Ο Βολταίρος, η άρνηση υπηκοότητας και το ρεκόρ δαπανών για ενισχύσεις στην πανδημία

Του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Στην φιλοσοφική σάτιρα του Βολταίρου «Candide ή περί Αισιοδοξίας» υπάρχει ένας κλασσικός χαρακτήρας – ο καθηγητής Pangloss, οπαδός του Λαϊμπνιτσιανού οπτιμισμού. (Η «Θεοδικία» του Λαϊμπνιτς επιχειρούσε να εξηγήσει τις ατέλειες και τα κακά του κόσμου, με το επιχείρημα ότι αποτελεί ο κόσμος αυτός την βέλτιστη επιλογή από κάθε άλλο εφικτό κόσμο – αλλιώς ο Θεός δεν θα τον είχε πλάσει, ούτε θα τον διατηρούσε έτσι…).

Στην προέχουσα μηντιακή αποτύπωση των Ελληνικών μας πραγμάτων, μέσα του 2021, η φιγούρα του Pangloss – και το «ζούμε στον καλύτερο εφικτό κόσμο» – κυριαρχεί. Γραφικά, φάνηκε αυτό με το άρθρο του Economist (στην στήλη Charlemagne, «Ο υποδειγματικός μαθητής») που μιλάει ιδιαίτερα απαξιωτικά/σαρκαστικά για την Ελλάδα, αλλά ευρύτατα προβλήθηκε/μισομεταφράσθηκε ως επαινετική τοποθέτηση.

Παρόμοια όμως περιστατικά μπορεί να είναι γραφικά. Άλλες περιπτώσεις, που μηντιακά προσεγγίζονται με τον απλοϊκό οπτιμισμό του Pangloss, έχουν πολύ πιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Ας πάρουμε ως παράδειγμα την υπόθεση του συστήματος προϋποθέσεων και «εξετάσεων» όσων μεταναστών έχουν μακρόχρονη παραμονή και (πλέον) ρίζες στην Ελλάδα και θέλουν να αποκτήσουν την Ελληνική υπηκοότητα. Ήδη το γεγονός ότι τους απαιτείται να έχουν ετήσιο εισόδημα 7.800 ευρώ για 3 έως 7 χρόνια («να αποδεικνύει ότι διαθέτει ετήσιο εισόδημα που του εξασφαλίζει επαρκές επίπεδο διαβίβασης χωρίς να επιβαρύνει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης»), με ενδεχόμενη μόνον επιεική κρίση για την επίπτωση της περιόδου πανδημίας, φυσικά με απόδειξη ενσήμων κοκ, δείχνει ότι η προσπάθεια είναι να αποθαρρυνθούν οι ενδιαφερόμενοι. Το γεγονός, τώρα ότι πέραν της «επάρκειας στην ελληνική γλώσσα» ζητείται η απάντηση σε σειρά ερωτήσεων από «Τράπεζα Θεμάτων» 300 ερωτήσεων, οι οποίες από αρκετές πλευρές κρίθηκε έως και προσχηματικές (φυσικά κυκλοφόρησε λυσάρι θεμάτων, κόστους 48 ευρώ) προσθέτει στην αίσθηση αποκλεισμού. Πόσες φορές έχει ασκήσει την Προεδρία της ΕΕ η Ελλάδα; Πότε για πρώτη φορά; Ποιο τραγούδι ανήκει στον Στέλιο Καζαντζίδη, ποιο στον Γιώργο Νταλάρα; Πώς αντιστοιχίζονται , οπτικά, τα πηλίκια των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας; Κάτι περί καλικαντζάρων; Περί ταινίας «υπολοχαγός Νατάσσα»;

Την λογική του περιεχομένου των εξετάσεων υπερασπίστηκε ο Νάσος Μπαλέρμπας, Γ.Γ. Ιθαγένειας στο υπουργείο Εσωτερικών, αρχιτέκτονας-πολεοδόμος την κατάρτιση αλλά με βιβλία για την γλώσσα στο ενεργητικό του. Ο ίδιος εξήγησε την χαμηλότατη συμμετοχή στις πρώτες εξετάσεις Μαΐου 2021 (κάτω από 2.500 αιτήσεις συμμετοχής, προσέλευση κάτω από 2.200 επί 30.000 εκκρεμών αιτημάτων), αναφερόμενος στο γεγονός ότι πολλοί μετανάστες μπορεί να έχουν φύγει από την χώρα, ακριβώς λόγω των αλληλοδιάδοχων κρίσεων, αλλά και να «δίστασαν» να προσέλθουν τώρα/πρώτη φορά επιφυλασσόμενοι για τον Νοέμβριο.

Βέβαια, το γεγονός ότι το σύστημα αυτό των εξετάσεων συγκεκριμενοποιήθηκε επί υπουργίας Μάκη Βορίδη στο πηδάλιο του Υπουργείου Εσωτερικών φωτίζει την πρόδηλη δυσανεξία της σημερινής κυβέρνησης στην απόκτηση Ελληνικής υπηκοότητας από «ξένους».

Συνέπεσε αυτή η συζήτηση – μάλλον… η μη-συζήτηση – με την δημοσιοποίηση Έκθεσης για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές γήρανσης του πληθυσμού στην Ευρώπη, που οδηγεί σε συστάσεις (όχι αποφάσεις, αλλά… σοβαρές συστάσεις) για συγκράτηση των δαπανών για τις συντάξεις και για αύξηση του εργασιακού βίου, και τούτο όταν η πανδημία εκτόξευσε ήδη σ’ εμάς την συνταξιοδοτική δαπάνη στο 18% του ΑΕΠ (έναντι 12,7% στην ΕΕ) και όταν ο πληθυσμός των 10,7 εκατ. ατόμων στην Ελλάδα πορεύεται με 9,9 εκατ. το 2040 (αφήστε τον ορίζοντα 50ετίας!) η δε εξάρτηση γήρατος επιδεινώνεται ζαλιστικά (πόσοι άνθρωποι 20-64 ετών στηρίζουν τους γεροντότερους). Λογικά, αυτό θα αφύπνιζε. Σε τι; Ότι υπάρχει απόλυτη ανάγκη ενσωμάτωσης νέων μόνιμων κατ’ επιλογήν κατοίκων στην Ελληνική κοινωνία, με ασφάλεια και αίσθηση ανήκειν – , όχι αποθάρρυνσής τους.

Πάρτε όμως και το άλλο παράδειγμα: τον μόλις υποκρυπτόμενο ενθουσιασμό, στην δημόσια συζήτηση, που οι δαπάνες για στήριξη από το σοκ της πανδημίας στην Ελλάδα – οι δημοσιονομικού χαρακτήρα, όχι σε μορατόρια ή/και η παροχή ρευστότητας – υπήρξαν οι υψηλότερες ή οι σχεδόν υψηλότερες σ’ όλη την Ευρωζώνη. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο μετράει στα 10,7% του ΑΕΠ, πάνω κι από την Γερμανία η οποία ακολουθεί μια ποσοστιαία μονάδα πιο πίσω. Η Ολλανδική ING, μετρώντας αλλιώς μας βρίσκει στο 32% του ΑΕΠ ως στήριξη (προσμετρά και πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης) κι έτσι βγάζει την Ελλάδα να προηγείται ακόμη και έναντι των ΗΠΑ του Τζο Μπαϊντεν που μόλις κατορθώνουν να φθάσουν το 25,5% του ΑΕΠ τους.

Παρόμοιες μετρήσεις/προβολές δείχνουν πόσο ολισθηρή είναι η σύγκριση ανόμοιων βάσεων σε τέτοια θέματα. Όμως… δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό. Διότι εκείνο που πονάει (θάπρεπε να πονάει…) είναι ότι η προπορευόμενη των πάντων σε στήριξη Ελλάδα – που ανεκάλυψε τον αναγκαστικό Κεϋνσιανισμό, κι ας κατηγορείται η Κυβέρνησή της εσωτερικά για νεοφιλευθερισμό! – είναι ταυτόχρονα η τρίτη χειρότερη σε υποχώρηση του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη. Το λέει αυτό για την αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών, σε συνδυασμό με τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας – και συνεπώς για το αύριο;

Τα παραδείγματα αυτά φωτίζουν την τάση μας, στην Ελλάδα του 2021, να πορευόμαστε με την λογική του «ζούμε στον καλύτερο εφικτό κόσμο». Το πόσο σοφό είναι αυτό – όπως π.χ. το 2007-9 – θα το δείξει το μέλλον.