Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2021, τ. 1004

του Αντώνη Παπαγιαννίδη – adp@economia.gr

O σημαδιακός μήνας Μάρτιος

Μια άνοιξη που απειλεί να λειτουργήσει ως

συνέχεια του οικονομικού και διεθνοπολιτικού χειμώνα

 Με την Αττική –δηλαδή την περιοχή της χώρας όπου βρίσκεται πάνω από το 45% της οικονομικής δραστηριότητας– σε ένα (θεωρούμενο) αυστηρό lockdown λόγω συνεχιζόμενης πανδημίας του κορονοϊού και με σημαντικά τμήματα της ίδιας περιοχής να έχουν βρεθεί επί 3ήμερο «εκτός» από την καιρική διατάραξη (χιονιάς 10ετίας «Μήδεια», που ανέδειξε τις πάγιες αδυναμίες ενός αυτάρεσκου κράτους) έρχεται στο προσκήνιο η αρχή της φετινής άνοιξης. Στην οποία, παρά το ότι πυκνώνουν οι ελπιδοφόροι εμβολιασμοί για την Covid-19 παρ’ όλα τα παρατράγουδα, τα οποία αυτή τη φορά ανήκουν περισσότερο στην Ευρώπη, που πήγε να οργανώσει την προμήθεια εμβολίων και τα θαλάσσωσε, παρά σε όποιες δικές μας αδυναμίες, προστίθεται μία ακόμη στρώση αρνητικά χρωματισμένης αβεβαιότητας.

Ασφαλώς, η ανθρώπινη διάσταση συνεχίζει να προτάσσεται στους σχεδιασμούς των (όλο και πιο ανήσυχων) αρμοδίων. Μόνο που δίπλα στη συνεχιζόμενη υγειονομική πίεση, που εντάθηκε με τη διάχυση στην κοινότητα των νέων μεταλλάξεων του SARS-CoV-2 (για την ώρα, προεχόντως της βρετανικής Β.1.1.7, σε απόσταση η νοτιοαφρικανική, Β.1351, η μεταδοτικότητα του ιού εντείνεται και μάλιστα οι νεότερες ηλικίες δείχνουν λιγότερο προστατευμένες απ’ ό,τι από το αρχικό στέλεχος του ιού), διεκδικεί πλέον κεντρική θέση η διάσταση της κόπωσης των ανθρώπων. Η οποία υπονομεύει την ίδια την αποτελεσματικότητα των μέτρων περιορισμού, αλλά και μεγεθύνει τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας.

Ο Μάρτιος θα αποδειχθεί σημαδιακός από πολλές πλευρές. Και η οικονομική πλευρά έρχεται γρήγορα στο προσκήνιο.

Η κατηφορική κλίση στην οικονομία αρχίζει να φοβίζει περισσότερο

Αν σταθεί κανείς, πρώτα-πρώτα, στα νούμερα/στα στοιχεία, βλέπει το ξεκίνημα της χρονιάς να «γράφει» αισθητή υστέρηση φορολογικών εσόδων για τον Ιανουάριο. Εκεί όπου υπήρχε η αίσθηση ότι ο κόσμος αντέχει, ή πάντως προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις, το πρωτογενές αποτέλεσμα του (ηλικίας μόλις 2 μηνών!) Προϋπολογισμού του 2021 ξέφυγε αισθητά. Εκεί που αναμενόταν έλλειμμα λίγο πάνω από το 1 δισ. ευρώ, προέκυψε πάνω από 1,5 δισ. (μην κοιτάτε καν τη ζαλιστική απόσταση από τον Ιανουάριο του 2019, στα 770 εκατ. ευρώ!). Αντίστοιχη η εικόνα στο πρωτογενές έλλειμμα. Η εικόνα αυτή βασικά προέκυψε από μείωση 17,4% στα έσοδα, εν πολλοίς έσοδα τα εκ φόρων – αν και υστέρηση κατέγραψαν και τα έσοδα του ΠΔΕ. Κάθε προσπάθεια αντισταθμιστικής συγκράτησης των δαπανών προσέκρουσε –αναμενόμενο– στην ανάγκη συνέχισης των μέτρων στήριξης λόγω της πανδημίας (αποζημίωση ειδικού σκοπού, επιστρεπτέα προκαταβολή κ.ο.κ.).

Τα 5,9 δισ. που θεωρείται ότι θα κοστίσουν τα (ήδη αποφασισμένα στα μέσα Φεβρουαρίου…) μέτρα στήριξης για το α΄ 3μηνο, που ήδη πλησιάζουμε το τέλος του, αντικρίζονται από μόλις 7,5 δισ. αρχική δημοσιονομική πρόβλεψη. Η δε προοπτική της προώθησης του ευρύτερου προγράμματος για επιδότηση παγίων δαπανών για όσους χάνουν άνω του 30% του τζίρου τους (πάγιες δαπάνες: αμοιβές προσωπικού, νοίκια, ασφάλιστρα, λογαριασμοί ΔΕΚΟ), προοπτική που συζητιέται τακτικά με τους φορείς, δεν ανησυχεί πλέον τόσο για τις επιφυλάξεις της Τρόικας/των Θεσμών αλλά για το ίδιο το κόστος της. Παράλληλα με εκείνο της ήδη αποφασισμένης αναστολής φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών μέχρι τέλους του έτους ΚΑΙ των ρυθμίσεων σε περισσότερες δόσεις.

Διόλου παράξενο που, στις επί καιρό επισημάνσεις του Θόδωρου Σκυλακάκη ότι αυτές οι ρυθμίσεις και ενισχύσεις αντικρίζονται από μελλοντικούς φόρους, ήδη προσήλθε και ο Χρήστος Σταϊκούρας με το «οι πόροι είναι περιορισμένοι». Και ναι μεν έσπευσε να επισημάνει ότι άλλες χώρες της Ευρωζώνης είναι πιο φειδωλές σε στήριξη, με τις ελληνικές δράσεις να είναι «πιο γενναιόδωρες», ναι μεν επωφελήθηκε για να κάνει την αναμενόμενη αντιπολίτευση «σε όσους πλειοδοτούσαν στην αρχή της κρίσης», όμως η ουσιαστική του επισήμανση είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας/παρακολούθησης. Η τωρινή εμπειρία του τρίτου lockdown κάνει τις προβλέψεις για 4,2% ανάκαμψη μέσα στο 2021 (οι διάφοροι οργανισμοί και τράπεζες είχαν διατυπώσει προβλέψεις στην ψαλίδα 3,5-5% για την Ελλάδα) να χλομαίνουν ταχύτατα. Ακόμη και για ρυθμούς ανάπτυξης 2-2,5% γίνεται ήδη λόγος…

Νέα σύννεφα στην ευρωπαϊκή συζήτηση

Εν τω μεταξύ, η δρομολόγηση της συνολικής ευρωπαϊκής συζήτησης –στο Eurogroup του Φεβρουαρίου– για το μέλλον των δημοσιονομικών στόχων στην post-Covid εποχή, στόχων ελλειμμάτων και στόχων χρέους (το οποίο σε επίπεδο Ευρωζώνης πάει να εγκατασταθεί άνω του 100% του ΑΕΠ, με το δικό μας να φλερτάρει ήδη το 208%): ζαλιστικό όσο κι αν οι αγορές μάς συμπαθούν και διευκολύνουν με ιστορικά χαμηλά επιτόκια, κάτω του 1% στο 10ετές), δεν «ανέβασε» όση αισιοδοξία για χαλάρωση αναμενόταν. Ναι μεν ευρύτερα γίνεται δεκτό ότι οι στόχοι του παρελθόντος είναι παρωχημένοι –θυμηθείτε ότι το χρέος «οφείλει» να τείνει προς το 60% του ΑΕΠ, με ρυθμό μείωσης κατά 10% της διαφοράς ετησίως!– όμως ας είμαστε προειδοποιημένοι: όσο οι γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου θα πλησιάζουν, τόσο η σκιά της δημοσιονομικής ορθοδοξίας κινδυνεύει να μας ξανασκεπάσει.

Πρόσθετη φάση ανασφάλειας στα ελληνοτουρκικά

Κατά τα άλλα, και ενώ υποτίθεται ότι ο 62ος γύρος των διερευνητικών ελληνοτουρκικών επαφών –αυτή τη φορά στην Αθήνα– θα συνέχιζε να συγκρατεί τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, νέα φάση τουρκικής αμφισβήτησης έκανε την εμφάνισή της. Τη μια με επιθετικές δηλώσεις Ερντογάν κατά Μητσοτάκη, την άλλη με NAVTEX για έρευνες του ωκεανογραφικού Τσεσμέ στο κέντρο του Αιγαίου (μεταξύ Λήμνου, Αλοννήσου και Σκύρου), η ίδια η λογική των διερευνητικών τίθεται εν αμφιβόλω.

Εδώ, εγκαθίσταται και ένα εσωτερικό πρόβλημα στην ελληνική στάση: η ηγετική ομάδα της κυβέρνησης καθώς και σημαντικές φωνές της αντιπολίτευσης (όχι δε μόνον της αξιωματικής, ακόμη και του ΚΙΝΑλ ή του ΜέΡΑ) συμφωνούν με τη συνέχιση και εμβάθυνση των διερευνητικών και με τον «στόχο Χάγης» στο βάθος του ορίζοντα. Ομοίως συμφωνούν ότι αντικείμενο των διερευνητικών θα είναι «μόνον υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ» – αν και λίγο πιο προσεκτικά ο Κ. Μητσοτάκης αγγίζει τις «θαλάσσιες ζώνες», ευρύτερα, άρα και την υπόθεση της αιγιαλίτιδας/χωρικών υδάτων; Πλην όμως, άλλες ισχυρές δυνάμεις και στη μια και στην άλλη πλευρά (σαμαρικοί/σημαντικοί καραμανλικοί, συν παλαιό «πατριωτικό ΠΑΣΟΚ» που σήμερα στεγάζεται κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ) διαφωνούν έντονα. Και δημόσια…

Έτσι, λοιπόν, φθάσαμε σε έναν σημαδιακό μήνα Μάρτιο. Όπου γνωρίζουμε –όμως… το συνειδητοποιούμε άραγε;– ότι την ίδια μέρα που η Ελλάδα του 2021 θα τιμά τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του ‘21, στις Βρυξέλλες η Κορυφή των «27» θα τοποθετείται επί των ευρωτουρκικών σχέσεων, με επαπειλούμενο αλληθωρισμό προς Άγκυρα. Ενώ, παραπέρα, στην άτυπη 5μερή+«1» για το Κυπριακό (το +«1» αναφέρεται σε μια διστακτική ΕΕ) θα ζούμε μία ακόμη αμηχανία του διεθνούς συστήματος απέναντι στην Άγκυρα – μετά τη νωπή εμπειρία του ανοίγματος της περίκλειστης Αμμοχώστου με φιέστα Ερντογάν-Τατάρ. Βέβαια, η δικοινοτική-διζωνική δεν πρόκειται να πάει να αποτελεί τη –διακηρυκτικά– μόνη αποδεκτή προσέγγιση· όμως ήδη η λογική των δύο κρατών (διά της χαλαρής Ομοσπονδίας/συνομοσπονδίας) έχει εγκατασταθεί. Και είναι αμφίβολο αν η Αθήνα θα δαπανήσει πολιτικό κεφάλαιο στο Κυπριακό πέρα από το εντελώς απαραίτητο για την πολιτική ευπρέπεια.

Ο Μάρτιος του 2021 κινδυνεύει να αποβεί ένας μήνας που θα θυμόμαστε επί πολύ, στη συνέχεια. Όπως όμως έδειξε –πάλι!– η εμπειρία της «Μήδειας», εκείνο που μένει πίσω στην ελληνική λογική διαχείρισης των κρίσεων είναι η αντιδικία για το ποιος φταίει, για τι και κατά τι. Το «Αυτή είναι η Ελλάδα» της πικρής απόφανσης Κώστα Σημίτη ποτέ δεν έφυγε.