Όταν αρχίζουν τα ερωτηματικά: αντί για ξινή άμυνα, διευκρινίσεις και πάλι διευκρινίσεις

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η δημοσκοπική κυριαρχία της Κυβέρνησης (που προξενεί επανάπαυση) και η μηντιακή ψιλο-παραίτηση (που επιτείνει την επανάπαυση των κυβερνώντων) έχει χαλαρώσει τα αντανακλαστικά της. Η δε αντιπολιτευτική υπεραπλούστευση σε καίρια ζητήματα («Ασφαλιστικό Πινοσέτ» από την μια, «Ταμείο Ανάκαμψης για τους λίγους» από την άλλη») έχει αφήσει την δημόσια συζήτηση σε κατάσταση διασταυρωμένων μονολόγων και συνθημάτων. Ώσπου… «ήρθαν οι μέλισσες». Με την μορφή του EurActiv που ανακίνησε σοβαρά το θέμα των επιφυλάξεων για το Ελληνικό Σχέδιο στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, επιφυλάξεων από τις ίδιες τις Βρυξέλλες που – είχαμε μάθει! – ύμνησαν και επιβράβευσαν το Ελληνικό Σχέδιο: αυτά μας είπε και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με φόντο την Ακρόπολη, άλλωστε.

Επίσης με την μορφή του δισταγμού/καθυστέρησης να εισαχθεί στην Βουλή το σημαντικότερο και πιο μελλοντοστραφές νομοσχέδιο – μετά το Εργασιακό Χατζηδάκη -, εκείνο της κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης, προκαθορισμένων εισφορών, για τις νεότερες γενιές. Ήδη αυτό βαφτίζεται «Ασφαλιστικό Τσακλόγλου», καθώς γίνεται μια ευγενική προσπάθεια να φορτωθεί ο ίδιος αποκλειστικά τις επιφυλάξεις που εντείνονται σχετικά με το κόστος μετάβασης από το τωρινό αναδιανεμητικό στο νέο σύστημα.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν βράδυνε να προκύψει πολιτική κόντρα – διόλου  τυχαίο που η ΕφΣυν έκανε το δίδυμο θέμα πρωτοσέλιδο. Αναμενόμενο, στις αρκετά υψηλών τόνων παρατηρήσεις/καταγγελίες της Αξιωματικής (ιδίως) Αντιπολίτευσης, υπήρξαν αντίστοιχα έντονες διαψεύσεις από την Κυβέρνηση. Και… η ουσία έμεινε εκτός συζήτησης. Γιατί, ποια είναι η ουσία;

Θα υπάρξει, ναι ή όχι, προσαρμογή του Σχεδίου Ανάκαμψης, δια της μεθόδου των αστερίσκων ή/και της κυλιόμενης τροποποίησης; Και πάλι: η ουσία δεν είναι αν υπήρξαν και πόσο ευγενικές ή επιτακτικές ήταν οι συστάσεις (προσοχή! στα Εθνικά Σχέδια Ανάκαμψης δεν έχει λόγο μόνον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και τα Κράτη μέλη, καθώς σε Eco/Fin πάει η τελική έγκριση) ώστε να υπάρξει καλύτερη διασπορά των δανειακών κεφαλαίων, τα οποία θα δοθούν με μόχλευση – γνωστό αυτό, ως κεντρική επιλογή του Ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης – έτσι ώστε και οι δικαιούχοι να είναι περισσότεροι (αυτή είναι η διάσταση περί μέριμνας για τις μικρομεσαίες), αλλά και να μην υπάρξει ενδεχόμενο να «χτυπήσουν» αργότερα μεγάλα χρηματοδοτούμενα projects (αυτή είναι η μέριμνα περί φερεγγυότητας); Έχει σημαντική διαφορά, ποια είναι η μέριμνα Βρυξελλών που υπερέχει εδώ. Όπως και έχει σημασία τι θορύβησε από την μέσω τραπεζών διάθεση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ανησυχία για το ότι οι Ελληνικές Τράπεζες παραδοσιακά δανείζουν με κριτήρια όχι-και-τόσο-αναπτυξιακά; Η μήπως για το ότι η διοχέτευση των κονδυλίων μέσω τραπεζών δεν θα επιτρέψει να κριθεί η τήρηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας του Ταμείου; (Πρασίνισμα/ψηφιακότητα/κοινωνικό στοιχείο).

Πάντως, η σπουδή του ΥΠΟΙΚ σε επίπεδο Χρ. Σταϊκούρα και Θ. Σκυλακάκη να διαψευσθεί η πληροφορία για προβληματισμό περί το Ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης «έχασε» κάτι το σημαντικό από τα μάτια της: το EurActiv, απ’ όπου ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία (αν και οι αμφιβολίες σέρνονταν εδώ και καιρό, παρά την αυτοδιθυριμβικότητα επαίνων για το «Greece 2.0», βλέπε και ερωτήματα γύρω από τις παρεμβάσεις ανθεκτικότητας/resilience στο Σύστημα Υγείας για την μετά-τον-Covid εποχή…), είναι ένα μέσο που παραδοσιακά ασκεί κριτική βάση στοιχείων στην προ-νομοθετική φάση των Βρυξελλών. Το πράττει βάσει στοιχείων που αφήνονται από την Βρυξελλιανή νομενκλατούρα να διαχέονται στους διαδρόμους ακριβώς για να δίνονται προειδοποιήσεις… Καλό θα ήταν, πέραν διαψεύσεων, να δίνονταν και διευκρινίσεις. Σαφείς.

Μεταξύ μας, πάντως, ακόμη πιο σημαντικό είναι ο θέμα της βιωσιμότητας του προωθούμενου νέου/κεφαλαιοποιητικού συστήματος επικουρικής ασφάλισης, υπό την έννοια του κόστους μετάβασης από το σημερινό πολυτραυματισμένο σύστημα στο επερχόμενο κεφαλαιοποιητικό. Εδώ, το ζήτημα είναι σημαντικό γιατί οι συζητήσεις περί κόστους 50-60 δις ευρώ σε βάθος 50ετίας, με κάλυψη από τον Προϋπολογισμό, ναι μεν δεν είναι τόσο απειλητικό όσο εξαρχής ακούγεται (ο Π. Τσακλόγλου ευλόγως θύμισε ότι σήμερα, χρόνο με χρόνο, ο Προϋπολογισμός αιμοδοτεί με πάνω από 15 δις το Ασφαλιστικό…). Όμως δημιουργεί ερωτηματικά για το γενικότερο θέμα του δημοσιονομικού βάρους του Ασφαλιστικού στο σύνολό του: μόλις τώρα «πέφτουν στο τραπέζι», διαδοχικά/σωρευτικά, οι επιπτώσεις των αναδρομικών βάση δικαστικών αποφάσεων, οι «βελτιώσεις» Βρούτση κοκ.

Ένα νέο ρήγμα εμπιστοσύνης θα ήταν, αληθινά, ότι χρειάζεται λιγότερο αυτήν την στιγμή. Οι συζητήσεις στα πλαίσια της Ενισχυμένης Εποπτείας για το αν ανοίγει νέος κύκλος προβληματισμού σ’ αυτήν την βάση δεν αφορούν τον Π. Τσακλόγλου, αλλά όλη την Κυβέρνηση. Και εδώ, διεξοδικές διευκρινίσεις θα ήταν χρήσιμες – ή μάλλον απαραίτητες. Βλέπετε, η υπόθεση του Ασφαλιστικού ούτως ή άλλως κρίνεται στην εμπιστοσύνη. Αν λοιπόν η εμπιστοσύνη επιχειρείται να κερδηθεί μέσω διαψεύσεων, κάτι πολύ λάθος έχουν καταλάβει οι αρμόδιοι.