Το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών 2022 και οι τραπεζικοί πανικοί

Όταν πριν από 15 χρόνια ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι οικονομολόγοι χρειάστηκε να δώσουν μιαν απάντηση στις επικρίσεις που δέχονταν ότι είχαν αγνοήσει το τραπεζικό σύστημα – επί δεκαετίες. Με την απονομή του φετινού Νόμπελ Οικονομικών, η Σουηδική Βασιλική Ακαδημία Επιστημών τίμησε τρεις οικονομολόγους που είχαν καταστήσει, ακριβώς τις τελευταίες δεκαετίες, κέντρο της έρευνάς τους την αστάθεια των τραπεζών. Η έρευνα του Μπεν Μπερνάνκε, προέδρου της Fed κατά τη διάρκεια της κρίσης (αλλά προηγουμένως πανεπιστημιακού), του Ντάγκλας Ντάιμοντ του Πανεπιστημίου του Σικάγου και του Φιλίπ Ντάιμπβιγκ του Πανεπιστημίου Ουάσινγκτον στο Σαιντ Λιούις δικαιώθηκε εν πολλοίς από την κατάρρευση τραπεζών το 2008.

Κεντρική ιδέα των τριών που βραβεύθηκαν ήταν ότι οι τράπεζες δεν αποτελούν ουδέτερους μεσολαβητές μεταξύ αποταμιευτών και επενδυτών, όπως υπέθεταν τα μέχρι τότε οικονομικά μοντέλα. Αντιθέτως, παρέχουν υπηρεσίες ζωτικής σημασίας ευρύτερα στην οικονομία: συγκεντρώνουν πληροφορίες για τους δανειζόμενους, εξασφαλίζουν ένα ρευστό εργαλείο αποταμίευσης και αποφασίζουν σε ποιους θα δίνονται πιστώσεις. Απ’ αυτήν την προσέγγιση προκύπτει ένα καίριο συμπέρασμα: ακριβώς επειδή οι τράπεζες έχουν τόση σημασία για την οικονομία, συνεπάγονται και κινδύνους.

Ο Μπεν Μπερνάνκε είναι γνωστότερος ως κεντρικός τραπεζίτης, όμως η Επιτροπή της Σουηδικής Ακαδημίας αναφέρθηκε στο έργο του στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Τονίσθηκε ιδιαίτερα άρθρο του 1983, στο πεδίο της Οικονομικής Ιστορίας, όπου ανέλυε τα αίτια της Μεγάλης Ύφεσης. Σε αντίθεση με προηγούμενους οικονομολόγους, ο Μπερνάνκε έθετε την έμφαση στον ρόλο του τραπεζικού συστήματος, με το επιχείρημα ότι ο αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος τραπεζικών πανικών ήταν εκείνος που προκάλεσε την καταβύθιση της οικονομικής δραστηριότητας τη δεκαετία του 1930, αντί να αποτελεί απλώς συνέπειά της.

Στην ανάλυσή του επικεντρώθηκε στον ρόλο των τραπεζών κατά την παροχή πιστώσεων. Οι αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν εγγενώς τη διαδικασία του δανεισμού απαιτούν την ύπαρξη «υπηρεσιών συλλογής πληροφοριών». Όταν οι τράπεζες χρεοκόπησαν τη δεκαετία του 1930, δεν ήταν εύκολο να προσέλθουν νέοι παίκτες προκειμένου να τις αντικαταστήσουν: δεν μπορούν να έρθουν απλώς νέες τράπεζες να εγκατασταθούν στα γραφεία των προηγουμένων και να αρχίσουν να λειτουργούν. Η γνώση σχετικά με το αξιόχρεο των δανειζομένων κερδίζεται με κόπο. Συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν ότι οι αγρότες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά δυσκολεύτηκαν –όλοι τους– να αντλήσουν δανειακούς πόρους κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Αυτό, με τη σειρά του, έκανε την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας ακόμη πιο βίαιη.

Αντίστοιχη ανάλυση βρίσκεται στο κέντρο του μοντέλο που ανέπτυξαν το 1983 για τους τραπεζικούς πανικούς οι Ντάιμοντ και Ντάιμπβιγκ. Αν δεν υπήρχαν οι τράπεζες, σημειώνουν οι συμβραβευμένοι με τον Μπεν Μπερνάνκε, οι κοινοί αποταμιευτές θα ‘πρεπε αναγκαστικά να επενδύουν άμεσα σε επενδυτικά σχέδια τα οποία θα τους εξασφάλιζαν αποδόσεις μακροπρόθεσμα. Όμως, τα σχέδια αυτά θα ακυρώνονταν σε περίπτωση που οι εν λόγω αποταμιευτές βρίσκονταν αντιμέτωποι με απρόβλεπτες δαπάνες – οπότε θα χρειάζονταν πίσω τις αποταμιεύσεις τους.

Οι τράπεζες δίνουν στους αποταμιευτές τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν τα χρήματά τους, ενώ τα συγκεντρωμένα αυτά κεφάλαια κατευθύνονται εν συνεχεία στη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Το πιο σημαντικό: οι αποταμιευτές μπορούν να αποσύρουν τα χρήματά τους οσάκις το επιθυμούν (αυτό λέγεται ρευστότητα). Ως αντάλλαγμα, οι τράπεζες καρπώνονται μέρος των κερδών.

Αυτή η διαδικασία αποτελεί μια «μετατροπή λήξεων», υπό την έννοια ότι μετατρέπει ένα στοιχείο ενεργητικού με ενδεχόμενη βραχεία λήξη (όπως είναι μια τραπεζική κατάθεση) σε άλλο, με μικρότερο ορίζοντα λήξης (όπως ένα επιχειρηματικό δάνειο).

Η παροχή αυτής της υπηρεσίας είναι ακριβώς εκείνο που καθιστά τις τράπεζες ευάλωτες. Αν πολλοί αποταμιευτές επιχειρήσουν να αποσύρουν ταυτοχρόνως τις καταθέσεις τους, ενδεχομένως επειδή υπάρχουν φήμες ότι μια τράπεζα δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει τους πιστωτές της, τότε η τράπεζα αυτή θα αναγκαστεί να ρευστοποιήσει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις της πουλώντας στοιχεία ενεργητικού με μεγάλες εκπτώσεις τιμής. Αυτού του είδους οι ζημίες θα φέρουν κατάρρευση της τράπεζας, πράγμα που ακριβώς συνέβη το 2008, όταν μια υποχώρηση της αγοράς στέγης στις ΗΠΑ δημιούργησε καθοδική κίνηση που παρέσυρε τις τράπεζες σε συστημική κρίση.

Υπάρχει πάντως διέξοδος από το πρόβλημα αυτό, και οι Ντάιμοντ-Ντάιμπβιγκ την ανέδειξαν αξιοποιώντας τη θεωρία των παιγνίων. Για τους αποταμιευτές αποτελεί ορθολογική κίνηση το να σπεύσουν να αποσύρουν από μια τράπεζα τις καταθέσεις τους, όταν πιστεύουν ότι αυτό θα πράξουν και οι άλλοι. Όμως, μια τέτοια πρωτοβουλία δεν θα έχει νόημα, άμα πιστεύουν ότι όλοι οι άλλοι θα μείνουν ήσυχα σπίτι τους. Ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων όπως εκείνο που καθιέρωσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ το 1933, ή πάλι η λειτουργία μιας κεντρικής τράπεζας ως «δανειστή τελικού καταφυγίου», μπορεί να προλάβει (ήδη στο ξεκίνημά της) την εκδήλωση τραπεζικού πανικού.

Η προσέγγιση αυτή δεν είναι ακριβώς καινούργια. Το 1873 ο Ουόλτερ Μπέιγκχοτ –εκδότης του τότε Economist– είχε πει ότι οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να αποφεύγουν τους πανικούς στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, αν λειτουργούσαν ως δανειστές τελικού καταφυγίου. Με αντίστοιχο τρόπο, η ταινία «It’s A Wonderful Life», η οποία προβλήθηκε το 1946 και στην οποία κάνει αναφορά η αιτιολογία του Βραβείου Νόμπελ Οικονομικών 2022, κατέδειξε τόσο τους μηχανισμούς που βρίσκονται πίσω από έναν τραπεζικό πανικό όσο και την κομβική σημασία της εμπιστοσύνης. Ο ήρωας του έργου ηρεμεί τους καταθέτες με την καθησυχαστική ομιλία του – και με τη διάθεση ενός μέρους των οικονομιών του, που είχε για να χρηματοδοτήσει τον μήνα του μέλιτος.

Η «θεμελιώδης προσφορά» των εργασιών των βραβευθέντων –σύμφωνα με τη διατύπωση της Επιτροπής βράβευσης του Νόμπελ Οικονομικών– έγκειται στη μαθηματικά συνεκτική διατύπωση αυτής της διάχυτης γνώσης. Ίσως δηλαδή η συνεισφορά τους να μην υπήρξε η ανακάλυψη ενός νέου στοιχείου του κόσμου, αλλά η ανάδειξη πραγμάτων που οι άλλοι οικονομολόγοι είχαν ξεχάσει με μεγάλη ευκολία.