Οι επιπτώσεις των Γερμανικών εκλογών (συνέχεια) – μετά και την ΕλληνοΓαλλική προσέγγιση/εναγκαλισμό

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ασφαλώς, τώρα, όλα τα μάτια και όλες οι αναλύσεις θα στραφούν στην νέα εκδοχή του Καραμανλικού «Ελλάς-Γαλλία-συμμαχία», τις υποσχέσεις του, την Ευρωπαϊκή του διάσταση, την συμμετοχή στους σχεδιασμούς για «στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης». Άλλωστε, η συνολική σκηνοθεσία Μακρόν-Μητσοτάκη με έως και Λούβρο και Νίκη της Σαμοθράκης ως φόντο, ήταν εγγύηση αύξησης του ενδιαφέροντος. Ωστόσο… ας δώσουμε μια μέρα ακόμη προσοχή στην εξέλιξη των Γερμανικών πραγμάτων: θα είναι μαζί μας περισσότερο απ’ όσο το προσέχουμε τώρα.

Όσο θα τρέχουν οι διαπραγματεύσεις για σχηματισμό της νέας Γερμανικής Κυβέρνησης, τόσο θα πληθαίνουν οι αναλύσεις του τύπου «και η επίπτωση θα έχει αυτό σ’ εμάς;». Προτού καταπιαστούμε με την διάσταση αυτή – που ευλόγως συγκεντρώνει το ενδιαφέρον – μια ακόμη ματιά στα κυρίως Γερμανικά: οι διαπραγματεύσεις για σχηματισμό Κυβέρνησης Συνασπισμού ξεκίνησαν, τουλάχιστον σε επίπεδο διερευνητικών επαφών, μεταξύ… του τρίτου και του τετάρτου (των Πρασίνων και των Φιλελευθέρων). Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι, συνειδητοποιώντας πως οι δυο αυτοί θα είναι αναγκαίοι «υποχρεωτικά» για τον σχηματισμό 3κομματικής Κυβέρνησης, είναι ευκαιρία να προωθήσουν ο καθένας τις δικές του ιδιαίτερες προτεραιότητες: οι Πράσινοι τα οικολογικά και/ή την πράσινη μετάβαση αλλά και μια διαφοροποιημένη πολιτική έναντι της Κίνας, συν μια προ προωθημένη Ευρωπαϊκή ενοποίηση. οι Φιλελεύθεροι την φορολογική μεταχείριση των επιχειρήσεων, την προώθηση των επενδύσεων καθώς και την πιο σταδιακή/λιγότερο απότομη πράσινη μετάβαση.

Ας τώρα προστεθεί, εδώ, ότι και οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι γνωρίζουν απολύτως ότι η διαπραγματευτική θέση της CDU/CSU, που βγαίνει από μια σοβαρή ήττα/υποχώρηση, θα είναι εξαιρετικά πιο ελαστική – πάντως για έναν πρώτο χρόνο. Αυτό το στοιχείο μπορεί, όσο κι αν φανεί παράξενο, να δώσει πόντους/προτεραιότητα στον Άρμιν Λάσετ και την CDU/CSU, καθώς, ευρισκόμενος σε ασθενή θέση και με κυρίαρχο ζητούμενο ο ίδιος να γίνει Καγκελάριος, δηλαδή να μην κοστίσει την εξουσία στο κόμμα του, αλλά αυτό να συνεχίσει να βρίσκεται στα πράγματα, θα μπορούσε να αποδεχθεί περισσότερες παραχωρήσεις για να σχηματισθεί Κυβέρνηση απ’ ότι ο Ολαφ Σολτς και το (με αίσθηση νίκης) SPD.

Αν λοιπόν, ξεκινήσει κανείς με μια τέτοια βάση για να αναζητήσει – ρεαλιστικά, όχι με ιδεολογική ή φαντασιακή προσέγγιση – το τι μπορεί να σημάνει η αυριανή πολιτική συγκυρία της Γερμανίας για την Ελλάδα, γρήγορα θα βρεθεί στα αβαθή με κίνδυνο προσάραξης. Αν συμφωνήσουμε (και … καλά θα ήταν να συμφωνήσουμε) ότι το πιο σημαντικό στοιχείο της επόμενης περιόδου θα είναι η πορεία της συζήτησης για την Ευρωπαϊκή οικονομία – η επαναφορά ή ελάφρυνση του Συμφώνου Σταθερότητας, η παράλληλη διαπραγμάτευση με αφορμή το μέλλον/την προσδοκία μονιμοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – τότε η διεκδίκηση του χαρτοφυλακίου των Οικονομικών από τον Κρίστιαν Λίντνερ του FDP (που φαίνεται κεντρικό ζητούμενο γι αυτούς) δεν δίνει θετικό μήνυμα. Καθόλου! Ωστόσο, ήδη η παρουσία Ολαφ Σολτς στο πηδάλιο δεν προιωνιζόταν κάτι το χαλαρό: μόνον η σύγκριση με τις ημέρες Σώϋμπλε δημιουργούσε αισιοδοξία ως προς την Γερμανική στάση – όσο κι αν ο Σολτς δεν προσυπέγραψε προ ημερών την Επιστολή των Οκτώ για επαναφορά του Συμφώνου Σταθερότητας και της δημοσιονομικής αρετής.

Άμα τώρα περάσουμε στο μέτωπο του Προσφυγικού/Μεταναστευτικού, όντως η στάση των Πρασίνων έχει ανθρωπινότερο φόντο – μάλλον και εκείνη των Σοσιαλδημοκρατών. Ωστόσο, το πολιτικό κόστος που σήκωσε η Άνγκελα Μέρκελ – με το συγκλονιστικό της “Wir shaffen das!” του 2015 – αλλά και οι Χριστιανοδημοκράτες, αποθαρρύνει από όποιες μεγάλες κινήσεις. Ακόμη και η επίσπευση της προώθησης του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση δεν φαίνεται πολύ πιθανή.

Και στις δυο παραπάνω κατευθύνσεις, το Ελληνικό ενδιαφέρον συσχετίζεται με το Ευρωπαϊκό, αρκεί βέβαια να θεωρήσει κανείς ότι στην «Ευρώπη» είχε δημιουργηθεί κάτι σαν δυναμική ευνοϊκή για τις ελληνικές θέσεις: ζητούμενο είναι αυτό, όχι δεδομένο!

Ασφαλώς απομένει η μείζων υπόθεση των ΕλληνοΤουρκικών. Με τριπλή μάλιστα διάσταση: συνολική ροπή των ΓερμανικοΤουρκικών σχέσεων. οικονομικές σχέσεις Βερολίνου-Αγκυρας. υπόθεση των εξοπλισμών/Γερμανικά υποβρύχια. Στην ιστορική πορεία των ΓερμανοΤουρκικών δύσκολα θα προκύψει τώρα οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση: αυτό θάπρεπε να το είχαμε χωνέψει από καιρό. Οι οικονομικές σχέσεις – οι οποίες στηρίζουν, και άλλωστε, την ουσία των συνολικών ΓερμανοΤουρκικών – με σχήμα Φιλελεύθερων σε φόντο Χριστιανοδημοκρατών θα πρέπει να αναμένεται να ενισχυθούν, ενώ συνύπαρξη Πρασίνων με Σοσιαλδημοκράτες θα τις κρατούσαν πίσω. Όσον αφορά τέλος τις αμυντικές σχέσεις, η αλήθεια είναι ότι οι Πράσινοι είχαν με έμφαση ταχθεί εναντίον των εξοπλιστικών όπως εξελίσσονταν επ’ εσχάτων (Γερμανικά υποβρύχια στην Άγκυρα): όμως… πόσο βάρος θα σηκώσουν, όταν θα γράφεται το Koalitionsvertag;

Στο σημείο αυτό, ξαναβρισκόμαστε στην αρχή αυτού του σημειώματος: αν η νέα προσέγγιση/πρόσδεση της Ελλάδος στο άρμα της Γαλλίας – εξοπλιστικά, γεωπολιτικά κοκ – έρθει να συνδεθεί με σχεδιασμούς υψηλού προφίλ στα Ευρωπαϊκά, με αναφορές σε Ευρωστρατό/Ευρωπαϊκή Ένωση Άμυνας, κοινή φύλαξη Ευρωπαϊκών συνόρων «στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης» κοκ, τότε το προφίλ της αυριανής Γερμανικής Κυβερνήσεως Συνασπισμού θα κληθεί να παίξει καίριο ρόλο.

Στην διαπραγμάτευση ουσίας και τις αποφάσεις, όχι στους σχεδιασμούς επί χάρτου.