Οι πρώτες επιπτώσεις του πολέμου καταγράφηκαν ήδη στα ναύλα, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για εκ νέου αύξηση των τιμών της βενζίνης το φθινόπωρο

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάϊος 2022, τ.1018

NAYTIΛΙΑ

του Κωνσταντίνου Μελά*

Τα πρόσφατα γεγονότα του πολέμου μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας έφεραν την παγκόσμια κοινότητα αντιμέτωπη με ένα θέμα το οποίο πιστεύαμε πως είχε λυθεί από καιρό. Ο πόλεμος μεταξύ ανεπτυγμένων κρατών τουλάχιστον στο δυτικό ημισφαίριο πιστεύαμε πως είχε πλέον περάσει στην Ιστορία, δεδομένων των κτηνωδιών που έγιναν κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Οι διάφορες συμφωνίες, τα διεθνή όργανα (π.χ. τα Ηνωμένα Έθνη, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου κ.ά.) άλλωστε έδειχναν προς αυτή την κατεύθυνση.

Μολαταύτα, η παγκοσμιοποίηση και ο τρόπος που αυτή εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια είχε ήδη αρχίσει να δείχνει ανησυχητικά σημάδια για το μέλλον της παγκόσμιας κοινότητας. Ήδη από το 2000, όπου και επίσημα η Κίνα άρχισε να εισέρχεται δυναμικά στον τομέα της δευτερογενούς παραγωγής, χώρες οι οποίες αποτελούσαν τους κολοφώνες της βιομηχανικής επανάστασης προηγουμένως, άρχισαν να χάνουν την αίγλη τους και να βλέπουν τις βιομηχανίες τους να μετεγκαθίστανται στην Κίνα. Το εν λόγω γεγονός ουσιαστικά επηρέασε τις μεσοαστικές τάξεις, όταν πλέον πρωτοήρθαν αντιμέτωπες με το πρόβλημα της χρόνιας ανεργίας.

Αν και το θεωρητικό πλαίσιο, που έθεσε ο Freedman ήδη από τη δεκαετία του ’60, για την ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων, των κεφαλαίων και των αγαθών έχει πάρει σάρκα και οστά, η συζήτηση εστιάστηκε στα θετικά που θα έχει το εν λόγω εγχείρημα και όχι σε οποιεσδήποτε συνέπειες μπορεί να υπάρξουν. Χαρακτηριστικά μόνο εδώ να αναφέρουμε την αύξηση της ανεργίας στις χώρες του δυτικού κόσμου, την τεράστια αλληλεξάρτηση των οικονομιών που έχουν επιφέρει διαρκείς κρίσεις τα τελευταία 15 χρόνια (βλέπε Lehman Brothers, ελληνικό χρέος, κορονοϊός, Ρωσο-ουκρανικός πόλεμος), γεγονότα που με τη σειρά τους έχουν οδηγήσει και υπολογίσιμο μέρος της κοινωνίας στις άκρες του δημοκρατικού τόξου.

Με ένα πρόσφατο άρθρο του στους New York Times ο νομπελίστας οικονομολόγος Paul Krugman ήρθε να πάρει θέση στο ερώτημα αν η ρωσική εισβολή θα μπορούσε να φέρει αποπαγκοσμιοποίηση (de-globalization) και οικονομική επανάληψη του 1914. Η απάντηση ήταν «μάλλον ναι». Ο Krugman αναφέρει ότι οι εξαγωγές σιτηρών από την Ουκρανία και τη Ρωσία έχουν ήδη πληγεί, ενώ παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει βήματα απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο. Πέραν όμως της απόφασης της Ρωσίας να σταματήσει να μετέχει ως κρίκος στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα με τους υφιστάμενους κανόνες (π.χ. αλλαγή νομίσματος στις συναλλαγές ορυκτών καυσίμων που εξάγει), παράλληλα εμφανίζεται και ένας ακόμα πόλος, ο παράγοντας Κίνα, ο οποίος θέλει να πορευτεί σύμφωνα με τις δικές του απόψεις και αποφάσεις.

Οι παραπάνω παράγραφοι, εάν και κάπως εκτεταμένες, προσπαθούν να περιγράψουν όσο το δυνατόν καλύτερα το κλίμα της σημερινής κατάστασης στο παγκόσμιο εμπόριο. Η πολιτική σκηνή εν γένει, η εργατική παντοδυναμία της Ασίας και η εγγενής ανισοκατανομή των πόρων παγκοσμίως έχουν ωθήσει τον σύγχρονο πολιτισμό σε μια άνευ προηγουμένου κατάσταση, όπου η ασφάλεια και η ευημερία τόσο των χωρών όσο και των ίδιων των πολιτών τίθεται καθημερινά σε αμφισβήτηση.

Γεωπολιτική, πρώτες ύλες και ενέργεια

Ήδη γνωρίζαμε, από την κρατικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ από τον Νάσερ το 1956 ή από τον πόλεμο του κόλπου το 1990, πως τα γεωπολιτικά γεγονότα επηρεάζουν άρδην το εμπόριο και συνεπακόλουθα το διά θαλάσσης εμπόριο.

Πρόσφατες μελέτες μάλιστα έχουν δείξει πως τα γεωπολιτικά σοκ επηρεάζουν μόνιμα τις τιμές των ναύλων της ποντοπόρου ναυτιλίας, καθιστώντας τελικά τα μεταφερόμενα προϊόντα αρκούντως πιο ακριβά.

Στο πρόσφατο παράδειγμα του Ρωσο-ουκρανικού πολέμου οι παραπάνω ενδείξεις είναι δυστυχώς εμφανείς. Η διακοπή λειτουργίας του λιμένα της Οδησσού (ενός λιμένα με 46 προβλήτες και βασικού συνεργάτη του λιμένα του Αμβούργου) και η διακοπή της προμήθευσης πρώτων υλών εκ μέρους της Ουκρανίας (κουκιά σόγιας, σιτάρι και σιμιγδάλι, σιδηροκράματα, ηλιέλαιο και βαμβακέλαιο) έχουν ήδη δημιουργήσει ένα δύσκολο αίνιγμα τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τα νοικοκυριά. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν ή είχαν επιχειρηματικούς εταίρους έχουν ήδη υποστεί τις συνέπειες, καθώς η οποιαδήποτε σχέση έχει ουσιαστικά χαθεί. Από την άλλη, τα νοικοκυριά πλήττονται αφενός από την αύξηση των τιμών των αγαθών αυτών καθαυτών, αλλά και από τις δυσθεώρητες χρεώσεις της ενέργειας. Χαρακτηριστικά εδώ να αναφέρουμε πως, όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε στο Γράφημα 1, τόσο οι τιμές του brent όσο και του φυσικού αερίου έχουν μια αύξηση άνω του 70% και του 535%, αντίστοιχα, με βάση τον Μάρτιο του 2021.

Ναυτιλία και Ρωσο-ουκρανικός πόλεμος

Ο κλάδος της ναυτιλίας, μιας δευτερογενούς υπηρεσίας, επηρεάζεται από τις οποιεσδήποτε διακυμάνσεις στο παγκόσμιο εμπόριο. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν μιλάμε για απλές διακυμάνσεις αλλά για συστημικά σοκ, όπως αυτό ενός πολέμου. Φυσικά, λοιπόν, και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση η τελευταία κρίση. Από τις αρχές της εμφάνισής της, οι τιμές των ναύλων τόσο των ξηρών όσο και των υγρών φορτίων αυξήθηκαν ραγδαία (καθώς οι τιμές των μεταφερόμενων αγαθών βρίσκονται σε θετική αναλογία με τις τιμές των ναύλων).

Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε και στο διάγραμμα 2, η πιο έντονη μεταβολή κατά την περίοδο του πολέμου επήλθε στη χύδην ξηρά ναυτιλία, ένα λογικό γεγονός δεδομένων των περιορισμών των εξαγωγών από αρκετά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας.

Παρομοίως, πρέπει να παρατηρήσουμε και την αύξηση η οποία έχει επέλθει στις τιμές των ναύλων του πετρελαίου brent. Η εν λόγω αύξηση έχει διττή σημασία. Αφενός σε ένα επενδυτικό πλαίσιο, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, φαίνεται πως η τιμή του αργού πετρελαίου δεν πρόκειται να μειωθεί (επομένως και οποιαδήποτε επένδυση σε αυτό το κομμάτι λογικά θα αποτελέσει την επόμενη μεγάλη οικονομική ευκαιρία). Το δεύτερο κομμάτι ανάγνωσης αυτής της αύξησης είναι η τρομερά φιλόδοξη πολιτική που ακολούθησε τα τελευταία χρόνια ειδικά η Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με μείωση του διοξείδιού του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.

Τέλος, οι τιμές των υποπροϊόντων του αργού πετρελαίου καθώς και οι τιμές των ναύλων φαίνεται να μην έχουν αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό ακόμα, όμως αυτό εξηγείται από την καθυστέρηση που υπάρχει στις τιμές μεταξύ αδιύλιστου και διυλισμένου πετρελαίου. Οι έρευνες έχουν δείξει πως υπάρχει ένα χρονικό περιθώριο περίπου 8 μηνών μέχρι ένα σοκ στις τιμές του brent να παρουσιαστεί στις τιμές της βενζίνης και των υπόλοιπων υποπροϊόντων. Επομένως, περίπου το φθινόπωρο θα πρέπει να περιμένουμε μια εκ νέου αύξηση των τιμών της βενζίνης.

Οι προβλέψεις σε περιόδους μεγάλης αναταραχής όπως η τωρινή δεν ενδείκνυνται. Περιμένουμε βέβαια πως οι τιμές των ναύλων θα είναι υψηλές για κάποιο διάστημα, αφενός όμως η παγκόσμια αύξηση του πληθωρισμού, που θα μειώσει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, αφετέρου η αλλαγή των γεωστρατηγικών συσχετίσεων δεν επιτρέπουν σε κανέναν να κάνει ασφαλείς προβλέψεις για το μέλλον.


* Ο δρ. Κωνσταντίνος Μελάς είναι υπεύθυνος ακαδημαϊκών προγραμμάτων στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο στο campus της Θεσσαλονίκης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επιμελείται τον ιστότοπο www.kdmelas.eu