Οι τελευταίοι των κεντροαριστερών

Πώς η σοσιαλδημοκρατία επιβιώνει σε μερικές μόνο γωνιές της Ευρώπης

Οι διαφορές που αφορούν τα οικογενειακά ζητήματα, την πολιτική ή τα χρήματα είναι πάντα δυσάρεστες. Χειρότερες όμως αποβαίνουν όταν εμπλέκονται και τα τρία αυτά στοιχεία. Αυτό καταδείχθηκε όταν, φέτος το καλοκαίρι, οι ηγέτες της ΕΕ κάθισαν να διαπραγματευτούν –επί τέσσερις μέρες– για από κοινού έκδοση ομολόγων αξίας 750 δισ. ευρώ. Αντί για μιαν αντιπαράθεση αριστεράς εναντίον δεξιάς, ο βασικός καυγάς ήταν αριστεράς εναντίον αριστεράς: η μικρή ομάδα σοσιαλδημοκρατών συγγενών στην ΕΕ έζησε τους μεν να επιτίθενται στους δε.

Στη μια πλευρά βρίσκονται Ισπανία και Πορτογαλία, που ήθελαν τα κεφάλαια αυτά να διατεθούν ως δωρεάν βοήθεια, χωρίς δηλαδή αποπληρωμή. Την ίδια στιγμή, οι θεωρητικοί τους σύμμαχοι προερχόμενοι από Δανία, Σουηδία και Φινλανδία προσπάθησαν να παρεμποδίσουν κάτι τέτοιο. Δεν είναι όμως μόνο ζήτημα χρημάτων εκείνο που χωρίζει την όλο και πιο αδύναμη παρέα των κεντροαριστερών της ΕΕ. Ισπανία και Πορτογαλία υπήρξαν υποστηρικτές του να προσέρχονται κι άλλοι πρόσφυγες στην ΕΕ. Οι σοσιαλδημοκράτες ανά την Σκανδιναβία απαιτούν περιορισμό του αριθμού τους. Ο Πορτογάλος πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα δήλωνε σε ομιλία του: «Δεν θα ανεχθούμε ξενοφοβική ρητορική». Την ίδια στιγμή, η Δανία ζητά την επιβολή ελέγχων στη μετανάστευση από μη δυτικές χώρες. Απόδειξη του πόσο μπορούν να διαφέρουν τα αδέλφια…

Εκείνο που μοιράζονται, όμως, είναι η μέριμνα για το μέλλον της οικογένειας. Μαζί με τη Μάλτα (μια σοσιαλδημοκρατική κουκκίδα στο μέσο της Μεσογείου), οι πέντε αυτές χώρες έχουν τους τελευταίους επαπομένοντες κεντροαριστερούς ηγέτες στην ΕΕ. Τα αδέλφια τους, αλλού, έχουν συναντήσει πολύ πιο δυσάρεστη τύχη. Στη Γαλλία, οι σοσιαλιστές είναι πλέον περισσότερο κάτι σαν απολειφάδι. Στις πρόσφατες εκλογές της Ολλανδίας, το Εργατικό Κόμμα κατόρθωσε να χάσει τα 3/4 των εδρών του. Στη Γερμανία, οι σοσιαλδημοκράτες είναι παραχαρακωμένοι σε μια διόλου ευχάριστη (αλλά χωρίς ορατό τέλος) συνεργασία με τους χριστιανοδημοκράτες της Άνγκελα Μέρκελ. Σε αντίθεση με όλα αυτά, οι σοσιαλδημοκράτες της Ιβηρικής και της Σκανδιναβίας αντέχουν. Μήπως θα ‘πρεπε οι λοιποί συγγενείς να το προσέξουν αυτό;

Η Πορτογαλία είναι το χρυσό παιδί για όσους αριστερούς έχουν βαρεθεί να πιέζονται στις κάλπες. Ο επιβλητικός ηγέτης των Πορτογάλων Α. Κόστα έχει επισημάνει εμφατικά τους κινδύνους που παρουσιάζουν οι μεγάλοι συνασπισμοί όταν αυτοί γεφυρώνουν την πολιτική σκηνή: αντί γι’ αυτό, έχει επιλέξει μια ανόμοια συνεργασία με έναν συνδυασμό κομμουνιστών και αριστεριστών. Οι επικριτές του έκαναν λόγο για «συνονθύλευμα», όμως ο παράξενος συνδυασμός κατόρθωσε να λειτουργήσει. Αύξησε τον κατώτατο μισθό και περιόρισε το ωράριο των υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα. Δεν πρόκειται για όνειρο σοσιαλιστικού παραδείσου, καθώς η κυβέρνηση διατήρησε τους περιορισμούς στη δημοσιονομική διαχείριση. Όμως οι ψηφοφόροι έδειξαν να συμφωνούν: πέρσι, ο Α. Κόστα πέτυχε την επανεκλογή του και κυβερνά με κυβέρνηση μειοψηφίας.

Αντίστοιχα συνέβησαν και στην Ισπανία. Ο Πέδρο Σάντσεθ, ο επικεφαλής των σοσιαλιστών πρωθυπουργός, είχε κάποτε δηλώσει ότι «δεν θα μπορούσε να κοιμάται τις νύχτες» αν υποχρεωνόταν να συγκυβερνήσει με τους Podemos, ένα ριζοσπαστικότερο κόμμα της αριστεράς. Λίγους μήνες αργότερα είχε συνάψει συμφωνία μαζί τους. Η λογική της στροφής προς τα αριστερά, συνδυασμένη με συμμαχία με αριστερότερους αντιπάλους, δείχνει να αποτελεί την ιβηρική μέθοδο.

Αλλού όμως, το πρότυπο αυτό είναι δύσκολο να το ακολουθήσει κανείς. Τα κεντροαριστερά κόμματα Ισπανίας και Πορτογαλίας μπορούν να στηρίζονται σε ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, η οποία έχει αφανισθεί σε άλλες χώρες σύμφωνα με τον Πέδρο Μαγκαλέες του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας. Ενώ κόμματα ανταγωνιστικά προς τους σοσιαλδημοκράτες έχουν ανέβει στην επιφάνεια σε άλλες χώρες της ΕΕ, δεν υπάρχουν πολλά αντίστοιχα στην Πορτογαλία, όπου οι σοσιαλιστές του Α. Κόστα και οι κεντροδεξιοί (παράδοξα αποκαλούμενοι σοσιαλδημοκράτες) κυριαρχούν εδώ και χρόνια στην πολιτική σκηνή. Στην Ισπανία έχουν μεν αναδειχθεί νέα κόμματα, πλην όμως δεν μπόρεσαν να προσελκύσουν τη βάση του Εργατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος/PSOE του Π. Σάντσεθ. Οι Podemos έχουν κυρίως προσελκύσει μορφωμένους ψηφοφόρους των αστικών κέντρων, δηλαδή τους προερχόμενους από την κάστα της «Αριστεράς των Βραχμάνων» για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Τομά Πικετί.

Η βάση του PSOE παρέμεινε ακλόνητη, ακόμη κι αν οι Podemos το πλησίασαν το 2016. Τα εθνικιστικά, αντιμεταναστευτικά κόμματα του τύπου του Vox δεν σημείωσαν ιδιαίτερη άνοδο, καθώς η Ιβηρική δεν έχει διαταραχθεί και τόσο από τη διαμάχη γύρω από το μεταναστευτικό, που ενέπλεξε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Σε σύγκριση με την υπόλοιπη ΕΕ, η Ιβηρική μοιάζει με πολιτικό καταφύγιο τύπου Γκαλαπάγκος για την κεντροαριστερά: υπάρχουν εκεί λιγότεροι θηρευτές, πράγμα που της επιτρέπει να εξελίσσεται με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο.

Η Σκανδιναβία αποτελεί ευκολότερα αναγνωρίσιμη περίπτωση. Στρατηγικά ζητήματα όπως η μετανάστευση έχουν δημιουργήσει πίεση στην τυπική βάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δηλαδή συμμαχία της εργατικής τάξης και πιο μορφωμένων μεσοαστών επαγγελματιών. Οι Δανοί σοσιαλδημοκράτες σημείωσαν επιτυχία με μια πλατφόρμα αριστερών οικονομικών θέσεων και σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής […] με περιορισμούς στη «μη δυτική» μετανάστευση. Αυτή όμως η γραμμή δεν έφερε ψήφους: απλώς τις αναδιέταξε. Ναι μεν ορισμένοι ψηφοφόροι επανήλθαν από το ακροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, όμως άλλοι εγκατέλειψαν το κόμμα από ενόχληση με τον αντιμεταναστευτικό τόνο. Και εδώ, η «Αριστερά των Βραχμάνων» είναι εκείνη που έφυγε – προς άλλα κόμματα της αριστεράς. Αυτό έδωσε στους Δανούς σοσιαλδημοκράτες την ευκαιρία να βρεθούν στην εξουσία στο πλαίσιο κεντροαριστερού συνασπισμού, εκτοπίζοντας τους φιλελεύθερους αντιπάλους τους.

Τα όρια του Βορρά

Δεν λείπει ο σκεπτικισμός για την προσέγγιση των Δανών. Οι απευθείας μετακινήσεις από την κεντροαριστερά προς τη λαϊκιστική ακροδεξιά είναι σπάνιες, ενώ δεν αποτελούν και μια μακροπρόθεσμη βιώσιμη στρατηγική. Η προσπάθεια να ξαναχτίσει κανείς με βάση τις ψήφους μιας παραδοσιακής εργατικής τάξης που φθίνει είναι ριψοκίνδυνη, ιδίως άμα επιχειρηθεί εις βάρος ενός ανερχόμενου, μορφωμένου και σχετικά φιλελεύθερου εκλογικού κοινού. Η δανική προσέγγιση αποτελεί περισσότερο παραδοχή ήττας, παρά επανοικοδόμηση της παλιάς συμμαχίας της εργατικής τάξης με τη φιλελεύθερη μεσοαστική.

Οι εποχές που τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα απορροφούσαν τους μισούς απ’ όλους τους ψηφοφόρους –γιατί αυτό είναι που συνέβαινε στην ακμή της μεταπολεμικής περιόδου– έχουν προδήλως ξεπεραστεί. Ούτε η ιβηρική ούτε η δανική προσέγγιση αντιγράφεται εύκολα. Εκείνο που έκαναν όντως αποδεικνύει ότι ζούμε σε μια εποχή περίπλοκων και δυσκίνητων συνασπισμών και συμφωνιών, με διαφορετικά μέρη της κεντροαριστεράς να διεκδικούν διαφορετικά τμήματα των ψηφοφόρων της αριστεράς. Όσο η βάση των κεντροαριστερών κομμάτων διασπάται τόσο θα συμβαίνει το ίδιο και με τα κόμματα αυτά. Οι σχέσεις εντός της οικογένειας θα γίνονται όλο και πιο αντιθετικές.