Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2021, τ.1012

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ του Νίκου Παπανδρέου

 

Πάρα τη δεκαετή και βάλε κρίση, που θα έπρεπε να μας έχει πείσει για την ανάγκη σοβαρών μεταρρυθμίσεων, η πρόοδος σε αρκετά θέματα είναι άνιση ως και ανύπαρκτη. Δείχνουμε με περηφάνια την ψηφιοποίηση του δημοσίου τομέα, μια μεταρρύθμιση που φέρνει ανακούφιση στον πολίτη και ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα, όμως ακόμη μένουμε πίσω, όπως σημειώνει για πολλοστή φορά η πρόσφατη επισκόπηση του ΟΟΣΑ, ως προς την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης.

Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το θέμα. Είναι ένα από τα σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν τον απλό πολίτη, τους επιχειρηματίες και τις δημοτικές αρχές. Μεταξύ άλλων, δίνει αρνητική εικόνα για τη χώρα μας, παρουσιάζοντάς την ως μια χώρα με αδύναμους θεσμούς. Έχοντας ζήσει ο ίδιος δύο δικαστήρια–το ένα κράτησε δέκα χρόνια (προσβολή διαθήκης) και το δεύτερο δεκαοκτώ (συκοφαντική δυσφήμιση)– πιστεύω ότι χρειάζονται δραστικά μέτρα, μέτρα που καλώς ή κακώς θα πάνε κόντρα στα «κεκτημένα» και τις συνήθειες των τελευταίων δεκαετιών.

Ξεκινάω από την εναρκτήρια ομιλία του Θέμη Σοφού, υποψήφιου προέδρου του Δικηγορικού Συμβουλίου Αθηνών με την παράταξη των Εργατικών. Ο ποινικολόγος εύγλωττα μας θύμισε εμμέσως την ιστορία του Συλλόγου, με αναφορές στον Κωνσταντίνο Έσλιν και τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν.

Επειδή λίγα γνώριζα για τους δυο αυτούς άνδρες με τα ξένα επίθετα, βρήκα μετά από λίγη έρευνα ότι η σταδιοδρομία τους δείχνει έναν άλλο δρόμο, έναν δρόμο που δεν ακολούθησε το σημερινό μας σύστημα.

Πρωτοδίκης στην Τρίπολη

Ο Κωνσταντίνος Έσλινήταν Έλληνας βαυαρικής καταγωγής. Μετά το πτυχίο Νομικής από το Πανεπιστήμιο Αθηνών συνέχισε τις νομικές του σπουδές στις Βρυξέλλες, τη Λειψία, το Μόναχο και τη Ζυρίχη. Κατόπιν τούτου, τοποθετήθηκε πρωτοδίκης στην Τρίπολη (1888). Εκεί, μεταξύ άλλων, έγραψε –στα γερμανικά μάλιστα– ένα μικρό βιβλιαράκι με τίτλο «Αρκάδι», όπου καταθέτει την αγάπη του για την Ελλάδα και τις αρχές της Ελευθερίας. «Από λογοτεχνική άποψη», γράφει ο Τζεκάκης στα Ρεθυμνιώτικα Νέα (2015), «θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επικολυρικό ποίημα που δεν είναι καθόλου άμοιρο λογοτεχνικών αρετών. Συνδυάζει το έπος του Αρκαδιού με τον λυρισμό της σχέσης δύο ερωτευμένων Ελλήνων, του εξισλαμισμένου εξωμότη Αχμέτ και της χριστιανής χωριανής του Ειρήνης, που ύστερα από χρόνια χωρισμού συναντιούνται στο μοναστήρι, στις τραγικές ώρες του αρκαδικού δράματος».

Φανταστείτε λοιπόν το επίπεδο του Πρωτοδικείου στην Τρίπολη το 1888, υπό την αιγίδα ενός πολύγλωσσου και πολύστροφου πρωτοδίκη, να δικάζει στην ελληνική επαρχία της εποχής. Δυστυχώς πέθανε στη φυλακή, θύμα του Εθνικού Διχασμού.

Ο Ρακτιβάν γεννήθηκε στο Μάντσεστερ και κατόπιν απόκτησης διδακτορικού από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, τοποθετήθηκε πρωτοδίκης στη Σύρο (1887-89). Πάλι φαντάζομαι τις δίκες στη Σύρο τότε. Στη συνέχεια έγινε πετυχημένος δικηγόρος, εκλέχτηκε το 1910 βουλευτής του Βενιζέλου και έγινε υπουργός Δικαιοσύνης (1915). Ήταν ιδρυτής του Δικηγορικού ΣυλλόγουΑθηνών, ενώ προς το τέλος της ζωής του διετέλεσε πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Bankruptcy Court

Στην Αμερική με θυμάμαι μικρό να κάθομαι δίπλα σε έναν μεσήλικα με γκρίζα μαλλιά στο τρένο. Πιάσαμε συζήτηση. Μου είπε ότι μόλις είχε εκλεγεί δικαστής στη Νέα Υόρκη, στο BankruptcyCourt.«Και πού ήσασταν δικαστής προηγουμένως;»«Μα δεν ήμουν. Πρώτη φορά θα φορέσω την περιβολή του δικαστή και θα κάτσω εκεί ψηλά. Είμαι δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου και τώρα για πέντε χρόνια θα έχω την τιμή να είμαι δικαστής. Θα πληρώνομαι λιγότερα», μου σημείωσε με χαμόγελο,«αλλά θα προσφέρω και θα μάθω. Πιστεύω με την εμπειρία μου θα είμαι και δίκαιος».

Η διαδικασία επιλογής δικαστών στην Αμερική θυμίζει το σύστημα Opengov.gr. Οι υποψήφιοι συμπληρώνουν μια φόρμα που τους ζητά να πιστοποιήσουν τις γνώσεις τους, π.χ. στο ΠτωχευτικόΔίκαιο, να αναλύσουν τις σχετικές υποθέσεις που έχουν αναλάβει και να καταγράψουν παραδείγματα κοινωνικής τους προσφοράς. Το πληρεξούσιο μέλος της ομάδας συλλέγει τις αιτήσεις και η επιτροπή αξιολογεί τα προτερήματα κάθε αιτούντος. Ο κατάλογος των αιτούντων περιορίζεται σε έναν διαχειρίσιμο αριθμό συνεντεύξεων.

Μετά την ολοκλήρωση των συνεντεύξεων, η επιτροπή (τρεις δικαστές) κατατάσσει τους αιτούντες και συνήθως επιλέγει τους δύο πρώτους υποψηφίους. Έτσι ένας δικαστής έχει και εμπειρία της άλλης πλευράς και ίσως γι’ αυτό αντιμετωπίζουν τους δικηγόρους με σεβασμό, έχοντας υπηρετήσει και εκείνοι αυτό το λειτούργημα.Ξαναβρέθηκα με τον δικαστή δυο-τρεις φορές ακόμη. Τον ρώτησα πώς αξιολογεί αν είναι πετυχημένος ή όχι. Ένα κριτήριο, μου είπε, για τον δικαστή είναι πόσες υποθέσεις ολοκληρώνει ανά μήνα και πόσες λιμνάζουν. Περηφανεύτηκε ότι τις υποθέσεις πτώχευσης που είχε δικάσει τις περαίωσε σε χρόνο κάτω του μέσου όρου, δηλαδή στους 4 μήνες. Το φαντάζεστε αυτό; Σε 4 μήνες να δικάσει και να τελεσιδικήσει μια υπόθεση πτώχευσης; Γι’ αυτό προχωράει η εκεί οικονομία με ρυθμούς Πόρσε.

Καταλήγουμε ότι ένα μέρος του αμερικανικού δικαστικού συστήματος επιλέγει με κριτήρια αξιοκρατικά (όσο γίνεται) τους δικαστές που έχουν πλούσια εμπειρία ως δικηγόροι ή έχουν αποκτήσει γνώσεις υπηρετώντας άλλες πτυχές του νομικού συστήματος. Και, φυσικά, όλοι έχουμε μάθει πια πώς επιλέγονται οι Αρεοπαγίτες, που είναι σχεδόν πάντα καθιερωμένοι καθηγητές σε μεγάλες νομικές σχολές.

Στη Γερμανία οι δικαστές επιλέγονται με ψήφο από την ομοσπονδιακή Βουλή και την τοπική. Οι υποψήφιοι δεν μπορούν να έχουν καμιά θέση στο Δημόσιο όταν θέτουν το αίτημά τους.Γενικώς η έννοια της επετηρίδας μέσα από βήματα εντός του Δημοσίου εκλείπει στις υπόλοιπες χώρες.

Αντίστροφη διαδρομή

Θα μπορούσε δηλαδή ο σημερινός Άρειος Πάγος να στελεχώνεται με τους μισούς από την επετηρίδα και οι άλλοι μισοί να είναι διακεκριμένοι καθηγητές Νομικού Δικαίου. Το ίδιο και σε κατώτερες δικαστικές βαθμίδες– θα μπορούσε μια απόφαση (δύσκολη!) να την αναλάβουν σε θέση δικαστών μια σειρά λαμπρών δικηγόρων και νομικών ώστε να αυξηθεί ο αριθμός δικαστηρίων χωρίς να χαθεί η ουσία της δικαιοσύνης.

Ο διακεκριμένος νομικός Άρης Οικονομίδης είχε τη δική του πρωτότυπη πρόταση: οι δικαστές πρέπει να ξεκινούν την προϋπηρεσία τους αντίστροφα, από τον Άρειο Πάγο και να κατεβαίνουν Εφετείο, Πρωτοδικείο, Πταισματοδικείο, και όταν έχουν αποκτήσει τη μέγιστη εμπειρία να γίνονται ανακριτές. Δηλαδή φρέσκοι, με γνώσεις από το πανεπιστήμιο, να αρχίζουν από ψηλά και η καριέρα τους να είναι καθοδική αντί ανοδική, ώστε να αντλούν εμπειρία πολύτιμη ιδιαίτερα για τη δικαστική διερεύνηση, αξιολόγηση και κρίση. Τη σημασία της εμπειρίας του μέλλοντος και όχι απλώς του παρελθόντος για την κρίση του παρόντος υπογραμμίζει αυτή η προτροπή του.

Φυσικά,δεν περιμένω να υπάρχουν πολλοί που θα θέλουν να ανοίξει μια τέτοια συζήτηση. Πάει κόντρα σε μια εδραιωμένη νοοτροπίας και νομοθεσία που αφορά τα κεκτημένα του υπαλλήλων του Δημοσίου. Εδώ όμως δεν λέμε να φύγει κανείς από το Δημόσιο, αλλά να εμπλουτιστεί η δικαιοσύνη και με άλλους ακόμη. Κάποια στιγμή ελπίζω να είναι ώριμη η κοινωνία ώστε να αρχίσει αυτή η συζήτηση και να βελτιώσουμε την ποιότητα της δικαιοσύνης και την ταχύτητα των υποθέσεων που χρονίζουν. Είκοσι χρόνια; Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει…