Γιατί οι Γερμανοί παραμένουν τόσο νευρικοί με την πυρηνική ενέργεια

Το τέλος του 2021 έφερε ανάμεικτες ειδήσεις για την αντιπυρηνική μερίδα της κοινής γνώμης στη Γερμανία. Στις 6 Δεκεμβρίου μια χαλαρή ομάδα ακτιβιστών που συγκεντρώνονταν κάθε μήνα –επί 36 χρόνια– έξω από τον πυρηνικό αντιδραστήρα του Brokdorf στη βόρεια Γερμανία αντικατέστησε τα συνηθισμένα της θερμός με καφέ με μπουκάλια σαμπάνιας. Πράγματι, από τις 31 Δεκεμβρίου το Brokdorf (που ήδη η κατασκευή του είχε προκαλέσει κάποιες από τις πιο ακραίες διαμαρτυρίες στη γερμανική ιστορία) ήταν μία από τις τρεις πυρηνικές εγκαταστάσεις που έκλεισαν οριστικά. Οι υπόλοιποι τρεις πυρηνικοί σταθμοί θα κλείσουν μέχρι το τέλος του 2022, οριστικοποιώντας έτσι το τέλος της πυρηνικής εποχής, που χρειάστηκε δύο δεκαετίες για να σφραγιστεί.

Ύστερα, όμως, ήρθε η απογοήτευση. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου, και μετά από μήνες αμφιταλαντεύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε ένα σχέδιο ενεργειακής «ταξονομίας» που χαρακτήριζε βιώσιμες μορφές ενέργειας (υπό προϋποθέσεις) το φυσικό αέριο και την πυρηνική σχάση. Η ταξονομία αυτή, που θα χρειαστεί να οριστικοποιηθεί και εν συνεχεία να λάβει την έγκριση των 27 κυβερνήσεων της ΕΕ καθώς και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έχει σχεδιαστεί με τη λογική να στρέφει τις επενδύσεις σε σχέδια φιλικά προς το περιβάλλον. Αν πάντως είχε ως στόχο να ικανοποιήσει τους πάντες αφήνοντας χώρο για κάθε λογής καύσιμο πλην των ακραία ρυπαντικών, με τους Γερμανούς δεν τα κατάφερε. Ο αντικαγκελάριος και μέρος της δίδυμης ηγεσίας των Πρασίνων Ρόμπερτ Χάμπεκ αποκάλεσε το σχέδιο της Επιτροπής «προσχηματικό πρασίνισμα»/greenwashing, αναφερόμενος στα θέματα ασφαλείας και διάθεσης των πυρηνικών αποβλήτων. Βουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών/SPD, που ηγούνται του κυβερνητικού συνασπισμού στη Γερμανία, συνέκρινε τους υποστηρικτές των πυρηνικών με τους αντιεμβολιαστές (φαιδρό επιχείρημα).

Στη Γερμανία, η πυρηνική ενέργεια αποτελούσε κάποτε το μέλλον. Αυτό όμως ίσχυσε πριν από την ανάδυση –στα μέσα της δεκαετίας του ‘70– του πιο ανθεκτικού αντι-πυρηνικού κινήματος στον κόσμο. Από την αντι-πυρηνική εκείνη καμπάνια προήλθαν ευθέως οι Πράσινοι της Γερμανίας: οι αντι-πυρηνικές αρχές καθοδήγησαν έκτοτε τη δράση τους στα τοπικά Κοινοβούλια και στο Μπούντεσταγκ, με τελικό αποτέλεσμα την απόφαση οριστικής εγκατάλειψης των πυρηνικών το 2000, υπό κυβέρνηση SPD/Πρασίνων. Το 2010 η Άνγκελα Μέρκελ ανέτρεψε μερικώς εκείνη την απόφαση – όμως σε λιγότερο από έναν χρόνο, στο μέσο πελώριων διαδηλώσεων μετά το πυρηνικό σοκ της Φουκουσίμα, έκανε τη μεγαλύτερη μεταστροφή της πολιτικής της διαδρομής και συμφώνησε να κλείσουν όλοι οι πυρηνικοί σταθμοί της χώρας μέχρι το 2022.

«Καταστροφική απόφαση», λένε οι επικριτές. Η πυρηνική ενέργεια δεν παράγει σχεδόν καθόλου εκπομπές άνθρακα και παρέχει σταθερή βασική παραγωγή φορτίου, σε αντίθεση με τη διακοπτόμενη παροχή των ανανεώσιμων πηγών. Μπορεί η δημιουργία νέων μονάδων να είναι ακριβή και να προκαλεί απόβλητα, ωστόσο η πρόωρη θέση εκτός λειτουργίας των παλιότερων πυρηνικών μονάδων λειτουργεί αυτοτραυματιστικά – ιδίως σε μια συγκυρία όπου η γραφειοκρατία και η στενότητα προμήθειας βασικών υλικών έχουν επιβραδύνει την εγκατάσταση των ανανεώσιμων. Βραχυπρόθεσμα, ίσως χρειαστεί μάλιστα αύξηση της χρήσης άνθρακα και φυσικού αερίου ώστε να καλυφθεί το κενό. Ταυτόχρονα, η μετάβαση στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και η ζήτηση για καθαρό υδρογόνο θα απαιτήσει πρόσθετη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας – και, συνεπώς, ακόμη ευρύτερη επέκταση των ανανεώσιμων.

Πολλοί Γερμανοί αρνούνται ότι η κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας οδηγεί σε υψηλότερες εκπομπές άνθρακα, απ’ όσες θα υπήρχαν αλλιώς: οι εκπομπές άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχουν σημειώσει υποχώρηση, παρά το κλείσιμο πυρηνικών μονάδων. Ο συνασπισμός που επιδίωξε να σταματήσει τα πυρηνικά το 2000 περιέλαβε στον σχεδιασμό και μεγάλες επιδοτήσεις για τα ανανεώσιμα ως μέρος της γερμανικής Energiewende, δηλαδή της μεταβολής πορείας στα ενεργειακά. Μπορεί αυτές οι επιδοτήσεις να επιβαρύνουν τους Γερμανούς καταναλωτές, οι οποίοι επί μεγάλο χρονικό διάστημα βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ακριβότερο ηλεκτρικό ρεύμα στην Ευρώπη, ωστόσο όλος ο υπόλοιπος κόσμος ωφελήθηκε από τα φθηνότερα φωτοβολταϊκά και τις ανεμογεννήτριες που μπόρεσαν έτσι να παραχθούν.

Πλην όμως η γερμανική Sonderweg, η ιδιαίτερη πορεία που ακολούθησε η γερμανική ενεργειακή πολιτική, δεν είναι του γούστου άλλων χωρών, που έχουν διαφορετική ιστορική διαδρομή, διαφορετική πολιτική ισορροπία και διαφορετικά ενεργειακά μείγματα. Η Γαλλία έχει θέσει μεγάλα στοιχήματα στα πυρηνικά, ενώ πολλές κεντροευρωπαϊκές χώρες τα θεωρούν τρόπο απεξάρτησής τους από τον άνθρακα. Πολλοί ενοχλούνται από τον τρόπο με τον οποίο τους κουνούν το δάχτυλο επικριτικά από το Βερολίνο – και τούτο τη στιγμή που η ίδια η Γερμανία αυξάνει τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία.

Είναι απίθανο να δούμε τη Γερμανία να προσπαθεί να ανατρέψει τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πράγμα που θα απαιτούσε ευρεία πλειοψηφία χωρών της ΕΕ. Όμως δεν θα εκτραπεί η ίδια από τη διαδρομή της υπέρ του φυσικού αερίου και κατά των πυρηνικών. Η Επιτροπή δεν διαθέτει άμεσο λόγο σχετικά με τις ενεργειακές επιλογές των χωρών-μελών.

Όσο η ΕΕ θα εργάζεται για νόμους με σκοπό την πλήρη απανθρακοποίηση μέχρι το 2050, και όσο θα πυκνώνουν οι φόβοι για ενεργειακή στενότητα μέσα στον χειμώνα, τόσο οι ενεργειακές αψιμαχίες της νέας χρονιάς θα εξελίσσονται σε μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις.