Όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης δοκιμάζει τα παπούτσια του Κωνσταντίνου Μ. – και απομακρύνει την σκιά Μολυβιάτη/Καραμανλή

Του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Αν ήθελε κανείς να περιγράψει συμβολικά την διπλωματική κινητικότητα που παρατηρείται ή/και προαναγγέλλεται – με την επίσκεψη Τσαβούσογλου στην Ελλάδα, την ενδεχόμενη συνάντηση με Κυριάκο Μητσοτάκη στην Κρήτη με οικογενειακή φιλοξενία (αναβάθμιση κλίματος μέσα στην αναβάθμιση), την επίταση της εντύπωσης ότι προετοιμάζεται μ’ όλα αυτά συνάντηση «μικρής Κορυφής» Μητσοτάκη-Ερντογάν (επίσπευση της περαιτέρω αναβάθμισης), συν η παρουσία Νίκου Δένδια στο Σότσι «την ημέρα τιμής σε Κύριλλο και Μεθόδιο» για επαφές με την εκεί ομογένεια αλλά και αναβάθμιση των ΕλληνοΡωσικών σχέσεων στην συνάντηση με Λαβρόφ (με την ευχή για βελτίωση των ΕυρωΡωσικών σχέσεων…), με προδιαγραφόμενη συνάντηση Μητσοτάκη-Πούτιν εντός του έτους – θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει δυο εντυπωσιακές, μη-διπλωματικές εικόνες:

  • Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δοκιμάζει, μετά από τρεις δεκαετίες, να μπει στα παπούτσια του πατέρα του. Η λογική του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, να διακινδυνεύει ανοίγματα ουσίας αλλά και να ενσωματώνει πινελιές προσωπικής διπλωματίας (η φιλοξενία στην Κρήτη των ημερών Τζώρτζ Μπους, πατρός ξαναδοκιμάστηκε ήδη προ μηνών με τον Μάϊκ Πομπέο), προσωποποιώντας αλλά και αναλαμβάνοντας κίνδυνο, επανέρχεται ως πολιτική μέθοδος.
  • Παράλληλα, και θάλεγε κανείς αναπόφευκτα, η φιλοσοφία (και η πρακτική…) της προσεκτικής ακινησίας, η «σχολή Μολυβιάτη», που ακολουθήθηκε επί Καραμανλή (επί Κώστα Κ., επί Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν θα τολμούσε κανείς να υπαινιχθεί ότι Εκείνος ακολουθούσε απόψεις άλλου!) προσπερνιέται. Αφήνεται στα αζήτητα, μαζί με τον εναγκαλισμό με την μη-διακυνδύνευση.

Θα αποδώσει η νέα αυτή πρακτική; Δεν κινδυνεύει να φέρει πιο κοντά αδιέξοδα, να δημιουργήσει νέα ένταση; – νωπές ακόμη οι εικόνες από την σκηνική σύγκρουση Δένδια-Τσαβούσογλου μετά την συνάντηση του Έλληνα ΥΠΕΞ με Ερντογάν στο Ακ-Σαράϊ, όπου είχε μεταβεί με προετοιμασία «θετικής ατζέντας» , με τους φακέλους Φραγκογιάννη για οικονομική διπλωματία, με ΜΟΕ Νατοϊκής επίνευσης και άλλα σχετικά στις βαλίτσες. Δεν ελλοχεύει ο κίνδυνος της προσωπικής διπλωματίας; στην Χαλέπα/στο Ακρωτήρι Χανίων δεν υπάρχει πια παρά η σκιά της Μαρίκας Μητσοτάκη που έδινε μια άλλη χροιά στην φιλοξενία και στους συμβολισμούς.

Εδώ, η πρώτη – και βασική – απάντηση είναι ότι το μέλλον θα δείξει. Ακούγεται άχρηστη ταυτολογία, αυτό. όμως η άρνηση της κίνησης και η περιχαράκωση στις «πάγιες (βαφτιζόμενες εθνικές) θέσεις» δεν βοήθησε και τόσο σ’ όλη την Μεταπολίτευση. Υπάρχει επίσης η διεθνής κίνηση των πραγμάτων, η διαπίστωση – εν προκειμένω – ότι η Τουρκία ΠΑΡΑ την εκτροπή ύφους και ουσίας από Ερντογάν συνεχίζει να εντάσσεται κεντρικά στους σχεδιασμούς της Δύσης. Το είδαμε ως χώρα στο Κυπριακό, το είδαμε στο Μακεδονικό, το ξαναβλέπουμε στα ΕλληνοΤουρκικά: το «κάθε πέρσι και καλύτερα» ανθεί. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποτίθεται – να πούμε «ελπίζεται»; – δεν μπορεί παρά να έχει σταθμίσει και τις συνθήκες και την διακινδύνευση. (Την προσωπική, αλλά και την διακινδύνευση της πολιτικής του, της χώρας που οδηγεί).

Δεύτερο στοιχείο απάντησης, που δύσκολα βέβαια γίνεται αποδεκτό στην χώρα της πεισματικής εσωστρέφειας που συνεχίζει να είναι η Ελλάδα, αποτελεί η διαπίστωση ότι από Κυπριακό μέχρις Ανατολικής Μεσογείου και σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας έχει συντελεστεί – χωρίς εμείς να το καταγράφουμε, πόσο μάλλον να το αποδεχόμαστε! – μια μετακίνηση της Δύσης που δεν ευνοεί τις Ελληνικές θέσεις. Το ζήσαμε το περασμένο καλοκαίρι, στην Ανατ. Μεσόγειο το ξαναβλέπουμε στο Κυπριακό. Αν, λοιπόν, τώρα που το καθεστώς Ερντογάν «κατόρθωσε» να τραβήξει την αρνητικότερη εντύπωση επάνω του, δεν γίνει στην πράξη – στην διπλωματική πρακτική, όχι στην μηντιακή αυτεπιβράβευση όπου «ο Ερντογάν βρίσκεται στην γωνία» – αξιοποίηση συμμαχιών και δυνατοτήτων της Ελλάδας προκειμένου να σφραγισθούν νέες ισορροπίες, θα χανόταν μια σημαντική ευκαιρία.

Υπάρχει φυσικά και η άλλη διάσταση. Οι συναντήσεις για ΜΟΕ /Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, που ήδη παρέλαβαν την σκυτάλη από τις Διερευνητικές Επαφές (=Συνομιλίες/Talks, ας ξεπεράσουμε αυτή την φοβικότητα του «δεν συζητάμε τίποτε, μόνον επαναλαμβάνουμε τις πάγιες Ελληνικές θέσεις»), με αμυντικό πλέον περιεχόμενο/Αιγαίο, δείχνουν ότι η προετοιμασία εδάφους για την συνέχεια των ΕλληνοΤουρκικών έχει προχωρήσει. Πολύ-πολύ περισσότερο απ’ όσο η δημόσια συζήτηση αφήνει να φανεί.

Κι έτσι φθάνουμε στο πάγιο, δίδυμο πρόβλημα των Ελληνικών Κυβερνήσεων. Έχουν την εσωτερική στήριξη, κομματικά/πολιτικά; Έχουν την κατανόηση, αν μη την στήριξη της κοινής γνώμης; (Στην περίπτωση του Μακεδονικού, είδαμε τι κόστισε – σε δεκαετίες – το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σκιάχτηκε την παρουσία Αντώνη Σαμαρά και την συλλαλητηριακή εναντίωση σε κάθε τότε, συμβιβαστική λύση. Και είδαμε πώς ο Αλέξης Τσίπρας χρειάστηκε χειρισμούς στην κόψη του ξυραφιού για να αποφύγει την τρικλοποδιά ΑΝΕΛ/Καμμένου και να κλείσει εκείνος ο κύκλος που είχε εγκαταστήσει την Ελληνική θέση σε γωνία μη-κατανοητή και για τους στενότερους συμμάχους της). Εδώ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποθέτει κανείς ότι έχει διαβάσει σωστά τους οιωνούς – αρθρογραφία Αντώνη Σαμαρά, χρησμοί Κώστα Καραμανλή – και ότι διαθέτει μια σωστή αποτίμηση της ωρίμανσης της κοινής γνώμης στα ΕλληνοΤουρκικά.

Α, ναι! Και ότι στις συναντήσεις με Τσαβούσογλου – όπως και όταν τις δούμε να υλοποιούνται, θα ζητηθεί/εξασφαλισθεί μια «no surprises clause» για την ενδεχόμενη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν. Δηλαδή μια δέσμευση ότι δεν θα τινάξει η άλλη πλευρά στο αέρα τα πράγματα , ή/και δεν θα υποχρεώσει την Ελληνική πλευρά σε κίνηση όπως στην συνέντευξη Δένδια/Τσαβούσογλου στην Άγκυρα – για ξορκισμό της εικόνας Παυλόπουλου/Ερντογάν, στην Αθήνα. (Μαντεύουμε το ερώτημα: «Δεσμεύεται ένας Ερντογάν;» Εκεί ,η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στους διεθνείς χειρισμούς. Και στην ανηφορικότατη πορεία καλλιέργειας της διεθνούς κοινής γνώμης – της διεθνούς, όχι της εσωτερικής/δημοσκοπικής…).