Όταν οι Γερμανοί ανακαλύπτουν την πολυχρωμία, οι Γάλλοι βρίσκονται με μετέωρο βήμα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όσοι θεώρησαν ότι οι προ δεκαημέρου τοπικές εκλογές στα Γερμανικά Laender της Βάδης-Βυτεμβέργης και της Ρηνανίας-Παλιτινάτου αποτέλεσαν την κατάληξη μιας φάσης υποχώρησης των Χριστιανοδημοκρατών/CDU και ανόδου των Πρασίνων με σταδιακή επαναφορά των Σοσιαλδημοκρατών/SPD, γίνεται πλέον φανερό ότι έπεσαν έξω. Κατάληξη μπορεί να είναι, φαίνεται όμως ότι ακόμη περισσότερο λειτούργησαν ως αρχή μιας βαθύτερης επανατοποθέτησης ενός εκλογικού σώματος – του Γερμανικού – που συνήθως κινείται αργά στις επιλογές του.

Μαζί με την επιδείνωση της πανδημίας του κορωνοϊού στα περισσότερα κρατίδια της Γερμανίας (που «χρεώνεται» από την κοινή γνώμη στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, όσο κι αν τεχνικά η ευθύνη ανήκει στις κυβερνήσεις των Laender), μαζί και με την έντονη δυσαρέσκεια για τις αποκαλύψεις ότι παραγγελίες για την προμήθεια μασκών είχαν ωφελήσει Χριστιανοδημοκράτες βουλευτές, κυρίως όμως μαζί με την αίσθηση ότι η πορεία των εμβολιασμών παραμένει αποκαρδιωτική, το CDU χάνει σταθερά. Εκεί που μπήκε στον Φεβρουάριο με ποσοστά 35-37%, έφθασε στις εκλογές στα 32-34% – ήδη, δε, γράφει σταθερά «2» μπροστά στα ποσοστά του: 27-29,5%. Οι Πράσινοι, αντιστοίχως, πέρασαν από 17-19% σε 19-22%. το SPD κρατήθηκε στο 17-18%. Οι Φιλελεύθεροι, από 7-8%, βρίσκονται πλέον σχεδόν σε όλες τις μετρήσεις σε διψήφιο ποσοστά. Θορυβητικό ψηφολογικά για την δεξιά του πολιτικού φάσματος: το ακραίο AfD, που είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από τις αρχές ασφαλείας, μένει σταθερά σε διψήφια ποσοστά οριστικά διαψεύδοντας την θεωρία ότι «δεξιά της CDU/CSU δεν υπάρχει χώρος για κανέναν». Μια ακόμη διάσταση, που δεν έχει προσεχθεί αρκετά σε Laender όπως η Βαυαρία ή και η Ρηνανία-Παλατινάτο, ένας νέος σχηματισμός – οι Freie Waehler/Ελεύθεροι Ψηφοφόροι – αποκτά δυναμική: αρνούνται το CSU, δεν τους αρκούν οι Φιλελεύθεροι ή οι Πράσινοι…

Αυτή η εξέλιξη αρχίζει πλέον όχι απλώς να καταγράφεται, αλλά και να γεννάει σενάρια στον διεθνή Τύπο που «ανακαλύπτει» την Γερμανία και το πολιτικό της σύστημα ως νέα κινούμενο άμμο. Στην περίπτωση που το δεύτερο και τρίτο κόμμα βρεθούν να αθροίζουν 40%, θα αρκούσε μια απόφαση των Φιλελευθέρων (αν σταθούν στο διψήφιο) να περάσουν πιο αριστερά – ο ηγέτης τους Κριστιαν Λιντνερ ήταν έως τώρα ζυγισμένος στα δεξιά, όμως το FDP έχει υπάρξει επί χρόνια σε συνασπισμό με Σοσιαλδημοκράτες, στην φάση Γκέρχαρντ Σρέντερ/Γιόσκα Φίσερ – για να προκύψει εκείνο που ήδη οι Γερμανοί έχουν βαφτίσει «Συνασπισμό του Φωτεινού Σηματοδότη», δηλαδή Πράσινο/Κίτρινο-FDP/Κόκκινο-SPD.  Βέβαια, τότε θα χρειαζόταν και οι Πράσινοι να «παραγάγουν» προωθυπουργήσιμη φιγούρα.

Πάντως, αν στην Γερμανία οι ομοσπονδιακές εκλογές απέχουν ένα 6μηνο, στην Γαλλία – η οποία πάντα έρχεται στο μυαλό όταν γίνεται συζήτηση για πολιτικές προοπτικές στην Ευρώπη – η προεδρική εκλογή είναι σ’ έναν χρόνο από τώρα. Εκεί λοιπόν, πάρα την προσπάθεια του Προέδρου Μακρόν να κλείσει τις απώλειές του προς τα δεξιά με συντηρητικές επιλογές (ιδίως στα θέματα νόμου-και-τάξης), ήδη από το τέλος του 2020 η αποδοχή του έχει περάσει κάτω από εκείνην της Μαρίν Λε Πέν. Ήδη η τελευταία κινείται γύρω στο 27%, με τον νυν Πρόεδρο στο 25% η πιο παραδοσιακή Δεξιά (Les Republicans) είναι στο 14%, με τον πιθανότερο υποψήφιό τους Φρανσουά Μπαρονάν μάλλον γκρίζα φιγούρα : η καταδίκη του Προέδρου Σαρκοζί σε 3 χρόνια φυλάκιση δεν βοήθησε την παραδοσιακή Δεξιά. Από πλευράς Αριστεράς, ο μπαρουτοκαπνισμένος μεν αλλά ελάχιστα ελκυστικός Μελανσόν είναι καθηλωμένος γύρω στο 10%. Οικολόγοι και τα κατάλοιπα των Σοσιαλιστών (με την Ανν Ινταλγκό, νυν δήμαρχο των Παρισίων) δεν δείχνουν να παίζουν, ή και να διεκδικούν, ρόλο.

Όταν λοιπόν οι Γερμανοί ανακαλύπτουν την πολυχρωμία, οι Γάλλοι βρίσκονται με μετέωρο βήμα. Και η «Ευρώπη», που συνεχίζει να βασίζεται στον ΓαλλοΓερμανικό άονα, παρακολουθεί με αμηχανία.