Ο ρόλος του Γιώργου Παπανδρέου ως καταλύτη εξελίξεων

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Στην διεκδίκηση της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ (δηλαδή του μεταμφιεσμένου, με ντροπαλή διάθεση, ΠΑΣΟΚ της μετά-Βαγγέλη-Βενιζέλο εποχής), ο Γιώργος Παπανδρέου μπορεί να πετύχει, μπορεί και να αποτύχει. Άλλωστε πριν τις κομματικές κάλπες της 12ης Δεκεμβρίου, υπάρχουν και εκείνες της 5ης Δεκεμβρίου, στις οποίες θα χρειαστεί να φτάσει χωρίς να σκοντάψει – και μετά την περιπέτεια του ΚΙΔΗΣΟ, μετά και την μνήμη της Κορυφής των Καννών/του πυροβολημένου δημοψηφίσματος, ο Γιώργος έχει δείξει μια ροπή στο να σκοντάφτει.

Αν πετύχει να κερδίσει την ηγεσία, ή πάντως να την διεκδικήσει μέχρι τέλους –  αν, δηλαδή, χάσει μεν αλλ’ υπέρ Νίκου Ανδρουλάκη/νέας γενιάς και όχι υπέρ Ανδρέα Λοβέρδου/αντι-ΣΥΡΙΖΑ στράτευσης – τότε το ΠΑΣΟΚ που θα φτάσει στις επόμενες εθνικές κάλπες (της απλής αναλογικής πρώτα, της σχετικά ενισχυμένης δεύτερης/επαναληπτικής κατά Κυριάκο Μητσοτάκη) είτε θα διεκδικήσει ρόλο, με ας πούμε διψήφιο ποσοστό, είτε θα παραμείνει απόκομμα. [Ενδιαμέσως, στις κομματικές κάλπες της 5ης και 12ης Δεκεμβρίου, είτε θα φθάσει εκλογικό σώμα συγκρίσιμο με τις 210.000 ψηφισάντων του 2017 – 41% Φώφη Γεννηματά, 25% Νίκος Ανδρουλάκης, θυμίζουμε – είτε κάτι στην περιοχή των 100-120.000: στην δεύτερη περίπτωση, μαύρα πανιά, Πάντως ήδη σε 83.000 υπογραφές που υποτίθεται ότι συγκεντρώθηκαν από τους 6 υποψηφίους, δείχνουν κινητοποίηση].

Όμως, σε κάθε περίπτωση, ήδη ο θόρυβος που δημιουργήθηκε με την κάθοδο ΓΑΠ γύρω από το περιθωριοποιημένο μικρομέγαλο ΠΑΣΟΚ/ΔΗΣΥ/ΚΙΝΑΛ – στις πρώτες εκλογές του 2015, έβδομο κόμμα με Βαγγέλη Βενιζέλο και 4,7%. στις δεύτερες του 2015, τέταρτο κόμμα με Φώφη Γεννηματά και 6,3%: βέβαια τότε υπήρχε και Ποτάμι με Στ. Θεοδωράκη 6%  και  4,1% αντιστοίχως – δείχνει να «ξύπνησε» κάτι στον άλλοτε κυρίαρχο αυτό πολιτικό χώρο. Ο οποίος  δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ανεκτά με το «κακό χωριό, τα λίγα σπίτια». Ακόμη και η ίδια η βιαιότητα/απαξιωτικότητα των επιθέσεων με τις οποίες, μηντιακά και πολιτικά,  έγινε η υποδοχή του ΓΑΠ στην τωρινή επαναφορά του, («Γιωργάκης», «από το χρονοντούλαπο της ιστορίας», «μισή υποψηφιότητα», «αποσύρθηκε η υπογραφή με την οποία υποστήριζε τον εαυτό του», «βασική προϋπόθεση για να κάνει κανείς πολιτική, είναι να διατηρεί την σοβαρότητά του»: μια ανθολόγηση…) δείχνει ότι, για μιαν ακόμη φορά στην – πολυκύμαντη, πλέον – διαδρομή του, ο Γιώργος Παπανδρέου προσλαμβάνει ρόλο καταλύτη. Όποιος δεν έχει κοντή μνήμη, θα θυμηθεί ότι ο ΓΑΠ είχε στρατευθεί υπέρ της ελεύθερης ραδιοφωνίας, ύστερα τηλεόρασης σε μια εποχή που το Κανάλι 15 κυνηγιούνταν με τα ραδιογωνιόμετρα και ο Δημήτρης Μαρούδας απειλούσε να καταρρίψει «τον δορυφόρο». ότι προχώρησε, διαχρονικά, την υπόθεση των ταραγμένων ΕλληνοΤουρκικών με Χάγη στο βάθος (τώρα, κατέθεσε την υποψηφιότητα ώρες μετά την επιστροφή από την Πόλη, σε συνάντηση με Ιμάμογλου την ώρα που είχαμε επιβάρυνση του casus belli). ότι προωθούσε ψηφιακούς εκσυγχρονισμούς και Διαύγειες και λογοδοσία πολύ πριν αυτά γίνουν του συρμού με Πιερρακάκη. ότι θεωρούσε αυτονόητο –  και photo-opp, βέβαια – να πιάνει την σκούπα να βοηθήσει στην σάρωση το συνεργείο καθαρισμού μετά από κομματική εκδήλωση…

Αυτά όλα, βέβαια, δίπλα στην άκριτη επιλογή «λαμπερών προσώπων» στην κρίσιμη Κυβέρνηση του 2009-11, δίπλα και στην αγνόηση των Ευρωπαϊκών ισορροπιών που του χάρισαν την κεραμίδα των Καννών (πάντως… ο χολερικός Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος τότε τον μαχαίρωσε διεθνοπολιτικά, κυκλοφορεί σήμερα με βραχιολάκι και με μια αναστολή τριετούς φυλάκισης), δίπλα στην διαγραφή Κώστα Σημίτη από το ΠΑΣΟΚ, δίπλα στην διόλου σπάνια σύγχυση προτεραιοτήτων και την παγίως ασαφή αίσθηση /χρήση του χρόνου.

Και με δεδομένη την αυτοπαγίδευση στην «γοητεία» που ασκεί το πατρογονικό όνομα: όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, στα πρώτα βήματα της Μεταπολίτευσης, έκανε περιοδείες στην επαρχία και οι στρατευμένοι στο τότε ριζοσπαστικό ΠΑΣΟΚ τον παρουσίαζαν ως υπόσχεση του καινούργιου, ως κοινωνική προοπτική, ως σημαντικό οικονομολόγο κοκ. οι ψηφοφόροι κάτι διαφορετικό υποδέχονταν, «του αρχηγού τον γιό». Τα βιώματα άλλωστε, των Παπανδρέου στα χρόνια εκείνα έχει περιγράψει με ιδιαίτερη αποκαλυπτικότητα ο «άλλος» Παπανδρέου ο Νίκος – στο “Father Dancing” που έδωσε την βάση στο διεισδυτικότατο φιλμ «Πρώτη φορά νονός» (της Όλγας Μαλέα).

Εκεί πάντως που ο ΓΑΠ έχει δώσει ένα παγιωμένο στίγμα, είναι ο ορίζοντας των θεμελιωδών δικαιωμάτων – και μάλιστα με κόστος. Δεν δίστασε έτσι να διαφοροποιηθεί από την αποδεκτή από πολλούς στο υπολειμματικό ΚΙΝΑΛ στήριξη των ρυθμίσεων Χρυσοχοΐδη για την πλαισίωση/απαγόρευση των πορειών και διαδηλώσεων, ή πάλι των περιορισμών στην συνδικαλιστική ελευθερία με τις ρυθμίσεις Χατζηδάκη. Πόσο συγκινούν αυτά στους αυριανούς ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ;

Αυτού του είδους οι προσεγγίσεις, βέβαια, δεν πλησιάζουν καν την βασική πολιτική κουζίνα. Εκεί, δηλαδή, που θα κριθούν αληθινά τα πράγματα. Η αμεσότερη διάσταση, εδώ, είναι πόσο θα επηρεασθούν τα – σήμερα κυρίαρχα – δυο κόμματα του εξασθενημένου δικομματισμού. Να καταθέσουμε την άποψη ότι και οι δυο σημερινές ηγεσίες θα «βοηθηθούν», αν βέβαια το θελήσουν (σημαντικό το «ΑΝ»). Όσο η αίσθηση ισχύος/ανεξαρτησίας του Κυριάκου Μητσοτάκη θα υποχωρεί αισθητά – και πλέον υποχωρεί – τόσο ένα ΚΙΝΑΛ χωρίς την αλλεργία τμημάτων της Ν.Δ. σε ζητήματα όπως το Μακεδονικό ή αύριο η προοπτική Χάγης στα ΕλληνοΤουρκικά θα του ήταν πολύτιμη. Όσο η ηγεσία Αλέξη Τσίπρα θα διαπιστώνει ότι χωρίς άνοιγμα προς την ΚεντροΑριστερά (το οποίο, όπως μέχρι τώρα επιχειρήθηκε δεν «περπατάει») δεν υπάρχει προοπτική, όσο και θα χρειάζεται εξωτερικά αντίβαρο για να συγκρατηθούν οι πιο ακραίες φωνές του ΣΥΡΙΖΑ , τόσο η ανάγκη για δυνητικές συμμαχίες σε κατεύθυνση «προοδευτικής διακυβέρνησης» θα αναδεικνύεται.

Να το πούμε κι αλλιώς: αν «κρατηθεί» ο ΓΑΠ, θα λειτουργήσει ως αντίδοτο στην λογική αντι-ΣΥΡΙΖΑ. Όμως θα ψαλιδίσει και την δυνατότητα του Τσίπρα να προσεγγίζει προοδευτικούς Πασόκους ( όπως, ιδίως, το 2015), αλλά και του Κυριάκου να μονοπωλεί τους συγκρατημένους κεντροδεξιούς του χώρου (όπως το 2019).

Αν, δε, πάει κανείς στην μακρότερης προοπτικής – αλλά καίρια – στιγμή του βραδιού της Κυριακής των οψέποτε εθνικών εκλογών με την (επικατάρατη για κάποιους) απλή αναλογική, και αν φαντασθεί ένα αποτέλεσμα του τύπου 128 έδρες Ν.Δ., 95 ΣΥΡΙΖΑ, 32 ΚΙΝΑΛ (δηλ. διψήφιο ποσοστό) 20 ΚΚΕ, 16 Ελλ. Λύση, 9 ΜέΡΑ, (εντελώς φανταστικά αυτά, αλλά και πάλι…) δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ευαισθησία για να αναλογισθεί κανείς τι θα «έδινε» μια ηγεσία ΚΙΝΑΛ υπό ΓΑΠ, υπό Ανδρουλάκη, υπό Λοβέρδο.  Και τι μια διάσπαση ΚΙΝΑΛ – προεκλογικά ή μετεκλογικά.