρο της δικαιοσύνης, κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι ή αθώοι από τα «λαϊκά δικαστήρια» των bloggers πριν καν φτάσει η υπόθεση στη δικαιοσύνη. Τα Fake News γκρεμίζουν την επιστήμη και τη θέση της παίρνουν θεωρίες συνωμοσίας του Μεσαίωνα. Τα κρυπτονομίσματα λειτουργούν ως υποκατάστατο του επίσημου κρατικού νομίσματος, με ανεξέλεγκτες επιπτώσεις για το τραπεζικό μας σύστημα. Η Apple και η Google μάλλον έχουν συγκεντρώσει περισσότερα προσωπικά στοιχεία για τις καταναλωτικές μας συνήθειες και τα πολιτικά μας φρονήματα από οποιοδήποτε αυταρχικό καθεστώς. Και ακριβώς επειδή ζούμε σε μια ελεύθερη αγορά και σε μια δημοκρατική κοινωνία, όλες αυτές οι εξελίξεις προχωρούν με τον δικό τους ρυθμό, ανεξέλεγκτες και με τη δική τους αυτονομία.

Στην απέναντι όχθη, το αυταρχικό καθεστώς της Κίνας το κάνει «όπως ο Μπέκαμ». Προσφάτως, με δυο-τρεις κινήσεις και παρά το μεγάλο οικονομικό κόστος, γκρέμισε την αυτονομία μεγάλων ψηφιακών επιχειρήσεων, όπως της Alibaba και της Alipay, με το έτσι θέλω, και αυτό για να μην χάσει το κράτος τον έλεγχο και δημιουργηθεί άλλος πόλος δύναμης στην οικονομία.

Το κράτος εκμεταλλεύεται την ψηφιακή διείσδυση, εδραιώνοντας τον έλεγχο του κομμουνιστικού κόμματος στην κοινωνία. Με τη χρήση της τεχνολογίας, η λενινιστική μορφή διακυβέρνησης –εκείνος ο κεντρικός προγραμματισμός που απέτυχε στη βιομηχανική εποχή– έχει αποκτήσει νέα πνοή.

Χάρη εν μέρει στην έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας, οι ηγέτες της Κίνας βρίσκονται τώρα σε ένα σημείο όπου πιστεύουν ότι έχουν τα εργαλεία για να ξεπεράσουν τις αγκυλώσεις του κεντρικού προγραμματισμού – δηλαδή του γνωστού οικονομικού συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού Μπλοκ του εικοστού αιώνα. Σε σχέση με το σύστημα της αγοράς, το Central Planning απέτυχε παταγωδώς, τόσο στη Ρωσία του Στάλιν όσο και στην Κίνα του Μάο. Δεν γίνεται το κράτος να ελέγχει μέσω δημοσίων υπαλλήλων μια ολόκληρη οικονομία, βγάζοντας ΦΕΚ που προσδιορίζουν γραφειοκρατικά την ποιότητα και την ποσότητα παραγόμενων προϊόντων. Και, φυσικά, για την επιτήρηση των πολιτών η Ρωσία είχε τον Λαβρέντι Μπέρια και την KGB και ο Μάο τους Κόκκινους Φρουρούς.

Σήμερα πια δεν χρειαζόμαστε παρά άχρωμους και άοσμους κομπιουτεράδες για να παρακολουθούμε τον πολίτη. Η σημαντική παρατήρηση είναι όμως ότι ο ψηφιακός έλεγχος στην Κίνα λειτουργεί ως τεχνολογία διπλής χρήσης: κατασταλτική με την έννοια της ασφάλειας και παρακολούθησης του πολίτη από τη μία, αλλά προοδευτική και σοσιαλιστική από την άλλη. Πώς το δεύτερο; Γιατί μέσω ψηφιακής διασύνδεσης υπάρχει ένας ιδιότυπος τρόπος συμμετοχής του πολίτη, χωρίς όμως να υπάρχει δημοκρατία.

Το κράτος παρακολουθεί με πολλά μέσα τη ζωή 1,4 δισεκατομμυρίων Κινέζων, με κάμερες και διαδικτυακές συνδέσεις που ούτε ο Όργουελ δεν μπορούσε να φανταστεί. Για να διατηρήσει την υπεροχή του, το κόμμα όμως δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Μάλιστα προσέχει να μην απομακρυνθεί από τις ανάγκες του λαού ώστε να μην επαναληφθούν οι αυθόρμητες εξεγέρσεις τύπου Τιεν Αν Μιεν το 1989, τότε που βγήκε ο στρατός για τη βίαιη καταστολή φοιτητών.

Για να μην ξεσηκωθεί ο κόσμος, το κόμμα πρέπει να είναι ευαίσθητο στα προβλήματα του, δηλαδή να μην αφήσει να σιγοβράζουν σύνθετα κοινωνικά θέματα, εκείνα που μπορούν να οδηγήσουν στην αμφισβήτηση της υπεροχής του κόμματος. Με τις πληροφορίες που συγκεντρώνει από τα κοινωνικά δίκτυα και λόγω της διασύνδεσης των πολιτών στο διαδίκτυο, το κράτος αντλεί σημαντικές πληροφορίες για κάθε γειτονιά και κάθε δήμο, αλλά και για κάθε κοινωνική και κάθε επαγγελματική τάξη.

Πέραν αυτού, προχωρά κι ένα βήμα ακόμη, εφαρμόζοντας πρακτικές που θυμίζουν τα βιβλία της επιστημονικής φαντασίας του Ασίμοφ και του Φίλιπ Ντικ. Με τη χρήση τεράστιων αριθμών δεδομένων, κάνει προβλέψεις για τη μελλοντική συμπεριφορά των πολιτών, έτσι ώστε να προλάβει αντιδράσεις προτού καν εμφανιστούν. Τα Big Data διευκολύνουν τις γρήγορες και άμεσες δημοσκοπήσεις, στη συνέχεια διευκολύνουν και την ταχεία ανταπόκριση, και στη συνέχεια την παρακολούθηση της εφαρμογής της πολιτικής.

Τελικά, οι σημερινές τεχνολογίες επιτρέπουν τον συνεχή συντονισμό ενός πολύπλοκου κοινωνικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο ίσως, ίσως λέω, η ψηφιακή τεχνολογία θα επιτρέψει στους ηγέτες της Κίνας να επιτύχουν εκεί όπου τα προηγούμενα αυταρχικά καθεστώτα απέτυχαν.

Στο πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή του Πανεπιστημίου των Συρακουσών (Syracuse University, Νέα Υόρκη) με τίτλο Retrofitting Leninism: Participation Without Democracy in China, ή σε ελεύθερη μετάφραση «Ο εκσυγχρονισμός του λενινισμού: Συμμετοχή χωρίς δημοκρατία στην Κίνα», ο συγγραφέας μάς εξηγεί πώς το ίδιο σύστημα βοηθά τον έλεγχο αλλά και την επίλυση προβλημάτων. Τα smartphones και η αναγνώριση προσώπου, για παράδειγμα, καθιστούν σχεδόν αδύνατο να οργανωθούν οι αντιφρονούντες ή οι διαδηλωτές επειδή το αυταρχικό κράτος θα τους εντοπίσει χωρίς πρόβλημα. Από την άλλη, είναι επίσης ένα εργαλείο κατά των διεφθαρμένων αξιωματούχων. Η καταγραφή κοινωνικών φρονημάτων από τη μία περιορίζει την ελευθερία του πολίτη, αλλά αμβλύνει τη δυσπιστία και τους κινδύνους της τεράστιας και ανεξέλεγκτης καταναλωτικής αγοράς της Κίνας. Με άλλα λόγια, η διαδικτυακή σύνδεση λειτουργεί αμφίδρομα. Από τη μία το κράτος παρακολουθεί από ψηλά (επιτηρεί δηλαδή), από την άλλη η ψηφιακή διασύνδεση δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθεί το κράτος και από χαμηλά και εκ των έσω.

Στην Κίνα διαμορφώνεται ένας άνευ προηγουμένου ολοκληρωτισμός με τεχνικές προδιαγραφές που είναι πρωτόγνωρες. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε αυτό το νέο μοντέλο διακυβέρνησης. Δημιουργήθηκε για να επιβιώσει το κόμμα – και φαίνεται να είναι βιώσιμο και σήμερα αλλά και μακροχρόνια. Όσο μπορεί το κράτος και ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών –έστω και με τρόπους αντιδημοκρατικούς– κατορθώνει να δημιουργήσει ένα σύστημα λογοδοσίας χωρίς την ψήφο του λαού! Με αυτό τον τρόπο, για κάθε πρόβλημα που λύνει ανανεώνει και εδραιώνει τη δική του θέση.

Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα δεδομένο. Όπως δεν μπορούμε πια να πάρουμε ως δεδομένη τη συνέχεια της δημοκρατικής λειτουργίας των ΗΠΑ, έτσι και η Κίνα δεν μπορεί να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα του αυταρχισμού της. Αν το παρακάνει το πρόεδρος Σι, δηλαδή αν υπερβάλει στον τομέα της καταστολής, θα αναιρέσει ό,τι έχει λειτουργήσει υπέρ του ως σήμερα. Αν δηλαδή ο αυταρχισμός υπερσκελίσει την τάση να διορθώνει τα προβλήματα χωρίς εκλογές, το σύστημα θα πέσει από το δικό του βάρος.

Το παράλογο είναι ότι μπορεί σε δέκα ή είκοσι χρόνια να δούμε τέτοια αυταρχικά καθεστώτα να έχουν επιβιώσει από την κλιματική κρίση και οι δικές μας δυτικές δημοκρατίες να βρίσκονται σε μόνιμο αναβρασμό…