των Άγγελου Τσακανίκα* και Πέτρου Δήμα**

 

Οι νέες προκλήσεις στην παγκόσμια παραγωγή

για την εγχώρια βιομηχανία τροφίμων και ποτών

Εν μέσω του δεύτερου κύματος της πανδημίας Covid-19, με νέες αρνητικές επιπτώσεις σχεδόν σε όλες τις οικονομίες του κόσμου, παρατηρείται μια πρωτοφανής αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, καθώς τμήματά τους προσπαθούν να προσαρμοστούν στις τοπικές συνθήκες και στα μέτρα που επιβάλλονται. Το μέχρι πρότινος αναπτυσσόμενο, παγκόσμιο δίκτυο της οικονομίας βιώνει αλλεπάλληλα και πρωτοφανή σοκ, τα οποία είναι βέβαιο ότι θα το μεταβάλλουν ενδεχομένως και μόνιμα. Οι καινούργιες αυτές συνθήκες συνεχώς αναδιαμορφώνονται, έχουν θέσει σοβαρά εμπόδια στην ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και οδηγούν τις χώρες σε μεγαλύτερη προσπάθεια για αυτάρκεια, εσωτερική κάλυψη των αναγκών τους, καθώς επίσης και στο τοπικό εμπόριο με γειτονικές χώρες (regionalization). Αυτή η επίδραση είναι περισσότερο εμφανής στην περίπτωση του βιομηχανικού εμπορίου (B2B) και επηρεάζει την παγκόσμια τμηματοποίηση της παραγωγής, ή αλλιώς τις λεγόμενες παγκόσμιες αλυσίδες αξίας.

Σε αυτό το περιβάλλον προσαρμόζεται βεβαίως και η ελληνική οικονομία και κυρίως ο μεταποιητικός τομέας, ο οποίος και καλείται να αναδιατάξει τον καταμερισμό των παραγωγικών διαδικασιών του στα πρότυπα των καινούργιων υγειονομικών συνθηκών που διαμορφώνονται. Στο πλαίσιο αυτό, και εν μέσω ενός δεύτερου πανδημικού κύματος, έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς μπορεί η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον. Η βιομηχανία τροφίμων, ποτών και προϊόντων καπνού (όπως συνήθως παρουσιάζονται τα σχετικά στοιχεία) αποτελεί βασικό πυλώνα τόσο του μεταποιητικού τομέα όσο και της ελληνικής οικονομίας συνολικά. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία (2018, ΕΛΣΤΑΤ), συνολικά ο κλάδος καταλαμβάνει το 28,5% του αριθμού των επιχειρήσεων της μεταποίησης, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και τον μεγαλύτερο εργοδότη της, καλύπτοντας περισσότερο του 1/3 των θέσεων εργασίας (38,1%). Σε όρους προστιθέμενης αξίας, ο κλάδος συνεισφέρει περίπου το 30,8% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης και το 7,4% της ελληνικής οικονομίας.

Η γεωγραφική διάρθρωση παραγωγής του κλάδου μπορεί να βασιστεί στη μελέτη του διακρατικού βιομηχανικού εμπορίου ενδιάμεσων αγαθών (intermediates) και συγκεκριμένα στη μελέτη του εμπορίου προστιθέμενης αξίας, το οποίο και ποσοτικοποιεί τη συμμετοχή του κλάδου σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Προς αυτή την κατεύθυνση, αξιοποιούνται ευρήματα από πρόσφατη διπλωματική εργασία που εκπονήθηκε στο Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργείας Οικονομίας του ΕΜΠ[1]. Τα στοιχεία και η μεθοδολογία πάνω στην οποία βασίζεται η ανάλυση αντλήθηκαν από τη βάση δεδομένων World Input-Output Database (WIOD). Πρόκειται για τη σημαντικότερη βάση δεδομένων σχετικά με την παγκόσμια τμηματοποίηση παραγωγής, η οποία περιλαμβάνει δεδομένα για 56 κλάδους από 43 χώρες για μια περίοδο 15 ετών (2000-2014) και επιτρέπει την ανίχνευση της μεταφοράς αξίας από κλάδο σε κλάδο και από χώρα σε χώρα. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται στοιχεία σχετικά με: α) εισροές, δηλαδή προϊόντα/υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία ενός κλάδου, β) εκροές προς την ενδιάμεση κατανάλωση, δηλαδή προϊόντα του κλάδου που κατευθύνονται εμπορικά προς άλλους κλάδους και γ) εκροές προϊόντων προς την τελική κατανάλωση.

Το εγχώριο και το διεθνές βιομηχανικό εμπόριο του κλάδου τροφίμων, ποτών και προϊόντων καπνού απεικονίζεται στα ακόλουθα Διαγράμματα μέσω της διάρθρωσης των εισροών και των εκροών ενδιάμεσης κατανάλωσης (B2B). Ενδεικτικά, το 2014 διαπιστώνεται ότι το 85,5% των παραγωγικών εισροών του κλάδου προέρχεται από ελληνικές βιομηχανίες και το 11,5% εισάγεται από το εξωτερικό (Διάγραμμα 1). Αντίστοιχα, το 97% των ενδιάμεσων εκροών του απευθύνεται προς άλλους εγχώριους κλάδους και μόλις το 3% εξάγεται σε βιομηχανίες του εξωτερικού (Διάγραμμα 2).

Από τη συνολική εμπειρική ανάλυση της μελέτης προέκυψε πως ο κλάδος παρουσιάζει πολύ περιορισμένη έκθεση στο διεθνές βιομηχανικό εμπόριο, τόσο σε επίπεδο εισαγωγών (Διάγραμμα 1) όσο και σε επίπεδο εξαγωγών (Διάγραμμα 2), ενώ τα προϊόντα του προορίζονται κατά βάση προς τελική κατανάλωση. Σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή του κλάδου σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ως βασικούς συνεργάτες του κλάδου χώρες κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία και πιο πρόσφατα Βουλγαρία αποτελούν τους βασικούς εταίρους, ενώ αυξημένες συναλλαγές πραγματοποιούνται και με την Τουρκία. Η βιομηχανία τροφίμων-ποτών φαίνεται να λαμβάνει εισροές κυρίως από τον πρωτογενή τομέα και από υπηρεσίες εμπορίου, αποθήκευσης και υποστήριξης μεταφορών. Κύριοι αποδέκτες των προϊόντων της στο βιομηχανικό εμπόριο είναι διεθνείς κλάδοι τροφίμων, ποτών και ο τομέας του τουρισμού.

Αυτό σημαίνει ότι τελικά η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων και ποτών κατατάσσεται στα πρώτα στάδια, στο λεγόμενο back-end κομμάτι των παγκόσμιων μεταποιητικών αλυσίδων αξίας στις οποίες συμμετέχει. Αναλαμβάνει δηλαδή κυρίως τα πρώτα στάδια της επεξεργασίας τροφίμων και επανεξάγει ενδιάμεσο προϊόν για περαιτέρω μεταποίηση σε αντίστοιχους διεθνείς κλάδους τροφίμων. Ως αποτέλεσμα, ο ελληνικός κλάδος φαίνεται να απολαμβάνει μικρότερα «μερίσματα» οφέλους από τον καταμερισμό προστιθέμενης αξίας και κερδών στην παγκόσμια αλυσίδα σε σχέση με τις αντίστοιχες βιομηχανίες τροφίμων-ποτών με τις οποίες συνεργάζεται.

Αυτή η υστέρηση του κλάδου σαφώς και συνιστά ένα συγκριτικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα στις διεθνείς αγορές. Όμως, οι πρόσφατες εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία και η στροφή προς την «εντοπιότητα» και την αυτάρκεια αναδεικνύουν μια διαφορετική διάσταση των αποτελεσμάτων της μελέτης. Ο εγχώριος κλάδος συνάπτει εμπορικές σχέσεις είτε με άλλες εγχώριες βιομηχανίες, είτε με βιομηχανίες γειτονικών χωρών. Έτσι, σκιαγραφείται μια σαφής εικόνα ενός ήδη εγκατεστημένου τοπικού δικτύου δραστηριοτήτων, η οποία μάλιστα είναι περισσότερο έντονη από την αντίστοιχη εικόνα του συνόλου της ελληνικής μεταποίησης. Η συμμετοχή του κλάδου στο περιφερειοποιημένο αυτό δίκτυο παραγωγής επιτρέπει και την καλύτερη απόκρισή του στις μεταβαλλόμενες οικονομικές και υγειονομικές συνθήκες, οι οποίες φαίνεται πλέον να έχουν αποκτήσει τοπικό χαρακτήρα.

Συνοψίζοντας, η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων, ποτών και προϊόντων καπνού θα κληθεί να αντιμετωπίσει καινούργιες προκλήσεις απέναντι σε πρωτόγνωρες καταστάσεις με πολυεπίπεδο αντίκτυπο τόσο στην παραγωγή της όσο και στη ζήτηση των προϊόντων της. Το σημαντικότερο όπλο της στην προσπάθεια αυτή είναι η ετοιμότητα του ήδη υφιστάμενου περιφερειοποιημένου (regionalized) δικτύου παραγωγής της, το οποίο της δίνει τη δυνατότητα καλύτερων αντανακλαστικών προσαρμογής σε σχέση με τους υπόλοιπους κλάδους της μεταποίησης στις συνεχώς εναλλασσόμενες οικονομικές συνθήκες, καθώς επίσης και στις μεταβολές των καταναλωτικών αναγκών που τις ακολουθούν. Συνεπώς, οι δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζουμε δημιουργούν νέες προκλήσεις για έναν από τους πιο σημαντικούς κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας, στις οποίες φαίνεται να έχει τα εφόδια να ανταποκριθεί.

 

 

[1]Ε. Τοπάλογλου, (2019), «Ανάλυση της αλυσίδας αξίας του κλάδου Τροφίμων, Ποτών και προϊόντων Καπνού στην Ελλάδα», ΕΒΕΟ, Σχολή Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ.

 

* Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ), επιστ. υπεύθυνος Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ
** Ο Πέτρος Δήμας είναι MSc Εφαρμοσμένα Οικονομικά και Χρηματοοοικονομική Ανάλυση, υπ. διδάκτωρ ΕΒΕΟ-ΕΜΠ