Όταν η Κριστίν Λαγκάρντ μιλάει μέχρι και για κοινωνικό συμβόλαιο, ή για τα νεαρά ζευγάρια

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Την ώρα που ο προκάτοχός της, στο πηδάλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο Μάριο Ντράγκι, βρισκόταν σε θέση Πρωθυπουργού-πυροσβέστη στην Ιταλία, η  Κριστίν Λαγκάρντ δείχνει να μην την χωράει πλέον η Φρανκφούρτη και η ΕΚΤ. Όπου «προσγειώθηκε» πριν 15 μήνες, σε ένα ντηλ Κορυφής Μακρόν-Μέρκελ, όπου η ίδια μεν «πήρε» την ΕΚΤ, η δε προστατευόμενη της Καγκελαρίου Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (και… η Γερμανία) κέρδισε την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αυτές τις ώρες με ακραία αποτυχία. αλλ’ ας μην αλλάζουμε θέμα.

Η Κριστίν Λαγκάρντ, λοιπόν, δείχνει τις ημέρες αυτές μια τάση να ξεφύγει ακόμη και από τα ευρύτερα όρια του κεντρικοτραπεζικού ρόλου της, αγγίζοντας όλο και ευθύτερα τον χώρο της πολιτικής ή πάντως των ευρύτερων κοινωνικών ζητημάτων. (Άλλωστε και στην – αμέσως προηγούμενη – θητεία της ως επικεφαλής του ΔΝΤ, με τίποτε δεν έμεινε στα τεχνοκρατικά του Ταμείου: και στην θεματική της κλιματικής αλλαγής έστρεψε την προσοχή, και στον ρόλο των γυναικών στην οικονομία του αύριο).

Ορισμένες μεν προσεγγίσεις της έχουν στενή διασύνδεση με την διαχείριση των οικονομικών και της νομισματικής πολιτικής, όπως όταν μιλώντας στο Journal du Dimanche απέκρουσε την έκκληση 100 οικονομολόγων προς την ΕΚΤ για μερική διαγραφή των επιχειρηματικών χρεών λόγω της πανδημίας («Χρωστάμε στον εαυτό μας – μέσω της ΕΚΤ – 25% του χρέους μας», οπότε το ζητούμενο θα ήταν διαγραφή δημοσίου χρέους έναντι επένδυσης σε πράσινα σχέδια ή σε κοινωνική ανάπτυξη). Η απόκρουση αυτή – «διαγραφή χρέους είναι αδιανόητη» – με αναφορά στην Συνθήκη ΕΕ «που ρητώς απαγορεύει την νομισματική χρηματοδότηση Κρατών μελών». Ή πάλι όπως όταν, στους Financial Times, απηύθυνε έκκληση/προειδοποίηση να μην επιχειρηθεί απόσυρση της νομισματικής και δημοσιονομικής στήριξης από τις Ευρωπαϊκές οικονομίες όταν ηρεμήσει η πανδημία, παρά μόνον «σταδιακά», και με διατήρηση «ελαστικής στήριξης», αποφευγομένων των λαθών του παρελθόντος οπότε «είχαν κλείσει όλες οι πηγές στήριξης μαζί».

Χθες, πάλι, με παρέμβασή της στο «Συζητήσεις με τον Economist», η Κριστίν Λαγκάρντ δεν στάθηκε μόνον – διεξοδικότερα – σ’ αυτές τις προβληματικές. Αλλά προχώρησε και σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από την ανάγκη, με αφορμή την πανδημία και μετά το ξεδίπλωμα των μέτρων αντιμετώπισης της, να δημιουργηθεί «ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο». Διεθνώς, σίγουρα όμως Ευρωπαϊκά. Διευκρίνισε μάλιστα ότι κάτι τέτοιο σημαίνει (και προϋποθέτει) μια μεγάλη και ειλικρινή συζήτηση «για το τι παίρνει και τι δίνει ο καθένας». Θέματα με βάθος χρόνου, όπως εκείνα των ανισοτήτων ή πάλι της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής θάπρεπε να ενταχθούν σε αυτήν την – βαθύτατα πολιτική – συζήτηση, η οποία κατά Λαγκάρντ θα χρειαστεί να κρατήσει την προσοχή των πολιτικών συστημάτων του αύριο.

Πέραν τούτου ενδιαφέρον είχαν οι απαντήσεις Λαγκάρντ, στις ερωτήσεις της διευθύντριας του Economist  Zanny Minton Beddoes για το πώς οι επιλογές νομισματικής πολιτικής και τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια φουσκώνουν τις τιμές των στοιχείων ενεργητικού και πώς «μεταφράζονται» στην ζωή των καθημερινών ανθρώπων. Παράδειγμα, το γεγονός ότι σε πολλές μεγάλες πόλεις η απογείωση των τιμών των ακινήτων καθιστά απαγορευτικό π.χ. για τα νέα ζευγάρια να αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία (πρόδηλος ο επηρεασμός από το Αγγλικό/Λονδρέζικο παράδειγμα…). Η Κριστίν Λαγκάρντ απάντησε με κάτι σαν αμυντική επιθετικότητα. Πώς αυτό; Θύμισε ότι σήμερα τα όποια νεαρά ζευγάρια θελήσουν να επιχειρήσουν αγορά κατοικίας, θα έχουν δυνατότητα ενυπόθηκου δανεισμού – στην Δυτική/Κεντρική Ευρώπη, βέβαια – με επιτόκια της τάξεως του 1,3%, αληθινά ιστορικό χαμηλό. Ενώ, ταυτόχρονα, η στήριξη των οικονομιών με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής και με την πίεση προς τις Κυβερνήσεις να προωθήσουν παράλληλη δημοσιονομική στήριξη, βοηθάει ώστε να υπάρχει, ή πάντως να διατηρείται, απασχόληση – π.χ. για τα νεαρά ζευγάρια…