Οι νέες μας συμμαχίες

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2022, τ.1014

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

του Νίκου Παπανδρέου

Η προσέγγιση της ελληνικής κυβέρνησης στη Γαλλία έχει τρεις συνιστώσες: μία είναι η στήριξη που μας παρέχει το γεγονός ότι οι έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ γίνονται από τη γαλλική Total. Δεύτερη είναι η συνεισφορά της Γαλλίας στον έλεγχο της ροής των μεταναστών στα νησιά μας. Και η τρίτη είναι η νέα αμυντική συμφωνία που πέτυχε το δίδυμο Μητσοτάκη-Μακρόν. Εκπροσωπεί την ολοκλήρωση και κεφαλαιοποίηση μιας ιστορικής σχέσης και φυσικά είναι επίτευγμα της σημερινής κυβέρνησης το γεγονός ότι το κατόρθωσε σε μια στιγμή που η Τουρκία είχε γίνει τόσο επικίνδυνη.

Η αμυντική αυτή συμφωνία προβλέπει ρητά ότι σε περίπτωση πολεμικής απειλής κατά της ελληνικής εδαφικής κυριαρχίας η Γαλλία θα προστρέξει στρατιωτικά προς ενίσχυση της Ελλάδας. Αποκτήσαμε έτσι έναν δυνατό σύμμαχο για την αποτροπή της τουρκικής επιθετικότητας.

Από την πλευρά της η κυβέρνηση Μπάιντεν δείχνει πιο αποφασισμένη να μην αφήσει αναπάντητη την τουρκική πρόκληση. Ακύρωσε πωλήσεις αμυντικού εξοπλισμού, όπως τα υπερσύγχρονα αεροπλάνα τύπου F-35, εξοπλισμός που ίσως καταλήξει σε εμάς, προς μεγάλη στενοχώρια του Ερντογάν. Υπάρχουν και πολλές καταδίκες από την κυβέρνηση κατά της Τουρκίας. Παράδειγμα: στις 10 Δεκεμβρίου η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Αμερικανικής Βουλής, με πρόεδρο τον δυναμικό φιλοκύπριο γερουσιαστή Μενέντεζ, καταδίκασε με ψήφισμά της την επιθετική συμπεριφορά που επιδεικνύει η Τουρκία εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τέλος, μην ξεχνάμε ότι ο Μπάιντεν αναγνώρισε –μετά από δεκαετίες άρνησης των αμερικάνικων κυβερνήσεων– τη γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους.

Αλλά ας ξεφύγουμε από τα στενά περιθώρια της Ελλάδας και τις πρόσφατες διπλωματικές μας επιτυχίες.

Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις Αμερικής και Γαλλίας – των δύο ουσιαστικών μας συμμάχων; Είδαμε δυστυχώς τον Σεπτέμβρη την καρπαζιά που έφαγε η Γαλλία ως αποτέλεσμα της συμφωνίας Αμερικής-Αυστραλίας. Η Συμφωνία ΑUKUS αγνόησε επιδεικτικά την πρότερη αμυντική συμφωνία που είχε υπογραφεί το 2016 μεταξύ Αυστραλίας και Γαλλίας και ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της γαλλικής στρατηγικής στον Ινδο-Ειρηνικό. Μέσα σε λίγες μέρες ολόκληρη η γαλλική διοίκηση –από το Υπουργείο Εξωτερικών μέχρι το Υπουργείο Ενόπλων Δυνάμεων– είχε ξεσηκωθεί κατά της Αμερικής. Το Παρίσι ανακάλεσε τους πρεσβευτές του στην Καμπέρα και την Ουάσιγκτον, και αυτό για πρώτη φορά στη διμερή γαλλοαμερικανική ιστορία. Ξαφνικά, οι σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Ηνωμένων Πολιτειών αντιμετώπισαν μια μεγάλη κρίση.

Τρεις μήνες αργότερα μια ζεστή συμφιλίωση είχε επιτευχθεί. Για να συγκρατήσει τη γαλλική δυσαρέσκεια, η αμερικανική κυβέρνηση αναγνώρισε σιωπηρά τα λάθη της στη διαχείριση των διαπραγματεύσεων του AUKUS και συμφώνησε σε μια διαδικασία διαβουλεύσεων που διεξήχθησαν σε υψηλό επίπεδο τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο. Για να μειώσει την ένταση, η Αμερική δεν παραπονέθηκε ότι η Ελλάδα προτίμησε τις γαλλικές φρεγάτες και όχι τις αμερικανικές. Μάλιστα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ είπε ότι χαίρεται που η Ελλάδα αγοράζει από συμμάχους. Ήταν ένα δώρο κατευνασμού προς τη Γαλλία, που λειτούργησε σε όφελός μας.

Μια εξήγηση για το γιατί η κρίση έτυχε τόσο καλής διαχείρισης βρίσκεται στην επιρροή που έχει αποκτήσει η Γαλλία στην Ουάσιγκτον, μια επιρροή που της πήρε 20 χρόνια να κτίσει. Ακολούθησαν οι Γάλλοι το μοντέλο του λόμπι στιλ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Γαλλία συνειδητοποίησε ότι δεν είχε επιρροή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γαλλία ενθάρρυνε τη δημιουργία μιας γαλλικής επιτροπής στο Κογκρέσο, πρόσφερε εκπαιδευτικά ταξίδια για στελέχη του Κογκρέσου και υποστήριξε δεξαμενές σκέψης στην Ουάσιγκτον. Είναι ένα παράδειγμα που πρέπει να ακολουθήσει το ελληνικό κράτος, το οποίο δεν μπορεί πια να εξαρτάται από τον πατριωτισμό της ομογένειάς μας. Το ότι η Ελλάδα έχει συνάψει αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία την εποχή όπου η Γαλλία έχει αρχίσει να αποκτά μεγαλύτερη επιρροή στις ΗΠΑ μόνο καλό μπορεί να μας κάνει.

Η Γερμανία της Άνγκελα Μέρκελ δεν έχει προχωρήσει όσο η Γαλλία στις σχέσεις της με την Αμερική. Η φιλορωσική και φιλοτουρκική της πολιτική δεν την κάνει τόσο αρεστή στην Ουάσιγκτον. Η νέα προοδευτική κυβέρνηση του Μάρτιν Σουλτς όμως ίσως σπάσει τον πάγο. Η Βρετανία του Brexit γνωρίζει μια πρωτοφανή εσωστρέφεια. Θυμίζω ότι κατά τη διάρκεια των χαοτικών χρόνων της διακυβέρνησης Τραμπ, οι Γάλλοι το έπαιξαν έξυπνα στο σημείο που ο Τραμπ κάλεσε τον Μακρόν στον Λευκό Οίκο. Με τη χαμηλού τόνου πολιτική του Μακρόν, η Γαλλία γλίτωσε από τις μπουνιές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Η Αμερική όμως σήμερα νοιάζεται για ένα και μόνο πρόβλημα. Η πρόκληση της Κίνας είναι η προτεραιότητά της. Στην Ευρώπη θα ψάχνει για εταίρους στη μάχη αυτή. Η Ευρώπη καλά κάνει που δεν φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με την ιδέα ότι η Κίνα είναι ο νέος μπαμπούλας σε έναν νέο ψυχρό πόλεμο. Γι’ αυτό τον λόγο όμως το πεδίο συνεργασίας με την Αμερική και την Ευρώπη δεν θα είναι η Κίνα αλλά τα άλλα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν.

Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η δημόσια υγεία, η οικονομική ανάκαμψη, η μετάβαση στην πράσινη ενέργεια: εδώ η Ευρώπη είναι μπροστά και σε αυτά τα θέματα υπάρχει μεγάλη δυνατότητα συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Τομείς όπως η οικονομία, η τεχνολογία, το κλίμα και η ενεργειακή μετάβαση προσφέρουν πολύ πιο ελπιδοφόρες οδούς για ουσιαστική συνεργασία.

Η πανδημία πρόσφερε στην ΕΕ την ευκαιρία για δράση – και η Ευρώπη το έκανε με το πρόγραμμα εμβολιασμού. Η ΕΕ γενικά χειρίστηκε την κρίση ως Ένωση και όχι ως χώρα κατά μόνας.

Οι οικονομικές, τεχνολογικές και ενεργειακές μεταβάσεις θα είναι η καρδιά της διατλαντικής εταιρικής σχέσης του 21ου αιώνα. Σε αντίθεση με την άμυνα, αυτοί είναι τομείς όπου η Ευρώπη έχει αναλάβει την ευθύνη – και έχει κερδίσει και πόντους στη διεθνή σκακιέρα.

Στο θέμα της κλιματικής αλλαγής η ΕΕ έχει αναλάβει πιο δυναμικό ρόλο, όπως π.χ. στη φορολόγηση της εκπομπής ρύπανσης. Έχει σημειωθεί πρόοδος και στις δύο άκρες του Ατλαντικού – στους στόχους απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές, τις δεσμεύσεις για χρηματοδότηση του κλίματος και την έναρξη της παγκόσμιας συμμαχίας μεθανίου, για παράδειγμα. Εξακολουθούν να υπάρχουν βαθιά νερά που χωρίζουν την ΕΕ από τις ΗΠΑ, κυρίως σε ζητήματα όπως η τιμολόγηση του άνθρακα. Εάν οι δύο πλευρές δεν καταφέρουν να βρουν κοινό έδαφος, ορισμένες από αυτές τις πρωτοβουλίες κινδυνεύουν να μην προχωρήσουν.

Σε όλα αυτά τα θέματα η θέση της Ελλάδας δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Είμαστε υπέρ της πράσινης οικονομίας με μεγάλες επενδύσεις στον χώρο των ΑΠΕ. Είμαστε στην πρώτη γραμμή στο θέμα των προσφύγων, θέμα που απασχολεί Ευρώπη και Αμερική. Έχουμε συνάψει αμυντικές συμφωνίες με τη Γαλλία, την Αμερική και το Ισραήλ, αλλά και τη Σαουδική Αραβία και το Αμπού Ντάμπι, και τώρα τελευταία ως και το Κατάρ φαίνεται να έρχεται πιο κοντά σε μας, προς μεγάλη στενοχώρια του Ερντογάν.

Προτάσεις μας για τη διαχείριση της πανδημίας έχουν υιοθετηθεί από όλη την Ευρώπη. Η οικονομία, παρά τις δυσκολίες της, συνεχίζει να βραβεύεται από τις αγορές. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει το πρόγραμμα αγοράς των ομολόγων μας, ενώ στις αρχές του Δεκέμβρη ακούσαμε έκπληκτοι από το στόμα του νέου συντηρητικού υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας «κάντε το όπως η Ελλάδα».

Βλέπω τρεις προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής: πώς θα χειριστούμε την επερχόμενη χρεοκοπία της Τουρκίας και ό,τι σημαίνει αυτή για εμάς, πώς θα χειριστούμε την αμερικανική επιθετικότητα προς την Κίνα και, τέλος, πότε θα επιλύσουμε το μόνιμο πρόβλημα της Κύπρου.