Λέγεται συχνά ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν πολύ. Είναι όμως έτσι; Επίσης, τι ποσοστό των αναγνωστών είναι σταθεροί αναγνώστες και τι επιλέγουν να διαβάζουν; Ποιο είναι το μορφωτικό και οικονομικό τους προφίλ; Προτιμούν τα χάρτινα βιβλία ή τα e-books; Αυτά είναι μερικά μόνο από τα πολλά ερωτήματα στα οποία απαντάει η εκτενής έρευνα.

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2022, τ.1025

ΒΙΒΛΙΑ

του Γιώργου Βαϊλάκη

Tην εκπόνηση του ερευνητικού προγράμματος για τον κλάδο του βιβλίου ανέλαβε να χρηματοδοτήσει και να συντονίσει o Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ). Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει έρευνες για τις εκδοτικές επιχειρήσεις, τη βιβλιοπαραγωγή, τα βιβλιοπωλεία και την αναγνωστική συμπεριφορά. Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), κατά την περίοδο λειτουργίας του, είχε υλοποιήσει ένα σημαντικό συναφές ερευνητικό έργο. Δυστυχώς, όμως, έπειτα από τη διακοπή λειτουργίας του κανένας δημόσιος φορέας δεν ανέλαβε να συνεχίσει το έργο αυτό.

Μια διεξοδική έρευνα για το βιβλίο στην Ελλάδα

Η ανάγκη να καλυφθεί το κενό αυτό ώθησε τον ΟΣΔΕΛ να αναλάβει την πρωτοβουλία για να προχωρήσει στην υλοποίηση του ερευνητικού προγράμματος και στην εκπόνηση της συγκεκριμένης έρευνας με τίτλο «Αναγνώσεις, αναγνώστες και αναγνώστριες: Το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα», σε επιστημονική διεύθυνση από τον καθηγητή Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ Νίκο Παναγιωτόπουλο. Η έρευνα, που διενεργήθηκε από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022, είναι ιδιαίτερα σημαντική, ενώ κυκλοφόρησε και σε μορφή βιβλίου από τις εκδόσεις Gutenberg. Είναι μια πολύπτυχη και διεξοδική έρευνα με πολλά (συχνά απρόσμενα) ποιοτικά και ποσοτικά ευρήματα. Μάλιστα, την ποσοτική έρευνα ανέλαβε ο Στράτος Φαναράς και η Metron Analysis, η οποία είχε πραγματοποιήσει και την έρευνα του ΕΚΕΒΙ το 2010.

Μιλήσαμε με τον καθηγητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος αναφέρθηκε σε κάποια από τα πλέον σημαντικά ευρήματα αυτής της έρευνας και τα ερμήνευσε – όπως το μάλλον απρόσμενο γεγονός ότι από την προηγούμενη ερευνητική προσπάθεια (του 2010) φαίνεται ότι οι Έλληνες διαβάζουν περισσότερο. Επίσης, πού οφείλεται η ανθεκτικότητα το χαρτιού, του βιβλίου δηλαδή όπως το ξέρουμε από την εποχή του Γουτεμβέργιου, έναντι των ηλεκτρονικών βιβλίων (e-books); Αλλά και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν το ποιοι είναι εκείνοι που διαβάζουν;

Περισσότερη εξοικείωση με το βιβλίο

«Από την προηγούμενη έρευνα που έγινε πριν από 12 χρόνια παρατηρείται μια αύξηση κυρίως των συγκυριακών αναγνωστών και μια εντατικοποίηση των συστηματικών αναγνωστών, γιατί, όπως έχω πει και όπως έχει καταγράψει η έρευνα, ο πληθυσμός των αναγνωστών τριχοτομείται. Υπάρχει το 1/3 που δεν διαβάζει, το 1/3 που είναι συγκυριακοί αναγνώστες και το 1/3 που είναι συστηματικοί. Αυτό που αυξήθηκε είναι το κομμάτι των συγκυριακών αναγνωστών και εντατικοποιήθηκε περισσότερο το κομμάτι των συστηματικών. Αυτό δεν είναι παράξενο, δεδομένου ότι εδώ και 30 χρόνια έχουμε μπει σε μια διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής –όπως την ονομάζω– των ομάδων μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι και οι οικογένειές τους είναι αναγκασμένοι πλέον, εξαιτίας της θέσης που κατέχει το εκπαιδευτικό σύστημα στα εργαλεία αναπαραγωγής, να επενδύσουν όσο μπορούν περισσότερο στις σπουδές. Είναι αναγκαίο, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα αν δεν πιστοποιηθεί. Αυτό, λοιπόν, το συνεχές πέρασμα όλων των ομάδων μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα και η επαφή με τον σχολικό πολιτισμό έχει ως αποτέλεσμα να εξοικειώνει και με το πνεύμα του βιβλίου».

Η αγορά του βιβλίου θα παραμείνει σε ανοδική πορεία

«Το φαινόμενο αυτό, επειδή θα συνεχιστεί, θα εξακολουθήσει να καταγράφεται ως μια αύξηση αυτών που θα μπορούσαν να ονομαστούν ως τυχαίοι αναγνώστες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει ένα δυνάμει αναγνωστικό κοινό που διευρύνεται. Όμως, θα πρέπει να έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας ότι το ποσοστό αυτών που δεν διαβάζουν θα συνεχίσει να παραμένει ένα ποσοστό μη αναγνωστών, εάν δεν κάνουμε κάτι, έναν μετασχηματισμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Άρα, η αγορά του βιβλίου θα παραμείνει σε μια ανοδική πορεία. Εάν, βέβαια, συμπεριλάβουμε το γεγονός των άλλων μηχανισμών που πλήττουν τον εκδοτικό χώρο, σε συνδυασμό με το τι παράγει ως αναγνώστες το εκπαιδευτικό σύστημα, αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε το εξής: Ναι μεν θα υπάρχει μια αύξηση των αναγνωστών, αλλά αυτή θα επηρεάσει κυρίως το εμπορικό κομμάτι της αναγνωστικής ύλης. Συνεπώς, η εκδοτική αγορά θα προσκομίζει βιβλία πιο εμπορικά. Αυτή την αύξηση δεν θα την καρπωθεί η αγορά της καινοτομίας και της πρωτοπορίας».

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν το ποιοι διαβάζουν

«Τώρα, όσον αφορά το ποιοι παράγοντες επηρεάζουν το ποιοι διαβάζουν, που για εμένα είναι το πιο κρίσιμο ερώτημα: Υπάρχουν δύο παράγοντες. Ο ένας παράγοντας είναι το τι πτυχία έχει εκείνος που σχετίζεται με το βιβλίο και την ανάγνωση, δηλαδή πόσο μακριά έχει πάει μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Και ο άλλος παράγοντας είναι η κοινωνική του καταγωγή, εκείνη των γονέων και των γονέων των γονέων – καταγωγή η οποία απορρέει από το οικονομικό και το πολιτιστικό κεφάλαιο, αυτά τα δύο ορίζουν την καταγωγή. Όσο αυτοί οι δύο παράγοντες αυξάνονται στην ιεραρχία, τόσο αυξάνεται η αναγνωσιμότητα. Η σημασία της κοινωνικής καταγωγής φαίνεται όταν δύο άνθρωποι έχουν τα ίδια πτυχία. Όσο αυξάνεται του ενός η καταγωγή, τόσο αλλάζει την αναγνωστική συμπεριφορά του και γίνεται όλο και πιο καινοτόμα, όλο και πιο ερευνητική. Και το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αγάπη της ανάγνωσης δεν είναι ένα είδος χαρίσματος, αλλά είναι ένα προϊόν καλλιέργειας, ένα κοινωνικό προϊόν, οικογενειακής αγωγής».

Το χαρτί παραμένει το βασικό μέσο ανάγνωσης

«Κατά τα άλλα, αυτό που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι παραμένει η σχέση με το χαρτί και το βιβλίο, αφού το 85% των βιβλίων που διαβάστηκαν ήταν έντυπης μορφής. Υπάρχει, βέβαια, μια μικρή αύξηση των e-books (των ηλεκτρονικών βιβλίων) κυρίως στις νεανικές ηλικίες. Προς το παρόν, η σχέση με το χαρτί παρουσιάζει μια πολύ ισχυρή δομική αδράνεια. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να θέλουν να αγγίζουν το χαρτί. Αυτό δεν είναι κάτι το συνειδητό. Ο πληθυσμός μας, ακόμα, δεν έχει υποστεί τέτοιες μορφές κοινωνικοποίησης που να μπορεί να προχωρήσει σε νέες μορφές αναγνωστικών μέσων – όπως είναι τα ποσοστά σε άλλες αναπτυγμένες κοινωνίες, που και εκεί όμως το χαρτί παραμένει το βασικό μέσο ανάγνωσης».