Κεντρικές επιλογές των δυτικών κυβερνήσεων κινούνται προς λάθος κατεύθυνση και απειλούν να ωφελήσουν τη Ρωσία και να διογκώσουν αντί να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στις οικονομίες των ΗΠΑ και της ΕΕ

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2022, τ.1019

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

του Νίκου Παπανδρέου

Λάθος πρώτο: Οι κυρώσεις στην αγορά πετρελαίου από τη Ρωσία

Οι κυρώσεις στην εξαγωγή πετρελαίου σκοπό είχαν να μειώσουν δραματικά τα έσοδα της Ρωσίας από τους φόρους που συγκέντρωνε από τις εξαγωγές. Δυστυχώς, οι κυρώσεις είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα: αντί να τιμωρήσουν τη Ρωσία, αντιθέτως, γέμισαν τα ταμεία της ρωσικής κυβέρνησης. Μειώσαμε με τεχνικό τρόπο την εξαγωγή ρωσικού πετρελαίου –με κυρώσεις– με αποτέλεσμα οι τιμές να ανέβουν τόσο ψηλά ώστε και η μικρότερη ποσότητα που φτάνει στις αγορές να πωλείται σε δυσθεώρητες τιμές.

Σημειώνω ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο της Ρωσίας αυξήθηκαν κατά 50% φέτος, παρόλο που οι εμπορικοί περιορισμοί μετά την εισβολή στην Ουκρανία ώθησαν πολλά διυλιστήρια να αποφύγουν τις προμήθειές της. Η Μόσχα κέρδιζε περίπου 20 δισεκατομμύρια δολάρια κάθε μήνα το 2022 από συνδυασμένες πωλήσεις αργού πετρελαίου, ήτοι 8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Τα φορολογικά έσοδα θα αυξηθούν σημαντικά, φτάνοντας πάνω από 180 δισεκατομμύρια δολάρια λόγω της εκτίναξης των τιμών του πετρελαίου. Αυτά τα φετινά έσοδα είναι 45% και 181% υψηλότερα από το 2021 και το 2020, αντίστοιχα.

Πιο έξυπνο θα ήταν να μην είχαμε κλείσει τις εξαγωγές και να μην ακύρωνε η Γερμανία τον Nordstream II. Να παίρναμε όσο περισσότερο πετρέλαιο μπορούσαμε και να έρεε άφθονα το ρωσικό πετρέλαιο προς ημάς. Να γεμίζαμε τις αποθήκες μας και να αυξάναμε την προσφορά τόσο ώστε να ρίχναμε τις τιμές ώστε να εισέπραττε λιγότερο ο κόκκινος γίγαντας. Τώρα όμως γεμίζουμε άθελά μας το κρατικό ταμείο της ρωσικής κυβέρνησης.

 

Λάθος δεύτερο: Μπλόκο στις τραπεζικές συναλλαγές

Ο πόλεμος έχει διαταράξει τη συγκομιδή και την παραγωγή σιτηρών και λιπασμάτων. Η μείωση των εξαγωγών έχει δημιουργήσει ένα γερό οικονομικό σοκ σε όλο τον κόσμο, που ίσως φτάσει σε επισιτιστική κρίση. Δεν φταίει μόνο ο πόλεμος για την αύξηση των τιμών σίτισης. Κάναμε ακόμη μια απερίσκεπτη «εξυπνάδα» που επιδείνωσε την κατάσταση για τους φτωχούς του πλανήτη.

Σήμερα η Ρωσία παράγει και σιτηρά και λιπάσματα. Σημειώνω ότι δεν απαγορεύεται η εξαγωγή των δύο αυτών προϊόντων από τη Ρωσία προς τη Δύση. Δεν μπορούμε όμως να τα αγοράσουμε. Γιατί; Α, ναι, κόψαμε τις τραπεζικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Αυτή είναι η δεύτερη εξυπνάδα που χειροτέρευσε τα πράγματα. Χωρίς τραπεζικές συναλλαγές, δεν μπορούμε να παραγγείλουμε ούτε το σιτάρι τους ούτε τα λιπάσματά τους, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν επιτρέπεται να στείλουμε εμβάσματα προς τα εκεί. Ακυρώσαμε τα SWIFT και δεν μπορούμε να τους πληρώσουμε. Σημειώνω ότι η Ρωσία είναι ο κορυφαίος εξαγωγέας λιπασμάτων και σιτηρών στον κόσμο.

Τους επόμενους μήνες, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών εκτιμά ότι οι τιμές των τροφίμων θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και 20%. Σχεδόν 283 εκατομμύρια άνθρωποι σε 81 χώρες αντιμετωπίζουν επί του παρόντος οξεία επισιτιστική ανασφάλεια ή βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο, με 45 εκατομμύρια να βρίσκονται στα πρόθυρα του λιμού.

Η αύξηση των τιμών των τροφίμων θα μπορούσε επίσης να τροφοδοτήσει την πολιτική αστάθεια στις χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές. Οι τιμές των τροφίμων και οι πολιτικές αναταραχές έχουν ιστορικά συσχετιστεί μεταξύ τους: Πριν από μία δεκαετία, το αυξανόμενο κόστος των σιτηρών ανέβασε την τιμή του ψωμιού και συνέβαλε στην Αραβική Άνοιξη.

Εν μέρει είναι ο πόλεμος, εν μέρει τα λάθη της Δύσης στη διαχείριση της κατάστασης πολέμου.

 

Λάθος τρίτο: Αύξηση επιτοκίων

Η αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ και την Ευρώπη θεωρείται ως σοβαρό εργαλείο για την επιβράδυνση της αύξησης των τιμών. Ποια είναι η θεωρία; Ακριβαίνουμε τον δανεισμό και το κόστος του χρήματος κι έτσι πνίγουμε τη ζήτηση. Αν πέσει η ζήτηση, τότε θα πέσουν οι τιμές. Έτσι πάει η θεωρία. Αλλά αυτή η πολιτική βασίζεται σε λανθασμένη θεώρηση των γεγονότων. Η εκρηκτική αύξηση στις τιμές δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση της ζήτησης αλλά στα προβλήματα στην αλυσίδα τροφίμων και την ξαφνική πτώση στην προσφορά βασικών προϊόντων. Θα πρέπει να επικεντρωθούμε στην αύξηση της προσφοράς του σιταριού και του λιπάσματος – δηλαδή να κάνει η Δύση μεγαλύτερες επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα και να επενδύσει στην εφοδιαστική αλυσίδα ώστε να αυξηθεί η προσφορά και να πέσουν οι τιμές. Επενδύσεις στην παραγωγή σιτηρών και σε βελτιώσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες δεν γίνονται με ακριβό χρήμα αλλά με φτηνά δάνεια. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η αύξηση των επιτοκίων θα επιβραδύνει τις επενδύσεις και οι τιμές θα ανέβουν κι άλλο. Τώρα με την κρίση χρειαζόμαστε φιλικές πολιτικές και όχι τιμωρητικές. Αλλά τόσα γνωρίζουν οι θύλακες στις κεντρικές τράπεζες της Αμερικής και της Ευρώπης.

Λάθος τέταρτο: Πλαφόν στις τιμές της ενέργειας χωρίς προετοιμασία

Το πλαφόν στις τιμές της ενέργειας στην ΕΕ είναι σωστή μεν σαν πρόταση αλλά, αν δεν προηγηθεί σοβαρή προετοιμασία, θα οδηγήσει σε χειρότερα! Το πλαφόν στις τιμές θα δημιουργήσει υπέρογκη ζήτηση, που δεν θα μπορέσει η αγορά να καλύψει. Θα προκύψει μια «μαύρη αγορά», όπου οι πλουσιότερες χώρες και οι πλουσιότεροι καταναλωτές θα αγοράζουν σε τιμές πάνω από το πλαφόν. Για να μην γίνει αυτό, θα πρέπει να μοιράσουμε το πετρέλαιο με ένα είδος «δελτίου»: τόσους τόνους η Ελλάδα στην τάδε τιμή, τόσους τόνους σε αυτή τη βιομηχανία… τόσους η τόνους στην Ισπανία κ.λπ. Αυτό χρειάζεται έναν σοβαρό κεντρικό προγραμματισμό – δηλαδή να υιοθετήσουμε πρακτικές κρατισμού για τις οποίες η ΕΕ δεν είναι καθόλου έτοιμη. Είναι όμως «doable», που λένε, με τη σωστή τεχνοκρατική στήριξη. Τόσους οικονομολόγους έχουμε στο κάτω-κάτω, ας πιάσουν χαρτί και μολύβι, όπως στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν για τις ανάγκες του πολέμου οι ΗΠΑ δημιούργησαν το War Board – με διευθύνοντα των John Kenneth Galbraith.

 

Kαι ένα σωστό: Επιδοτήσεις με εισοδηματικά κριτήρια

Η επιδότηση λογαριασμών ενέργειας στο σπίτι και στην αντλία έχει σκοπό, φυσικά, να απαλύνει το βάρος της κρίσης, που πέφτει περισσότερο στην πλάτη των φτωχότερων και στις επιχειρήσεις που είναι ενεργοβόρες. Γι’ αυτό η υιοθέτηση επιδοτήσεων είναι σωστό μέτρο. Οι σύγχρονες ψηφιακές μορφές πληροφόρησης προσφέρουν τον τρόπο να διανείμουμε τις επιδοτήσεις στους πιο αδύναμους. Δεν θα μπορούσε να είχε στηθεί αυτό το σύστημα χωρίς την ύπαρξη του Taxis και της ψηφιακής επικοινωνίας μεταξύ του κράτους και του πολίτη – που έχει τα καλά του, αλλά έχει και τα στραβά του. Κρατάει αρκετά ψηλότερα τη ζήτηση για την ενέργεια από ό,τι θα ήταν χωρίς τα δισεκατομμύρια που χορηγούνται σήμερα. Και που πάνε αυτά τα δισ. της επιδότησης; Τελικά στους παραγωγούς ενέργειας, μεταξύ άλλων ΚΑΙ στη Ρωσία. Με την τεχνητή συγκράτηση ζήτησης για πετρέλαιο χρηματοδοτούμε την αγορά ρωσικής ενέργειας και εν τέλει το ρωσικό ταμείο. Πόσα δισ. από αυτά που ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Ένωση μένουν στη Δύση και πόσα πάνε στη Ρωσία δεν ξέρω, αλλά δεν πρέπει να είναι μηδαμινό το ποσό. Οι επιδοτήσεις της ενέργειας τελικά επιδοτούν και τη Ρωσία.

Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει; Μα θα έπρεπε η επιδότηση να μην έφτανε πάλι στη Ρωσία, αφού θέλουμε να κάνουμε τους «σκληρούς». Αν δεν είχαμε αποκλείσει τη Ρωσία (λάθος πρώτο), οι τιμές θα ήταν χαμηλότερες και συνάμα και οι επιδοτήσεις.

Επειδή ο πόλεμος δεν πάει να τελειώσει, πρέπει η ΕΕ όσο πιο γρήγορα να προωθήσει τη μετάβαση σε άλλες μορφές ενέργειας. Εν τω μεταξύ θα πρότεινα την κατάργηση των κυρώσεων για το πετρέλαιο και την άρση της απαγόρευσης στις τραπεζικές συναλλαγές· την προετοιμασία για κεντρικό προγραμματισμό στην ενέργεια. Έξυπνες προτάσεις και ας πάνε αντίθετα με την πολεμική υστερία. Πρέπει να κοιτάμε λίγο πιο μπροστά από τη μύτη μας.