Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα σε Ευρωπαϊκή προοπτική

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μεσοκαλόκαιρα, λοιπόν, προκύπτει η απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού – που σ’ εμάς μετά την εμπειρία της εποχής των Μνημονίων δεν ανήκει στην σφαίρα συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων αλλά καθορίζεται με απόφαση του υπουργού Εργασίας. Η βασική εισήγηση με την οποία έρχεται σήμερα στο Υπουργικό Συμβούλιο το Υπουργείο Εργασίας (μετά από 4μηνη προεργασία και δυο-τρεις αναβολές κορωνοϊού βοηθούντος) είναι για αύξηση του κατώτατου κατά 2% – δηλαδή στα 663 ευρώ από τα 650 που βρίσκεται σήμερα (και στα 29,62 ως κατώτατο ημερομίσθιο από τα 29,04 σήμερα): αδιευκρίνιστο αν η αύξηση θα δοθεί από τώρα, ή από το τέλος της χρονιάς.

Από πλευράς ΓΣΕΕ το αίτημα είναι για αύξηση του κατώτατου στα 751 ευρώ φέτος, με προοπτική τα 809 από τα μέσα του 2022: προς αυτήν προσέρχεται και η Αξιωματική – πάντως – Αντιπολίτευση. Το ζήτημα της αύξησης του κατώτατου μισθού βρήκε αντίθετους συνολικά τους εργοδοτικούς φορείς (ΣΕΒ, ΣΒΕ, ΣΕΤΕ, ΕΣΕΕ) αλλά και την Τράπεζα της Ελλάδας ή το ΙΟΒΕ, με βασικό επιχείρημα το πάγωμα της οικονομίας λόγω της πανδημίας και την συνεπακόλουθη αδυναμία των επιχειρήσεων. Μάλιστα, προβαλλόμενο επιχείρημα είναι ότι ο κατώτατος μισθός αφορά κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες ακριβώς απασχολούν περισσότερους εργαζόμενους με τον κατώτατο. Το ακριβώς αντίθετο επιχείρημα προβάλλει η πλευρά ΓΣΕΕ, θεωρώντας ότι η επί κορωνοϊού κατάρρευση εισοδημάτων (μαζί με το -8,2% του ΑΕΠ για το 2020) αλλά και η φετεινή ανάκαμψη που όλο και περισσότερο αναφέρεται ως ανωτέρη του 4% του ΑΕ , όχι απλώς επιτρέπει αλλά καθιστά ενδεδειγμένη ουσιώδη αύξηση του κατώτατου.

Εν τω μεταξύ  στην Ελλάδα μετά τα χρόνια των Μνημονίων η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού έχει κάνει βουτιά (σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ έχει χαθεί ένα 9,45% της αγοραστικής δύναμης σε σχέση με το 2010…), και ότι στο μέγεθος αυτό είμαστε στην 5η κατώτερη θέση της ΕΕ «27». Στην κάτω ομάδα των χωρών αυτών (12 συνολικά) που έχουν χαμηλή αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού βρίσκει κανείς μόνον Ανατολικές χώρες, συν… εμάς και την Πορτογαλία. Εκείνο που δεν πρέπει να φεύγει από τα μάτια μας, είναι ότι στην Ελλάδα το ποσοστό των απασχολούμενων που θα επηρεασθεί – τώρα – από την όποια αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ένα πολύ σημαντικό 35% του συνόλου. την ίδια στιγμή σε Ισπανία και Ιρλανδία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 26% , στην Γαλλία μόνον 10%, στο Βέλγιο μόλις 3%.  Πέραν τούτου, στην χώρα μας, μην το παραβλέψουμε κι αυτό, ο κατώτατος μισθός βρισκόταν στάσιμος στα επίπεδα του 2019. Από τις αρχές της φετινής χρονιάς είχαν αποφασίσει και υλοποιήσει αύξηση του κατώτατου μισθού 17 χώρες της ΕΕ. απ’ αυτές, δε, οι 14 είχαν ήδη κάνει αύξηση του κατώτατου το 2020 σε σχέση με το 2019.

Επειδή η συζήτηση για τον κατώτατο συχνά συσχετίζεται με την σημασία που έχουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στις διάφορες χώρες, ας θυμηθούμε ότι σ’ εμάς οι συλλογικές συμβάσεις δεν καλύπτουν παρά ένα 26% , ενώ σε Ισπανία βρίσκονται σε 70%, στην Ιταλία το 80% , στην Γαλλία ξεπερνούν το 90%…